Συνέντευξη

Δημήτρης Μαυρίκιος: «Κάποιες φορές έχω την αίσθηση ότι είμαστε κάτι σαν σπερματοζωάρια θεών που αυνανίζονται...»

Από -

Αν όχι ο Δημήτρης Μαυρίκιος τότε ποιος μπορεί να μιλήσει με διεισδυτικότητα για το έργο του Λουίτζι Πιραντέλο; Η Μαρία Κρύου απόλαυσε τη συζήτηση μαζί του όχι μόνο για τις σκέψεις γύρω από το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» που σκηνοθετεί στο Εθνικό αλλά για την οξυδέρκεια με την οποία προσεγγίζει τη ζωή.

Έχετε δηλώσει πως η «σκηνοθεσία του θεάτρου είναι ευλογημένη δουλειά». Το πιστεύετε ακόμα;
Δεν έχω αλλάξει άποψη, παρότι οι σημερινές συνθήκες δουλειάς συχνά ανακόπτουν την όποια ευλογία στους δύσκολους καιρούς που ζούμε. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε και σε ποιο πλαίσιο συζήτησης το είχα πει. Πιθανόν να αναφερόμουν στη σύγκριση μεταξύ θεατρικής και κινηματογραφικής σκηνοθεσίας, για να τονίσω το πόσο πιο ειλικρινής και βαθιά είναι η σχέση σκηνοθέτη και ηθοποιού στο θέατρο από ό,τι στον κινηματογράφο, όπου ο σκηνοθέτης, συγκριτικά με το θέατρο, βιώνει μοναχικά τη δημιουργία. Εκεί σπανίως νιώθεις την καθημερινή ευλογία που σε λούζει στο θέατρο...

Γιατί δεν βλέπουμε πιο συχνά σκηνοθεσίες σας; Είναι θέμα επιλογής ή συγκυριών;
Όταν δεν έχεις δικό σου θέατρο - κάτι που απέφευγα συστηματικά για πολλούς λόγους-συχνά σε κυνηγάνε τα συνοικέσια. Σε καλούν να «παντρευτείς» ένα έργο, που μπορεί να μη σε συναρπάζει, ενώ εσύ είσαι ερωτευμένος με κάποιο άλλο... Άσε που συχνά σου καθορίζουν και τη διανομή έστω και εν μέρει. Τι κάνεις; Απιστείς στο όνειρό σου, για να φανείς πιο επαγγελματίας και να είσαι διαρκώς στην πρώτη σειρά της δημοσιότητας ή περιμένεις καρτερικά να έρθει ένας παραγωγός και να σου πει «έλα να ανεβάσεις όποιο έργο εσύ αγαπάς»; Κάτι που έγινε τώρα με τον Στάθη Λιβαθινό, στον οποίο και είμαι ευγνώμων γι’αυτό.
Στη ζωή μου μόνο μια φορά δέχτηκα πρόταση θεατρικού παραγωγού για κάτι που δεν είχα στο μυαλό μου και αυτό, επειδή το έργο που μου προτάθηκε έτυχε να με αγγίξει κεραυνοβόλα. Όλες οι άλλες παραστάσεις μου προέκυψαν από δικές μου προτάσεις που ακολούθησαν την πρόσκληση «ανοιχτών» παραγωγών, όπως ήταν ο Λευτέρης Βογιατζής για «Το έβδομο ρούχο», η Ράνια Οικονομίδου για τον «Γυάλινο κόσμο» στο «Εμπρός», ο Γιάννης Χουβαρδάς για τη «Σαλώμη» στο «Αμόρε», ο Βολανάκης ή ο Κούρκουλος για σκηνοθεσίες μου στις κρατικές σκηνές και άλλοι...

banner
«Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», 2003
«Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα», 2003

Ασχολείστε πολλά χρόνια με τον Πιραντέλο. Είναι ένας συγγραφέας με τον οποίο επικοινωνείτε ιδιαίτερα, ακόμα ανακαλύπτετε νέους ερμηνευτικούς δρόμους;
Ο Πιραντέλο είναι τόσο γενναιόδωρος στο να σου δίνει συνέχεια κλειδιά για νέους ερμηνευτικούς δρόμους, που θα έλεγα ότι αποτελεί για μένα ένα ισόβιο δέλεαρ. Το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» ή το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» θα μπορούσα να τα ανεβάζω κάθε τόσο με νέα ματιά. Το πρώτο, επειδή η «επανασυγγραφή» που υποβάλλει το ίδιο το έργο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη σύνθεση ενός θιάσου, τον χώρο όπου το έργο θα παιχτεί, το βεληνεκές της παραγωγής... Ένα έργο «λάστιχο».
Το δεύτερο, επειδή τα έξι αυτά πρόσωπα σε επισκέπτονται συνέχεια, καθώς ποτέ καμιά διανομή και καμιά παράσταση δεν τα ολοκληρώνει αφήνοντάς τα έρμαιο της αέναης ανάγκης τους να υπάρξουν ως ολοκληρωμένα θεατρικά όντα... Θα σου εμφανίζονται παντού, όπου κι αν κάνεις πρόβα: από τη σκηνή μιας δραματικής σχολής μέχρι την Επίδαυρο...

Θα μας θυμίσετε την υπόθεση του «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»;
Ο σκηνοθέτης ενός θιάσου αποφασίζει να δώσει στους ηθοποιούς του ως θέμα αυτοσχεδιασμού ένα διήγημα του Πιραντέλο, το «Λεονόρ’ αντίο». Σε αυτό η Μομίνα οδηγείται στον θάνατο από τη βία του ψυχοπαθούς, ζηλότυπου άντρα της (Ρίκο, το όνομά του, από το Ερρίκος· τυχαίο όταν ο Πιραντέλο οκτώ χρόνια νωρίτερα είχε γράψει το «Ερρίκος Δ΄»). Πεθαίνει ωστόσο και μέσα από την ταύτισή της με μια ηρωίδα την οποία υποδύεται θεατρικά. Οι επί σκηνής ηθοποιοί είναι οι συγκεκριμένοι που αποτελούν τον εκάστοτε θίασο. Επωνύμως. Ο καθένας με το πραγματικό του όνομα, την προσωπικότητά του και τον προσωπικό τρόπο δουλειάς του.
Στο φινάλε ο Πιραντέλο οδηγεί στην απόλυτη μείξη πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Δεν είμαστε σίγουροι για το αν πεθαίνει μπρος στα μάτια μας η Μομίνα ή η ηρωίδα την οποία ενσαρκώνει η Μομίνα ή ακόμα και η ηθοποιός που παίζει τη Μομίνα. Έχω ακούσει ότι σε ένα ανέβασμα του έργου η ηθοποιός δεν εμφανιζόταν στην υπόκλιση και οι θεατές έβλεπαν στην έξοδο τραυματιοφορείς να την βάζουν βιαστικά σε ένα ασθενοφόρο, το οποίο χανόταν μες στους δρόμους της πόλης. Με το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» βρισκόμαστε στην αντίθετη διαδρομή του «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, όπου οι ρόλοι αναζητούσαν την ολοκλήρωσή τους μέσα απ’ τους ηθοποιούς. Εδώ είναι οι ηθοποιοί που αναζητώντας τους ρόλους οδεύουν προς την πλήρη ταύτιση με αυτούς. Μέχρι και στον θάνατο.

«Τι κάνεις; Απιστείς στο όνειρό σου, για να φανείς πιο επαγγελματίας και να είσαι διαρκώς στην πρώτη σειρά της δημοσιότητας ή περιμένεις καρτερικά να έρθει ένας παραγωγός και να σου πει "έλα να ανεβάσεις όποιο έργο εσύ αγαπάς";»

Δημήτρης ΜαυρίκιοςΓράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’20. Ποια ήταν η θεατρική πραγματικότητα της εποχής εκείνης και έλαβε το έναυσμα ο Πιραντέλο να διακωμωδήσει και να σαρκάσει τον κόσμο της θεατρικής τέχνης;
Χωρίς να υποστηρίζω ότι δεν σατιρίζει τα της θεατρικής πραγματικότητας της εποχής του (αλλά πιστεύω και όλων των εποχών) με τους επηρμένους σκηνοθέτες και τους ναρκισσευόμενους ηθοποιούς, δεν νομίζω ότι η διακωμώδηση και ο σαρκασμός αποτελούν κεντρικό στόχο του Πιραντέλο σε ένα έργο βαθιά υπαρξιακό και με δραματική κατάληξη. Δεν θα έλεγα ότι το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» είναι κωμωδία, παρά το γέλιο που ενίοτε προκαλεί στο πρώτο μέρος του, πριν πλησιάσει στα λημέρια της τραγωδίας. Αυτό που κάνει ο Πιραντέλο το 1929, σαρκάζοντας ανάμεσα στα άλλα και έναν θίασο, το έχει ήδη κάνει με τα «Έξι πρόσωπα» το 1921 και το κάνει και αλλού, όπως με το κύκνειο άσμα του, τους «Γίγαντες του βουνού», το 1936. Όλα αυτά είναι έργα με άγρια φινάλε τραγωδίας, όπου πεθαίνουν επί σκηνής ηθοποιοί ή/και ρόλοι...

Ο Πιραντέλο μοιάζει να μας λέει πως τα πάντα είναι ένα παιχνίδι...Αυτό είναι η ζωή μέσα στο θέατρο, αυτό είναι και η ίδια η ζωή;
Ο Πιραντέλο μας βάζει σε ένα παιχνίδι που δεν ξέρουμε πότε είναι της πραγματικότητας (ή τουλάχιστον αυτού που αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικότητα) και πότε μιας φαντασίωσης που την ποθούμε ή την φοβόμαστε ως πραγματικότητα... Προσωπικά έχω κάποιες φορές την αίσθηση ότι είμαστε κάτι σαν σπερματοζωάρια θεών που αυνανίζονται... Αποτέλεσμα δικού τους παιχνιδιού... Παράγωγο μιας δικής τους στείρας και ατελέσφορης απόλαυσης σε μια ακούσια και άγονη δική μας τρεχάλα προς τον θάνατο...

Τι είδους σκέψεις θέλετε να γεννηθούν για τους θεατές σας με το ανέβασμα που προτείνετε;
Φιλοσοφικά μιλώντας, ίσως να ήθελα να γεννηθούν προβληματισμοί σαν αυτούς που μόλις εξομολογήθηκα... Ζούμε ίσον παίζουμε; Μας παίζουν; Και, αν παίξουμε με τις απορίες μας, πού φτάνουμε; Πόσο μυθική είναι η πραγματικότητα; Πόσο πραγματικός είναι ο μύθος; Η ταύτιση μύθου και πραγματικότητας οδηγεί σε γέννηση, σε θάνατο, σε ανάσταση; Ή έστω σε προσωρινή ανάταση και λύτρωση; Πόση δύναμη και ομορφιά ή και πόσος τρόμος μπορεί να υπάρχει στις περιοχές όπου μύθος και πραγματικότητα συναντώνται;
Αλλά θα ήθελα να γεννηθούν και σκέψεις για το πόσο το θέατρο του Πιραντέλο είναι απολύτως διαχρονικό έχοντας για χρονικό του κέντρο το εκάστοτε σήμερα. Διαχρονικό και πρωτοποριακό. Και όχι μόνο από τη θεματολογία ή τον προβληματισμό του. Κάτι που δεν τονίζεται αρκετά, όταν αναφερόμαστε στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε», είναι ότι εν έτει 1929, εποχή του βωβού ακόμα κινηματογράφου, ο Πιραντέλο ζητάει κινηματογραφικές προβολές στη διάρκεια της θεατρικής δράσης με ήχο συγχρονισμένο από γραμμόφωνα της εποχής!

«Κάτι που δεν τονίζεται αρκετά, όταν αναφερόμαστε στο "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε", είναι ότι εν έτει 1929, εποχή του βωβού ακόμα κινηματογράφου, ο Πιραντέλο ζητάει κινηματογραφικές προβολές στη διάρκεια της θεατρικής δράσης με ήχο συγχρονισμένο από γραμμόφωνα της εποχής!»

Η παράσταση σας κινείται μέσα στο πλαίσιο που ο ίδιος ο συγγραφέας είχε ορίσει και στο ύφος της εποχής που γράφτηκε το έργο;
Συχνά, όταν ο Πιραντέλο τοποθετεί ένα έργο του στο «σήμερα», δεν εννοεί αποκλειστικά τη δική του εποχή. Σαφώς υπαινίσσεται το κάθε «σήμερα» οποιασδήποτε εποχής κατά την οποία το έργο του θα ανέβει. Όπως και στις προηγούμενες σκηνοθεσίες μου έργων του Πιραντέλο, όταν αναφερόμαστε στο «έξω επίπεδο» του έργου, βρισκόμαστε στο δικό μας σήμερα. Τα «Έξι πρόσωπα» θα ζητούν αιωνίως συγγραφέα σε οποιαδήποτε εποχή· κι ας έρχονται τα ίδια από το 1921. Ο «Ερρίκος Δ’» είναι ένας ψυχασθενής ήρωας του δικού μας σήμερα που φαντάζεται ότι ζει στον 11ο αιώνα. Ο θίασος που αυτοσχεδιάζει δρα σήμερα με βασικούς χαρακτήρες τους ίδιους εμάς, όπως είμαστε τώρα, με τα πραγματικά μας ονόματα, την πραγματική μας ηλικία, την πραγματική μας αμφίεση και ούτω καθεξής. Μόνο το «μέσα επίπεδο», δηλαδή το διήγημα πάνω στο οποίο αυτοσχεδιάζουμε, μας πάει στην εποχή του Πιραντέλο.

Τι σας έκανε να επιλέξετε τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για να ντύσετε την παράσταση;
Το ανέσπερο μεγαλείο της. Η αισθαντικότητα και ο ερωτισμός της. Η εξαίσια θεατρικότητά της. Η ελευθερία της (καθώς ο Πιραντέλο ζητάει για το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» μουσική τζαζ και άριες του Βέρντι). Και πέρα από όλα αυτά η παιδιόθεν λατρεία μου για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι και η κατοπινή φιλία μας, που επισφράγισε την εφηβική λατρεία, αιρετική για έναν γόνο αριστερών και «πολλαπλώς επικίνδυνη» σε εποχές ακραίας πόλωσης περί τα πολιτικά και μεσαιωνικής σχεδόν ομοφοβίας.

Είσαστε ο άνθρωπος που διατηρεί σταθερές αξίες στη ζωή του;
Θα έλεγα, ναι. Με κίνδυνο να θεωρηθώ συντηρητικός.

Παρακολουθώντας την πορεία του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου με υπερπληθώρα παραστάσεων πιστεύετε ότι σήμερα δεν υπάρχει όραμα και ουσιαστική κατεύθυνση;
Δεν θα το έλεγα. Μπορεί σε γενικές γραμμές να έχουμε την εντύπωση ότι λείπει το όραμα και μια ουσιαστική κατεύθυνση, αλλά δεν θα το γενίκευα. Υπάρχουν αξιολογότατοι νέοι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, σκηνογράφοι και ούτω καθεξής... Και ας το δούμε στατιστικά: όσο περισσότερες παραστάσεις, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες να βλαστήσουν εμπνευσμένες δημιουργίες και ερμηνείες. Κατανοώ την αντίθετη άποψη για σκόρπισμα των δυνάμεων κ.λ.π. Θα προτιμούσα όμως να είμαι σήμερα ένας νέος πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης ή ηθοποιός από ό,τι στη δεκαετία του ‘70, όταν οι ορίζοντες της θεατρικής δημιουργίας ήταν σαφώς πιο περιορισμένοι για έναν νεοφώτιστο.

Αν γυρίζατε το χρόνο πίσω και είσαστε στην ηλικία ενός εικοσιπεντάρη ηθοποιού θα φεύγατε για ν’ αναζητήσετε την τύχη σας σε άλλη χώρα;
Όχι! Και το λέω κατηγορηματικά για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με το γεγονός ότι εικοσιπεντάχρονος είχα πει το ίδιο όχι στους γονείς μου, που ζούσαν στο Παρίσι και με παρότρυναν να μείνω εκεί για μια καλύτερη καριέρα, αντί να έρθω στην Ελλάδα να αναζητήσω την τύχη μου. Πίστευα, και πιστεύω πάντα, ότι μόνον ο τόπος μου, ο ουρανός του, η γλώσσα του, η θέρμη των ανθρώπων του θα απαντούσαν πιο ουσιαστικά στις ανησυχίες μου. Και νομίζω ότι πήρα τη σωστή απόφαση. Κι ας μην απέκτησα πλούτο.
Ο δεύτερος λόγος είναι πιο αντικειμενικός: το βασικό εργαλείο ενός ηθοποιού, ακόμα κι ενός σκηνοθέτη, είναι η γλώσσα. Σε μια τέχνη όπως το θέατρο, δεν την παρατάς για να πας να συλλαβίσεις άλλες γλώσσες, που θα σου γεμίσουν τον εγκέφαλο με ήχους ανοίκειους και θα σου αφαιμάξουν την ψυχή από το γάλα της μητρικής γλώσσας. Ο μουσικός, ο εικαστικός, ο γιατρός, ο μαθηματικός και σχεδόν όλοι οι άλλοι μπορεί και να κάνουν καλά, αν φύγουν. Ο ηθοποιός μάλλον θα διαπράξει αυτοχειρία. Εκτός και αν είναι από το σπίτι του δίγλωσσος και πάει στον τόπο της άλλης γλώσσας του.

Έχοντας προσωπικό βίωμα από το Μάιο του ‘ 68 στο Παρίσι, πώς βλέπετε την πλήρη αποδοχή του συστήματος από τη νέα γενιά στις μέρες μας;
Θέλω να πιστεύω ότι αυτή η αποδοχή θα αρχίσει να πνέει τα λοίσθια οσονούπω. Ήδη διακρίνω σπίθες αμφισβήτησης, που θα φέρουν γενεές πιο αποφασισμένες να βγουν από τον λήθαργο της σημερινής απάθειας, που έχει ποτίσει τις ηλικίες 30 με 60. Κάτι αρχίζει να βράζει από κάτω. Αν με ρωτήσετε «τι;», μάλλον θα δυσκολευτώ να είμαι σαφής στην απάντησή μου... Αλλά το αφουγκράζομαι. Κάτι σαν διαίσθηση...

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα