Κριτική

Βρικόλακες

Από -

Το πιο μοντέρνο, από μια άποψη, έργο του Ίψεν, που καταδεικνύει τις δραματικές συνέπειες του καθωσπρεπισμού και της κοινωνικής υποκρισίας, δίνει το βήμα στον Δημήτρη Καραντζά για μία ακόμη ιδεολογικά σαφή και αισθητικά άρτια παράσταση.

Οι δουλειές του Δημήτρη Καραντζά όλο και περισσότερο εξελίσσουν την εικαστική ευγλωττία τους: το σκηνικό των «Βρικολάκων» είναι ένα σύνολο από προθήκες όπου φυλάσσονται μερικά οικιακά αντικείμενα: μία πίπα (του αποθανόντα κύριου Άλβινγκ), ένα βιβλίο, από αυτά με τις «νέες ιδέες» που έχουν διαφθείρει την πρότερη ηθική της κυρίας Άλβινγκ, ποτήρια, που θα φιλοξενήσουν τη σαμπάνια για να εορτασθεί η προσωρινή είσοδος της Ρεγκίνε στην οικογένεια Άλβινγκ, ένα πικάπ, στο οποίο καταφεύγει συχνά ο Όσβαλντ. Δεν είναι μόνο ότι το σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη εγκλωβίζει μέσα του αυτά τα χαρακτηριστικής σημειολογίας αντικείμενα, αλλά ότι το ίδιο λειτουργεί ως οπτικοποίηση των ζητούμενων του έργου. Παραπέμποντας σε μουσείο, εικονογραφεί ένα κοινωνικό δράμα που σχολιάζει τις –εξαιρετικά επικίνδυνες– αντιλήψεις περί ηθικής και κοινωνικού καθωσπρεπισμού, που για κάποιους πρέπει να προστατεύονται ως πολύτιμα κειμήλια αλλά ταυτόχρονα εκτίθενται στο φως, ενώπιον της κριτικής μας.

Σημαντικός εκφραστής κοινωνικών απόψεων με τα έργα του –κάτι που εξηγεί το γεγονός πως ο πυρήνας πολλών μοντέρνων και μεταμοντέρνων παραστάσεων που έχουν παρουσιαστεί στην Ευρώπη βρίσκεται σε κάποιο ιψενικό δράμα– ο Ίψεν στους «Βρικόλακες» θέτει στο στόχαστρό του τον κοινωνικό καταναγκασμό που οδηγεί μια γυναίκα να παραβλέπει, από «συζυγικό καθήκον», την έκλυτη ζωή του συζύγου της. Οι βρικόλακες του έργου είναι αυτές οι αραχνιασμένες ιδέες που ταλάνισαν τη ζωή της κυρίας Άλβινγκ, ιδέες τις οποίες υπερασπίζεται σθεναρά ως θεματοφύλακας της ηθικής ο Πάστορας Μάντερς, και που δεν καταδίκασαν μόνο την ίδια σε μια ζωή δυστυχίας και υποκρισίας αλλά στέρησαν από τον γιο της Όσβαλντ την ευκαιρία να ζήσει μια υγιή ζωή.

Η παράσταση που υπογράφει ο Καραντζάς απάλλαξε το έργο από τα νατουραλιστικά του «βάρη» και μας το παρέδωσε ως ακραιφνές δράμα ιδεών. Πάνω στη σκηνή, τα πάντα μοιάζουν απογυμνωμένα· από το σκηνικό των διάφανων γεωμετρικών σχημάτων, τις σύντομες, σχεδόν χωρίς μελωδία μουσικές παρενθέσεις του Δημήτρη Καμαρωτού έως τις λιτές –αλλά εις βάθος– ερμηνείες. Ακόμη και τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη που φέρουν ένα εκτόπισμα περασμένων εποχών, ξεχωρίζουν για τις καθαρές γραμμές και τη μονοχρωμία τους.

Για την κίνηση των ηθοποιών, ο Τάσος Καραχάλιος επέλεξε ένα ελαφρύ αλλά ευδιάκριτο στιλιζάρισμα που τους έκανε λιγότερο «ανθρώπινους» και εμπόδισε την επικράτηση του συναισθηματισμού· η μελετημένη ανάγνωση των ρόλων, όμως, και, ακολούθως, οι σπουδαίες ερμηνείες των ηθοποιών προσέδωσαν στα πρόσωπα την απαιτούμενη σκηνική πειθώ. Βέβαια, αυτό που μένει στη σκηνή είναι περισσότερο ο ιδεολογικός σκελετός του έργου, απογυμνωμένος από τους θεατρικούς χυμούς με τους οποίους το ζύμωσε ο δημιουργός του, ενώ, επιπροσθέτως, αυτό που λείπει από την άρτια εκτελεσμένη ιδέα είναι η κλιμάκωση του ρυθμού και των εντάσεων.

Από εκεί και πέρα, έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πλέον αξιοσημείωτα ιψενικά ανεβάσματα των τελευταίων χρόνων. Ως προς αυτό, αξίζει να προταθεί η ερμηνεία του ρόλου της Ρεγκίνε· η Ιωάννα Κολλιοπούλου σε μια αληθινά σπουδαία της στιγμή έπλασε, προφανώς κατόπιν σκηνοθετικής καθοδήγησης, τη σκληρή και υπολογιστική νεαρή γυναίκα, μακριά από κάθε ίχνος «γλυκερής» απεικόνισης ενός ρόλου που κρύβει πολύ μεγαλύτερο κυνισμό απ’ ό,τι τείνει να θεωρείται. Η Ρένη Πιττακή έδειξε εξαιρετική υποκριτική ευλιγισία στη σκιαγράφηση της κυρίας Άλβινγκ, μιας γυναίκας που εναντιώνεται πια στα δεσμά του κοινωνικού καταναγκασμού της αλλά συντρίβεται υπό το βάρος των συνθηκών που δημιούργησαν οι πρότερες επιλογές της.

Ο Όσβαλντ του Μιχάλη Σαράντη, το δραματικότερο θύμα του κοινωνικού καθωσπρεπισμού στο έργο, ορθώς διαχωρίστηκε ερμηνευτικά από τους υπόλοιπους, υιοθετώντας μία σαφώς σωματικότερη και πλαστικότερη ερμηνευτική γλώσσα, ενάντια, π.χ., στη δικαιολογημένα «ξύλινη» παρουσία του Ακύλλα Καραζήση στο ρόλο του Πάστορα Μάντερς. Ο Κώστας Μπερικόπουλος έπλασε τον Έγκστραντ όσο «κωμικό» απαιτεί ο ρόλος, καταδεικνύοντας τις ηθικές αποχρώσεις του χαρακτήρα του. Οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου ολοκληρώνουν την εικαστική εικόνα της παράστασης, όπου όλα πρέπει «να βγουν στο φως» αλλά οι σκιές εξακολουθούν να βαραίνουν τα εναπομείναντα πρόσωπα του δράματος.

ΤΕΧΝΗΣ «ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ» Φρυνίχου 14, Πλάκα, 2103222464. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου