Συνέντευξη

Δημήτρης Καραντζάς: «Όλοι φοράνε στον άλλον αυτό που αντέχουν να δουν»

Από -

Αντιδρά στο χαρακτηρισμό παιδί-θαύμα, αλλά είναι γεγονός, ο 28χρονος σκηνοθέτης μετράει αρκετές επιτυχίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ­με «πειραγμένες» παραστάσεις που κινούνται κυρίως στο χώρο του δράματος. Φέτος όμως, από τις 20/10, ανεβάζει τη «Δωδέκατη νύχτα» του Σαίξπηρ στο Εθνικό Θέατρο, μια κωμωδία γλεντιού και μεταμφιέσεων... Ή μήπως δεν είναι κωμωδία; Διαβάστε τι είπε στη Μαρία Κρύου.

Σε έχουν χαρακτηρίσει παιδί-θαύμα του ελληνικού θεάτρου χάρη στις παραστάσεις σου που έκαναν αίσθηση από την πρώτη στιγμή. Ήρθαν εύκολα για σένα τα πράγματα;
Μη λέτε τέτοια, είναι δύσκολα πράγματα αυτά. Απλώς όταν μπαίνω σε μια δουλειά βρίσκομαι εκεί ολοκληρωτικά και δεν αντιλαμβάνομαι τι γίνεται έξω. Τα πράγματα ήρθαν γρήγορα, όχι εύκολα. Έγιναν γρήγορα με την έννοια ότι έγιναν οι κατάλληλες συναντήσεις και πρώτα απ’ όλα η συνάντηση με τον δάσκαλό μου στο Εμπρός, τον Τάσο Μπαντή, ο οποίος διάβασε το κείμενο που είχα ετοιμάσει για τις Δοκιμές του Αμόρε το 2006 και με ενθάρρυνε πολύ. Στην πορεία είδαν τη δουλειά μου κάποιοι άνθρωποι και τους άρεσε. Όταν μπαίνω σε ένα πράγμα δημιουργείται ένας τεράστιος κόμπος μέσα μου, δεν κοιμάμαι, παχαίνω, αδυνατίζω, επηρεάζεται πολύ η ζωή μου.

Σπούδασες υποκριτική, γιατί δεν έγινες ηθοποιός;
Δεν με ενδιέφερε και σχεδόν από την αρχή άρχισα να αντιδρώ σ’ αυτό. Σ’ ένα μάθημα υποκριτικής πρέπει να είσαι προσηλωμένος. Υπήρχαν πράγματα που έλεγα ότι δεν τα κάνω, δεν με ενδιέφερε να αποδείξω ότι μπορώ να τα κάνω, ούτε η συγκεκριμένη ανάγνωση. Πιστεύω ότι θα ήμουν βάσανο για έναν σκηνοθέτη. Από την άλλη, με ενδιέφερε περισσότερο να δω πώς το κάνουν οι άλλοι, ν’ ακούσω τις οδηγίες. Είναι χρήσιμο να ξέρεις την εσωτερική λειτουργία μιας παράστασης. Δεν συμφωνώ ότι η ερμηνεία και η σκηνοθεσία είναι παράλληλες διαδικασίες. Για παράδειγμα, αν ένας ηθοποιός έχει να κάνει πέντε πράγματα και το ένα αντιμάχεται το άλλο, δεν φταίει εκείνος που όλο αυτό να είναι κακό καταλήγει. Αντίστοιχα, όταν ο ηθοποιός έχει απόλυτα καθαρή γραμμή θα ανθίσει. Συνεπώς παίζει σημαντικό ρόλο η δουλειά του σκηνοθέτη. Η παράσταση είναι συνδιαμόρφωση. Ως σκηνοθεσία τείνουμε να αναγνωρίζουμε μόνο την ανάγνωση, το θέμα όμως είναι πώς γίνεται πράξη.

Έχεις παίξει ως ηθοποιός;
Όταν ήμουν στη σχολή έπαιξα σε ένα φεστιβάλ αρχαίου δράματος στην Κύπρο και μετά σε ένα work in progress. Ο Νίκος Καραθάνος μου πρότεινε το καλοκαίρι να παίξω στους «Όρνιθες» και να κάνω μαζί με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό έναν από τους θεούς στο τέλος της παράστασης. Το σκέφτηκα για δυο μέρες αλλά μετά τρομοκρατήθηκα και δεν το επιχείρησα. Δεν μου αρέσει να εμφανίζομαι μπροστά σε κόσμο, δεν αισθάνομαι ότι θα ευχαριστηθώ και θα ευχαριστήσω.


Έβλεπες θέατρο από παιδί;
Ναι, από πάρα πολύ μικρός και είχα μια διαρκή συνομιλία, μια διαρκή δίψα για το θέατρο. Στην αρχή πήγαινα με τους γονείς μου και μετά μόνος. Στο γυμνάσιο έδινα όλο το χαρτζιλίκι μου στο θέατρο. Έλεγα ότι έβγαινα με τους συμμαθητές μου κι εγώ πήγαινα στις παραστάσεις του Μιχαήλ Μαρμαρινού και του Λευτέρη Βογιατζή. Έβλεπα μια παράσταση δύο και τρεις φορές, κάνοντας ένα είδος ανατομίας. Έτσι άρχισα να αντιλαμβάνομαι κάποια πράγματα για την πύκνωση του χρόνου. Ξεκινώντας τις δικές μου σκηνοθεσίες, σκεφτόμουν ότι έχω τόσες εικόνες και τόσα ερεθίσματα.

Έχεις ζηλέψει ποτέ κάποια ­παράσταση;
Έχω δει παραστάσεις που με σημάδεψαν, αλλά δεν έχω την πρόθεση να κάνω κάτι καλύτερο από αυτό που είδα. Αυτό δεν υπάρχει καθόλου στην κουλτούρα της οικογένειάς μου, στη νοοτροπία μου. Κάνω αυτό που θέλω κι αυτό λειτουργεί απελευθερωτικά. Δεν χρειάζεται να αποδείξω κάτι. Δηλαδή μια παράσταση στην Επίδαυρο είναι σημαντικό γεγονός, την ώρα όμως που κάνω την πρόβα εστιάζω σε αυτό που θέλω να κάνω, δεν σκέφτομαι τι θα ήθελαν οι άλλοι να δουν στην Επίδαυρο Διαφορετικά χάνεται ο στόχος, θολώνει η πρόθεση και αναδύεται το άγχος. Μετά, όμως, είμαι πρόθυμος να συζητήσω και το παραμικρό.

Σε ενοχλεί μια αρνητική κριτική;
Αν τη γράφει κάποιος που εκτιμώ, θα καθίσω να τη διαβάσω για να καταλάβω το γιατί. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένας κριτικός λέει ότι μια παράσταση είναι απόλυτα αποτυχημένη επειδή το έργο δεν είναι αυτό. Το τι είναι τα έργα δεν το έχει λύσει η θεατρολογία, τόσοι σπουδαίοι μελετητές, θα λυθεί με μια κριτική; Μόνο αν καταλάβω ότι αυτός που γράφει έχει προθέσεις... θεατή, θα δώσω σημασία. Μπορεί κάποιος να αποδείξει με επιχειρήματα ότι ο «Άμλετ» είναι μόνο αυτό και να βάλει υπογραφή; Κανένας δεν είναι θεός, ούτε αυτός που δημιούργησε μια παράσταση ούτε αυτός που γράφει και κρίνει.

Γιατί επέλεξες τη «Δωδέκατη νύχτα»;
Ήταν κοινή απόφαση με τον Στάθη Λιβαθινό. Ξεκίνησα να του λέω διάφορα έργα που είχα σκεφτεί, ανάμεσά τους και τον «Μάκβεθ», κι εκείνος μου αντιπρότεινε τη «Δωδέκατη νύχτα». Όταν το διά­βασα, στο τέλος μιας χρονιάς με πολλή δουλειά κι έργα που μιλούν για το τέλος και τη φθορά, όπως το «Τέφρα και σκιά», τα «Κύματα» και το «Ας ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί», ένιωσα την ανάγκη να δω τον έρωτα. Το έργο ξεκινά με αυτό το υπέροχο κομμάτι της επίκλησης στον έρωτα, που από μόνος του είναι η τέλεια φαντασίωση και ακόμη και όταν δεν έχει αποδέκτη, είναι μια σπουδαία στιγμή.

Κι ενώ θεωρητικά είναι κωμωδία, εγώ βάζω ένα πολύ μεγάλο ερωτηματικό. Ο Σαίξπηρ, ένα τόσο φωτισμένο μυαλό, δεν θεωρώ ότι έγραψε την ιστορία μιας κοπέλας που μεταμφιέζεται σε αγόρι απλώς για να γελάσουμε. Η Ολίβια έχει ερωτευτεί τη Βιόλα νομίζοντας ότι είναι αγόρι. Στην πορεία ανακαλύπτει ότι δεν είναι. Η στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με τα δύο εγώ, ας πούμε, δεν μου φαίνεται και τόσο κωμική. Οι σκηνές που έχει γράψει ο Σαίξπηρ μεταξύ των δύο γυναικών είναι τόσο ερωτικές... Ακούς να λέει η μία στην άλλη ανοιχτά: «Για μένα είστε όπως θα ήθελα εγώ να είστε». Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι το κλειδί για ολόκληρο το έργο. Όλοι φοράνε στον άλλον αυτό που αντέχουν να δουν.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα σχόλιο για το θέμα του φύλου.
Υπάρχει μια αναρώτηση για το φύλο και το πόσο δεσμευμένοι είμαστε από αυτό. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Η δωδέκατη νύχτα είναι η τελευταία του Δωδεκαημέρου όπου αντιστρέφεται η ροή των πραγμάτων. Τη νύχτα που συναντάμε τους ήρωες του έργου ο έρωτας και ο εκτροχιασμός κυριαρχούν. Όλοι ονειρεύονται κάτι αντίστροφο από αυτό που συμβαίνει. Είναι σαν να μας λέει ο Σαίξπηρ: ας πούμε «ναι» στην απελευθέρωση των ενστίκτων για λίγο και ας κυνηγήσουμε αυτό που θέλουμε μέχρι να προσγειωθούμε.

Μας φέρνει αντιμέτωπους με το σύμ­πτωμα του έρωτα σε όλες του τις μορφές, γι’ αυτό και όλα είναι απολύτως ανοιχτά. Θέλω να μεταδοθεί όλος αυτός ο απελευθερωμένος ερωτισμός μέσα από την παράσταση, και μάλιστα κατ’ αντιπαράσταση με τη σύμβαση του πώς πρέπει να φερθεί ένας άντρας και πώς μια γυναίκα. Φτιάχνει πολύ περίεργα κατασκευάσματα το κυνήγι του έρωτα, ενώ στην ουσία η απλότητα που μπορεί να χρειάζεται στην αντιμετώπισή του δεν βρίσκει κανέναν έτοιμο. Αντίθετα, είναι όλοι έτοιμοι να ζήσουν τον καημό του έρωτα.

Μιλώντας για θέματα φύλου, στην Αγγλία δοκιμάζεται μια νέα πολιτική «dress code» στα σχολεία. Τα αγόρια έχουν το δικαίωμα να φορούν φούστες και τα κορίτσια παντελόνια, αν ακόμα έχουν ερωτήματα σχετικά με το φύλο τους. Πώς το βλέπεις αυτό;
Μου φαίνεται πολύ απελευθερωμένη χειρονομία. Αυτή η απελευθέρωση μπορεί να λύσει πάρα πολλά προβλήματα που δημιουργούν τα στερεότυπα. Αν κάποιος θέλει να εμφανίζεται έτσι, κανείς δεν έχει δικαίωμα να του επιβληθεί. Έχουμε δει τερατωδίες να γίνονται στα σχολεία. Όταν ήμουν μαθητής στο Αρσάκειο, ένιωσα βαθιά το συντηρητισμό. Τη δεκαετία του ’90 το σύστημα ήταν σε μια τύφλωση με την επίδειξη του πλούτου και οι μαθητές ερχόντουσαν σε πολύ δύσκολη θέση γιατί έπρεπε να πάρουν το τάδε παπούτσι ή ρούχο. Ένιωθα ότι κρινόμουν διαρκώς και δεν μπήκα στις λεγόμενες παρέες που είχαν δημιουργηθεί: οι καλοντυμένοι και η πλεμπαρία. Πρέπει να απαλλαγούμε από τα στερεότυπα γιατί είναι λόγος δυστυχίας που στο μέλλον μπορεί να φέρει πολλά προβλήματα.

Έχεις ταξιδέψει σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ της Αβινιόν, των Βρυξελών με τις παραστάσεις σου. Ποιο κλίμα επικρατεί στην υπόλοιπη Ευρώπη; Διέκρινες έναν αυξανόμενο συντηρητισμό;
Είναι συντηρητική και απάνθρωπη η Ευρώπη σήμερα. Στο επίκεντρο δεν είναι ο άνθρωπος αλλά αυστηρά και μόνο η πλουτοκρατία. Ως άνθρωπος μπορείς να υπάρξεις μόνο μέσω ενός τραπεζικού συστήματος. Είδα πως οι ευρωπαίοι ζουν μία πολύ οργανωμένη ζωή με την επίφαση της φροντίδας. Έχουν πολύ καλά δομημένο σύστημα υγείας, πρόνοιας, συγκοινωνιών  κλπ. όμως είναι όλοι βουτηγμένοι στη μελαγχολία και την απομόνωση. Αν υπήρχε ανθρωπισμός στην Ευρώπη τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά για όλους. Έχουμε γίνει φοβικοί, ο καθένας προσπαθεί να διαφυλάξει ότι μπορεί για τον εαυτό του. Ο καθένας μπαίνει σε μία προσωπική υπεράσπιση κι έτσι χάνεται δυναμική μιας συλλογικής αντίδρασης και δεν μιλάω για συνδικαλισμό. Βρισκόμαστε σε μία πολύ μεταβατική φάση!

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου