Κριτική

Βρικόλακες

Από -

Μια παράσταση με τη φτια­ξιά του ωραίου, παλιού θεάτρου, μοντέρνες προθέσεις, αλλά σπασμωδικές ερμηνείες, δίχως το υποκριτικό μέγεθος που αρμόζει. Το σημαντικό είναι πως η συγκλονιστική αυτή οικογενειακή τραγωδία­ έρχεται­ από το μακρινό 1881 για να χλευάσει την οξεία ­συντηρητικοποίηση της ­εποχής μας.

Ο Ερρίκος Ίψεν ήταν 53 ετών όταν έγραψε τους «Βρικόλακες» (1881), αποδεικνύοντας πως παραμένει εξίσου επαναστατικός όσο και στη νιότη του: ένας πρωτοπόρος εισηγητής νέων και ρηξικέλευθων ιδεών για το θέατρο (και τη ζωή), ένας αρνητής των υποκριτικών ηθών και κοινωνικο-θεολογικών κανόνων, ένας ανατρεπτικός στοχαστής. Σοκαρισμένοι οι συντηρητικοί θεατές της εποχής του, θεώρησαν πως με τους «Βρικόλακες», όπως εξάλλου και με το προηγούμενο έργο του, το «Κουκλόσπιτο», ο Ίψεν βάλλει κατά του θεσμού της οικογένειας αλλά και της θρησκείας και λοιδορεί τα θεμέλια της πολιτισμένης κοινωνίας.
Γράφοντας για την οικογένεια Άλβινγκ, δηλαδή για έναν διεφθαρμένο πατέρα, μια δειλή μητέρα, τον καταραμένο γιο τους, τη σύφιλη που κληροδοτείται από τον πατέρα στον γιο και την ύπαρξη μιας ετεροθαλούς κόρης από την υπηρέτρια του σπιτιού, ο Ίψεν σοκάρισε τους σύγχρονούς του, καθώς «αποκάλυψε στο φόρουμ της σκηνής την υποκρισία της αστικής οικογενειακής ζωής», όπως σημειώνει η ερευνήτρια Erika Fischer-Lichte. Καταλυτικό ρόλο στη συντριβή των Άλβινγκ παίζει, βέβαια, εκτός από τη σπειροχαίτη της σύφιλης και η πουριτανική ηθικολογία, την οποία πρεσβεύει με τους πύρινους λόγους του ο πάστορας Μάντερς.
Το τραγικό είναι ότι ακούγοντας σήμερα­ τον Μάντερς, ο οποίος αποκαλεί­ «απροκάλυπτη ανηθικότητα τα παιδιά εκτός γάμου» και καγχάζει πως «έτσι ξεκινούν οι επαναστάσεις: όταν ο άνθρωπος αναζητά την ευτυχία του», γνωρίζεις πως –δυστυχώς– πληθαίνουν ξανά αυτές οι οπισθοδρομικές φωνές που διακηρύσσουν με το ίδιο μένος τέτοιες συντηρητικές ιδέες-βρικόλακες, στοιχειώνοντας άτομα και κοινωνίες και καταδικάζοντας οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις δεσμευτικές νόρμες. Συμπέρασμα; «Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα» εξίσου με την προσκόλληση στη συντήρηση, στον ψυχαναγκαστικό καθωσπρεπισμό και στο μύθο ενός ιδανικού αστικού φαίνεσθαι.

Διατηρώντας μόνο την επίφαση­ του κλασικού θεάτρου (το πιάνο­ με την ουρά, ο μετρονόμος, οι φθαρμένοι τοίχοι, οι μακριές κουρτίνες) και αποζητώντας από τους ηθοποιούς νευρώδεις ερμηνείες, ταγμένες στο όραμα της παρουσίασης ενός δράματος ιδεών με καίρια ηθική ένταση, ο Στάθης Λιβαθινός σκηνοθέτησε το συγκλονιστικό αυτό έργο με θολές προθέσεις και σπασμωδικό τρόπο. Έχοντας μεν στα χέρια του την εξαιρετική μετάφραση του Γιώρ­γου Δεπάστα και μια πολλά­ υποσχόμενη διανομή, έστησε κάθε σκηνή τονίζοντας το χάσμα γενεών και τη διάσταση των συγκρουόμενων κόσμων που πρεσβεύουν οι ήρωες.
Η παράστασή­ του έχει μεν ατμόσφαιρα αλλά όχι και την προσοχή στη λεπτομέρεια, την οποία το έργο διακαώς αποζητά. Κάθε ηθοποιός υπερασπίζεται με θέρμη, αλλά σχηματικά το ρόλο του. Υπερβολική στη σκηνική της συμπεριφορά είναι η λαμπερή Μαρία Κίτσου (Ρεγκίνε), αληθοφανής, με μια έξυπνη γκροτέσκο νότα ο Γιώργος Κέντρος (Γιάκομπ), φλεγματικός στη μονομανία του ο Νίκος Χατζόπουλος (πάστορας), μετρημένη, αλλά ίσως αδικαιολόγητα ψύχραιμη η Μπέττυ Αρβανίτη (κ. Άλβινγκ), ενώ ο Κώστας Βασαρδάνης (Όσβαλντ), μολονότι στο τέλος είναι αποκαλυπτικός, δεν εμφορείται από την επίπλαστη ζωτικότητα που απαιτεί αρχικά ο ρόλος, ώστε η κατάληξή του να είναι πέρα για πέρα τραγική.