Συνέντευξη

Δημήτρης Καραντζάς: «Οι “Νεφέλες” είναι ένα έργο όλο αντιφάσεις και σου γλιστράει από χίλιες πλευρές»

Από -

Από τους πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες της νέας γενιάς ο Δημήτρης Καραντζάς ολοκληρώνει μια παραγωγικότατη σκηνοθετικά θεατρική σεζόν με τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, μια παράσταση που θα παιχτεί στην Επίδαυρο (2-3/8) προτού περιοδεύσει σε άλλα ανοιχτά θέατρα της χώρας. Τον συνάντησα στην αγαπημένη του γειτονιά, τα Εξάρχεια, και η διάθεση και των δυο μας ήταν για μια εφ’ όλης τη ύλης συζήτηση, από την ταμπέλα της επιτυχίας μέχρι το δρόμο προς την ωριμότητα.

Πώς αισθάνεσαι βγαίνοντας από μια τόσο παραγωγική χρονιά με τέσσερις σκηνοθεσίες;
Η φετινή χρονιά ήταν πολύ δύσκολη. Όλο αυτό προέκυψε από έναν κακό προγραμματισμό. Προσπάθησα να τα καταφέρω σε επίπεδο αποθεμάτων ενέργειας, αλλά κάποια στιγμή τρόμαξα με τη σύνδεση του μυαλού και το πώς πρέπει να τρέχει συνέχεια χωρίς να μπορεί να σταματήσει.
Αποφάσισα λοιπόν να μην ακολουθήσω το ίδιο εξαντλητικό πρόγραμμα την επόμενη σεζόν, έτσι μετά τις «Νεφέλες» θα ξανασκηνοθετήσω τον ερχόμενο Φλεβάρη τις «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ με πρωταγωνίστριες την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, την Αθηνά Μαξίμου και τη Μαρία Κεχαγιόγλου.

Είναι ανάγκη ή ματαιοδοξία η συμμετοχή ενός καλλιτέχνη σε πάνω από μία παραστάσεις μέσα σε μια σεζόν;
Υπάρχει η αίσθηση ότι αυτό γίνεται για λόγους ματαιοδοξίας αλλά δεν είναι έτσι. Ορισμένες φορές αυτό γίνεται από ανάγκη οικονομική γιατί τα πράγματα είναι πολύ οριακά. Δεν μπορείς πάντα να ζήσεις από τα ποσά που παίρνεις. Αν έκανα παραγωγές άλλου τύπου, ίσως να μπορούσα να επιβιώσω με μία δουλειά, αλλά δεν θέλω να το κάνω αυτό. Θέλω να μπορώ να ζήσω από αυτό που επέλεξα και με ενοχλεί πάρα πολύ όταν οι άνθρωποι σχολιάζουν τις επαγγελματικές μας επιλογές με αυστηρά κριτήρια.

«Έχει κόστος ο τρόπος με τον οποίο αφοσιώνεσαι. Συχνά νιώθεις πολύ πιο μικρός από τα πράγματα. Πολλά από αυτά που έχω κάνει δεν τα έχω απολαύσει επειδή εκείνη τη στιγμή αναμετριόμουν με τον εαυτό μου για το αν μπορώ να τα καταφέρω. Το “νέος και επιτυχημένος” είναι βιτρίνα, είναι μια κατασκευή».

Η κακή κριτική σε ενοχλεί όσο και ο κακόβουλος σχολιασμός;
Με ενοχλεί ο δηκτικός τρόπος. Είναι διαφορετικό μία κριτική να είναι έως και απολύτως απορριπτική και διαφορετικό μία κριτική να προέρχεται από το θυμικό και να βλέπεις ότι υπάρχει μία εμπάθεια. Είναι άδικο να κρίνεις τη δουλειά κάποιου λέγοντας την προσωπική σου άποψη και σχολιάζοντας το πόσο έχει προβληθεί από τα μέσα. Στην κριτική πρέπει να εξηγείς για ποιους λόγους δεν σου άρεσε μια παράσταση, σε ποια πράγματα απέτυχε ή πέτυχε.

Οι γονείς σου ασκούν κριτική στο έργο σου;
Συζητάμε για το θέατρο και είναι συγκινητικό το ότι ο πατέρας μου κρατάει αρχείο για μένα. Μου κάνουν και οι δύο κριτική. Η μαμά μου, για παράδειγμα, σχολιάζει πάντα το θέμα με τις μεγάλες παύσεις που κατά καιρούς έχουν οι παραστάσεις μου. Είναι πολύ ευθύς άνθρωπος, μπαίνει κατευθείαν στα αρνητικά, ενώ ο πατέρας μου ξεκινάει με τα θετικά και συνεχίζει με αυτά που βρήκε ότι δεν λειτούργησαν.

Τι απαντάς σ’ εκείνους που υποστηρίζουν πως είσαι το αγαπημένο παιδί των δημοσιογράφων;
Νομίζω ότι κανένας δεν είναι το αγαπημένο παιδί των δημοσιογράφων. Μπορεί κάποια εποχή να είναι υπήρχε μια πιο συνολική υποστήριξη σε σχέση με τη δουλειά μου, καθώς ήμουν ο εικοσιπεντάχρονος που έκανε πολλά πράγματα. Μπορείς όμως να βάζεις μια ετικέτα και να γράφεις για μένα με βάση αυτό που κάποιος άλλος έγραψε για μένα; Αυτό είναι παράνοια.
Εύκολα επίσης ακούς να σχολιάζουν τη μανιέρα και να λένε πως έχεις ξοφλήσει. Αυτό δεν το καταλαβαίνω. Όταν βλέπεις τη μανιέρα του Πικάσο ή του Ντεγκά, καταλαβαίνεις σε ποιον ανήκουν τα έργα. Άνθρωποι του θεάτρου όπως ο Τερζόπουλος, ο Βογιατζής ή ο Μαρμαρινός, που μέσα στα χρόνια έχουν αποδείξει την ουσιαστική δουλειά που έχουν κάνει, δεν έχουν συγκεκριμένο ύφος; Αυτό το συγκεκριμένο ύφος θαυμάζουμε. Δεν θαυμάζουμε την αλλαγή τους, λες και είναι κολεξιόν σε βιτρίνα.

Νιώθεις να ανατροφοδοτείσαι μέσα από την επαφή σου με άλλους καλλιτέχνες;

Μετά το «Ρομπ» δεν δούλεψα για οχτώ μήνες και, χάρη σε μια υποτροφία από το Ίδρυμα Ωνάση, ταξίδεψα σε Λισσαβόνα, Παρίσι, Άμστερνταμ, Μπριζ, συμμετέχοντας σε residencies. Είναι ωραίο να έρχεσαι σε επαφή με άλλους καλλιτέχνες· σου ανοίγει παράθυρα. Συνειδητοποίησα ότι είμαστε αρκετά στατικοί. Μιλάμε για μια νέα γενιά σκηνοθετών όπως είναι ο Μπινιάρης, η Μαυραγάνη, η Ευαγγελάτου, ο Λάνθιμος, η οποία δουλεύει ήδη μία δεκαετία και παραπάνω, και μου φαίνεται ανησυχητικό ότι δεν έχουν βγει νεότεροι μπροστά.
Δεν πιστεύω ότι δεν υπάρχει νέα γενιά σκηνοθετών, βλέπω όμως να έχουν παγιωθεί λίγο τα πράγματα. Το Αμόρε με τις Δοκιμές έδωσε φωνή σε νέους καλλιτέχνες και μάλλον η έλλειψη ενός οργανισμού κρατικού ή ιδιωτικού δεν βοηθάει τα πράγματα να εξελιχθούν δίνοντας πραγματικά ευκαιρία στους νέους. Γίνονται πολλά φεστιβάλ για νέους καλλιτέχνες, αλλά μοιάζει σαν να μην υπάρχει κριτήριο και να γίνονται απλώς για να γίνονται. Δεν υπάρχουν πυρήνες.
Όταν τελείωσα τη σχολή του Εμπρός, υπήρχε το Αμόρε, το θέατρο του Μαρμαρινού, του Βογιατζή, η Β’ Σκηνή του Κεφαλληνίας που τώρα κλείνει· υπήρχαν συγκεκριμένα σημεία αναφοράς που επέλεγαν τις νέες φωνές. Τώρα υπάρχουν θέατρα που κυνηγάνε την ουρά τους για να έχουν κάτι στο ρεπερτόριό τους και μέσα σ' αυτό κάποιοι άνθρωποι αδικούνται, χάνονται ή αναλώνονται.

Οι νέοι ηθοποιοί έχουν όνειρα ή απλά φιλοδοξίες;
Υπάρχουν και οι δύο τάσεις. Βλέπω νέους ηθοποιούς που ονειρεύονται, υπερασπίζονται αυτό που πιστεύουν και δεν πάνε οπουδήποτε. Αυτό με παρηγορεί και αναγνωρίζω ότι θέλει μία αντίσταση, ιδίως τα πρώτα χρόνια που προσπαθείς να βρεις την ταυτότητα σου. Ο χώρος του θεάτρου δεν μπορεί να σου ικανοποιήσει τη φιλοδοξία κι αν γίνει, έχει πολύ μεγάλο κόστος.

Απολαμβάνεις την επιτυχία;
Πολύ συχνά μου λένε: «εσύ που έχεις κάνει τόσα πράγματα, έχεις πάει στην Αβινιόν, στην Επίδαυρο, στην Στέγη πρέπει να είσαι πολύ χαρούμενος». Επειδή πολλά από αυτά τα πράγματα ήρθαν και με βρήκαν σε πολύ νεαρή ηλικία χωρίς να το διεκδικήσω, βρέθηκα κάποιες φορές υπό το κράτος του πανικού.
Έχει κόστος ο τρόπος με τον οποίο αφοσιώνεσαι. Συχνά νιώθεις πολύ πιο μικρός από τα πράγματα. Πολλά από αυτά που έχω κάνει δεν τα έχω απολαύσει επειδή εκείνη τη στιγμή αναμετριόμουν με τον εαυτό μου για το αν μπορώ να τα καταφέρω. Το «νέος και επιτυχημένος» είναι βιτρίνα, είναι μια κατασκευή. Μπορεί να έχω αρπάξει τις ευκαιρίες και να έχω χαρεί, αλλά την ίδια στιγμή η τόση πολλή δουλειά και οι τόσο μεγάλες κλίμακες κοστίζουν ψυχικά.

Τι έχεις θυσιάσει για τη δουλειά;
Η δουλειά μου κόστισε σε προσωπικό επίπεδο, σε σχέση με την πιθανότητα του ελεύθερου χρόνου. Δεν είμαι λάτρης του ελεύθερου χρόνου, ήθελα πάντα να έχω ένα σημείο αναφοράς, μια πίστη, το διεκδίκησα και χαίρομαι που μου συμβαίνει. Το θέατρο ήταν πάντα καταφύγιο για μένα και χαίρομαι που ακόμα είναι, απλώς οι αντοχές μου δεν είναι πια οι ίδιες. Έχω κάνει έναν κύκλο και τώρα θέλω να δω το από εδώ και πέρα. Δεν με τρομάζει πια η ιδέα του κενού. Ξέρω πως θα συνεχίσει να με ανατροφοδοτεί η σκέψη συγγραφέων, οι συναντήσεις με κάτι διαφορετικό. Αυτά είναι πράγματα που σε κρατάνε ζωντανό σε μια κοινωνία που είναι λίγο πεθαμένη. Μου δίνουν ζωή, ενέργεια και έμπνευση αλλά παράλληλα θέλω να έχω χρόνο για μένα.

«Οι Νεφέλες λένε φέραμε τους ανθρώπους αντιμέτωπους με τα ερωτήματά τους. Ακούγονται σαν τη φωνή της συνείδησης. Ο Σωκράτης επισημαίνει ότι δεν είναι σαν τα σύννεφα, είναι σαν γυναίκες γίνονται ό,τι θελήσουν. Γίνονται αυτό που θέλει ο Στρεψιάδης αλλά και αυτό που θέλουν εκείνες για να του δείξουν ποιος πραγματικά είναι. Αυτός είναι ένας φοβερός μηχανισμός».

Πού θα πας διακοπές;
Εκεί που πάω εδώ και οχτώ χρόνια, στην Ανάφη. Εκεί, μπορεί να πετύχεις τους πάντες αλλά και κανέναν.

Έχεις δώσει πολλές συνεντεύξεις. Υπάρχει κάτι που δεν το έχεις εκμυστηρευτεί ποτέ;
Την πολύ μεγάλη αγάπη που έχω για τον ανιψιό μου. Είναι πέντε ετών και απολαμβάνω να παίζω μαζί του. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα αντιδρούσα έτσι μαζί του. Μου ενεργοποίησε ένα πολύ τρυφερό φίλτρο, μια ευαισθησία και χαρά.

Θα έκανες ή θα υιοθετούσες ένα παιδί;
Παλιότερα θα το απέκλεια, τώρα όχι, όπως και την ιδέα ενός κατοικίδιου. Έχω αγωνία αν μπορώ να φροντίσω κάποιον όσο πρέπει, ίσως επειδή έχω συνηθίσει να έχω έναν δικό μου ιδιότροπο χρόνο.

Ποιες είναι οι ουσιαστικές αλλαγές που έχουν συμβεί στη ζωή σου με τα χρόνια;
Συνήθως όταν κάτι με τραυματίσει λίγο παίρνω τεράστια απόσταση, κόβω επαφή κυρίως από φόβο. Υπάρχουν στιγμές που ξυπνάνε μέσα μου παιδικές ανασφάλειες και σκέφτομαι ότι μπορεί να έχω την ευθύνη δεκατριών ηθοποιών και δέκα ακόμα συντελεστών, να μπορώ να εκτονώνω μια κατάσταση στη δουλειά, αλλά μετά να είμαι απολύτως παράλυτος να αντιμετωπίσω την υπόλοιπη ζωή. Πλέον τα καταφύγια που έχω φτιάξει δεν μου φτάνουν· πρέπει να προλάβω λίγο και τη ζωή, θέλω να βιώσω κι άλλα πράγματα.

Στις «Νεφέλες» ο Στρεψιάδης ζητά από τον Σωκράτη να του μάθει να αντιμετωπίζει τους δανειστές του, αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να μεγαλώσει η απαισιοδοξία του και να οδηγηθεί σε μια ακραία πράξη. Εσύ θα έκανες κάτι ακραίο;

Αν νιώσω να προσβάλουν εμένα ή κάποιον δικό μου, μπορώ να ακυρώσω έναν άνθρωπο και καταστρέψω τελείως μια συνθήκη. Πιστεύω πως η πράξη του Στρεψιάδη δεν είναι λύτρωση. Ο Αριστοφάνης σ’ αυτό το σπουδαίο έργο προσπάθησε να κρίνει τους Σοφιστές ως κάποιους που μαθαίνουν να εξαπατούν τους ανθρώπους, και ο Στρεψιάδης καίει το φροντιστήριο όταν συγκρούεται με το γιο του, ο οποίος του απαντάει με νόμους της φύσης και όχι με νόμους συντηρητισμού και κανόνες.
Ωστόσο, αυτό που κάνει ο Αριστοφάνης στο τέλος μαρτυρά μια δική του αιώρηση. Οι Νεφέλες έρχονται ξαφνικά και μπορούν να γίνονται ό,τι θελήσουν. Μεταμορφώνονται και μεταμορφώνουν, έρχονται ως μια φοβερή ουτοπία και λυρισμός και με όλες αυτές τις μεταμορφώσεις ο Αριστοφάνης φαίνεται ότι παρότι έγραψε την κωμωδία για να καυτηριάσει και να επικρίνει την ίδια στιγμή αναρωτιέται μήπως είναι σωστό αυτό που λένε. Για μένα αυτό που κάνει ο Στρεψιάδης δεν είναι μόνο μια πράξη εκδίκησης είναι και μια πράξη καταστροφής δικής του. Κι εκεί βρίσκεται όλο το νόημα του έργου.

Τι θέλεις να δείξεις μέσα από την παράσταση;
Οι «Νεφέλες» είναι ένα έργο όλο αντιφάσεις και σου γλιστράει από χίλιες πλευρές, προσβάλλει το ζήτημα της σοφίας και της γνώσης. Το τι απαντήσεις θα δοθούν είναι πλέον θέμα του δέκτη. Ακούς φράσεις όπως το: «Διαρκώς τυλίγεις τον εαυτό σου γύρω από τη σκέψη σου, μην το κάνεις, άσε τον εαυτό σου να πετάξει ελεύθερος και τη σκέψη να πετάξει στον αέρα και απλά δέσε μια χρυσή κλωστή στο πόδι για να μπορείς να την πιάσεις». Αυτό δεν είναι ένα κωμικό τέχνασμα, και δεν χρησιμοποιώ κωμικά τεχνάσματα στην παράσταση.
Από τη μια ασχολούνται με το πέταγμα του ψύλλου και από την άλλη με το πώς η σκέψη θα ξεκολλήσει από τη γη για να μπορέσει όντως να ανοίξει και να δει πιο σφαιρικά κάτι. Γίνεται ένα μάθημα για τον κόσμο σε μια εποχή όπου όλα εξηγούνταν μόνο μέσα από το Θεό.
Οι Νεφέλες λένε φέραμε τους ανθρώπους αντιμέτωπους με τα ερωτήματά τους. Ακούγονται σαν τη φωνή της συνείδησης. Ο Σωκράτης επισημαίνει ότι δεν είναι σαν τα σύννεφα, είναι σαν γυναίκες γίνονται ό,τι θελήσουν. Γίνονται αυτό που θέλει ο Στρεψιάδης αλλά και αυτό που θέλουν εκείνες για να του δείξουν ποιος πραγματικά είναι. Αυτός είναι ένας φοβερός μηχανισμός.

Σε ποιο σκηνικό χώρο συμβαίνουν όλα αυτά;
Ο σκηνικός χώρος που σχεδίασε η Κλειώ Μπομπότη έχει μια μικρή χαραμάδα. Είναι ένα σαν ένα κουτί το οποίο σιγά σιγά ανοίγει και αποκαλύπτει πράγματα. Ουσιαστικά από το μικρό πας στο μεγάλο. Από τη ρωγμή που ανοίγει βγαίνουν κάποια όντα που έχουν απόλυτα ανθρώπινη μορφή, αλλά ως σύνολο είναι σαν ένας θίασος έτοιμος να απεκδυθεί τα πάντα και να πει στον Στρεψιάδη «κι εμείς σαν κι εσένα είμαστε, απλώς κάναμε αυτό το παιχνίδι».

Είναι πολύ εντυπωσιακές μέσα στα κοστούμια τους η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και η Θεοδώρα Τζήμου ενσαρκώνοντας τον Δίκαιο και τον Άδικο λόγο.
Είναι οι φορείς του Λόγου, τα δύο αντίθετα που βγαίνουν μέσα από τη ρωγμή και κάνουν έναν μεγάλο αγώνα επιχειρημάτων. Ή μία αντιπροσωπεύει ένα πιο κλειστό σύστημα και η άλλη ένα πιο ανοιχτό. Ακούγοντας σήμερα τον Δίκαιο λόγο, είναι πιθανό να τον θεωρήσουμε συντηρητικό. Είναι ένα πρωταγωνιστικό ντουέτο καθοριστικό και καθοριστική είναι η επίδρασή του στην εξέλιξη της ιστορίας με τα ερωτήματα που θέτει καθεμία τους.

Και εδώ έχεις επιλέξει σπουδαίους ηθοποιούς με τους οποίους συνεργάζεσαι σταθερά. Τι είναι αυτό που μετράς στις συνεργασίες σου;
Πέρα από το ταλέντο, με ενδιαφέρει η προσωπικότητα του ηθοποιού. Είναι συγκινητικό το πόσο απασχολεί η παράσταση τον Γιώργο Γάλλο. Είναι τόσο βαθιά χωμένος σ’ αυτό και τόσο καλός συνεργάτης που βοηθά στο να προχωράει η διαδικασία, αυτό κάνει και ο Χρήστος Λούλης. Συνεργάζομαι μαζί τους πολύ συχνά, δεν μπορώ να τους αποχωριστώ.
Ο ηθοποιός πρέπει να ταιριάζει πολύ με τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τη διαδικασία μιας παράστασης. Από το πρώτο έτος της σχολής, ο Τάσος Μπαντής μάς έλεγε: « Αν δεν σκέφτεστε τους άλλους πρώτα και μετά τον εαυτό σας, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνετε αυτήν τη δουλειά». Ως σκηνοθέτης το θέμα δεν είναι η διαφωνία και το πώς να δυσκολέψεις κάποιο. Το θέμα είναι να υπάρξει η καλώς εννοούμενη σύγκρουση για να προκύψει κάτι γόνιμο. Και ο Νίκος Καραθάνος είναι μία ιδιαίτερη περίπτωση και είναι θαυμαστό το ότι ενώ είναι και, σκηνοθέτης έρχεται με σεβασμό και με τον τρόπο του βοηθά να προχωρήσουν τα πράγματα. Είμαι ενθουσιασμένος με τον τρόπο που δουλεύει ως ηθοποιός.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα