Κριτική

Βάτραχοι

Από -

Ίσως να μη γελάσετε όσο περιμένετε, τουλάχιστον όχι τρανταχτά, όμως αυτοί οι «Βάτραχοι» θα σας αγγίξουν ως τρυφερή χειρονομία και υπενθύμιση του μεγαλείου όσο και του εφήμερου της ζωής και της τέχνης, έτσι όπως παρουσιάζονται γεμάτοι λυρισμό, με λεπτότητα και πνευματώδες χιούμορ, ακόμη και με μια υφέρπουσα νότα μελαγχολίας, χωρίς επικαιροποίηση του κειμένου ή επιθεωρησιακή διάθεση. Το έργο, προϊόν της οργιαστικής αριστοφανικής φαντασίας, ακροβατεί μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, θνητότητας και αθανασίας, πεζότητας και ποίησης. Η δράση ξεκινάει από τον Πάνω Κόσμο και καταλήγει στον Άδη, οι ήρωες είναι θεοί, ημίθεοι και θνητοί, ποιητές, ιερείς αλλά και δούλοι, οι βάτραχοι συνομιλούν με τους ανθρώπους και τα λόγια των ποιητών μπαίνουν στο ζύγι. Η Αργυρώ Χιώτη πιάστηκε από αυτό το δημιούργημα που βάζει τη ζωή δίπλα στο θάνατο και αναδεικνύει την τέχνη υπεράνω μιας κούφιας επιβίωσης και ανέδειξε παραγνωρισμένες ποιότητές του, φώτισε πτυχές που δεν βλέπουμε συχνά από σκηνής, και μας αποκάλυψε έναν μελαγχολικό, σχεδόν «μπεκετικό» Αριστοφάνη - καθιστώντας την παράσταση σημείο αναφοράς στη σύγχρονη παραστασιογραφία του.

Η παράσταση είδε τον κόσμο των «Βατράχων» ως ένα παράδοξο μπουλούκι, ως μια πολύχρωμη ομάδα (κοστούμια: Άγγελος Μέντης) από τσιρκολάνους και θεατρίνους-κούκλες. Με κέντρο βάρους την τσουλήθρα-ράμπα του σκηνικού (Εύα Μανιδάκη), ξεδιπλώθηκε σαν παιχνίδι ισορροπίας, ακροβασίας και ταλάντευσης, με ιδιαίτερη σωματικότητα κυρίως από τους ηθοποιούς που πλαισίωναν τα βασικά πρόσωπα (ακροβατικά: Μανούκ Καρυωτάκης). Οι «Βάτραχοι» της Χιώτη της είχαν λεπτότητα, κομψότητα και μία εσωστρεφή διάθεση,χάρη στη μετάφραση (Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος), που δεν κατέφυγε σε φτήνιες, και στην καθοδήγηση των ηθοποιών, που ακόμη και στις σκηνές όπου επικρατούν η βωμολοχία και τα κωμικά γκαγκς, χαρακτηριζόταν από την εγκράτεια. Σε αυτό το πνεύμα, η Εύη Σαουλίδου ανέδειξε την κωμικότητα του δούλου Ξανθία χωρίς σκηνικό θόρυβο, με αξιοσημείωτη ηρεμία και εσωτερικότητα, ενώ η Μαρία Κεχαγιόγλου έπαιξε με την ανθρώπινη πλευρά του Διονύσου, αναδεικνύοντας τη σκεπτικιστκή και φιλοσοφική διάθεση του συγγραφέα. Δικό τους κώδικα επικοινωνίας ανέπτυξαν οι Νίκος Χατζόπουλος και Ακύλλας Καραζήσης, αποδίδοντας με το προσωπικό τους ύφος την αντιδιαστολή ανάμεσα στον «σεβάσμιο» Αισχύλο και τον «αλανιάρη» Ευριπίδη, αντίστοιχα.

Παράλληλα, όμως, η εγκράτεια απέναντι στις κωμικές δυνατότητες του έργου όπως και η έλλειψη κλιμάκωσης (η παράσταση ξεκινάει και ολοκληρώνεται έχοντας την ίδια ενέργεια και σκηνική θερμοκρασία) εμποδίζουν την καλύτερη επικοινωνία της με τους θεατές. Σε αυτή τη δυσχέρεια επικοινωνίας συνετέλεσε μάλλον καθοριστικά το μέγεθος του επιδαύρειου θεάτρου: ο σχετικά ολιγομελής θίασος δεν φάνηκε αρκετός ώστε να το γεμίσει, παρά τις επιδόσεις του (στους υπόλοιπους ρόλους είδαμε τους Μιχάλη Βαλάσογλου, Μανούκ Καρυωτάκη, Ευθύμη Θέου, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Χαρά Κότσαλη, Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Αντώνη Μυριαγκό και Σπύρο Μάστορα), ενώ ούτε η εξαιρετική μουσική (Jan Van Angelopoulos), που εμπλούτισε με τζαζιές, ρεμπέτικα και σαββοπουλικά ακούσματα τα σκηνικά δρώμενα, κατάφερε να επιβληθεί στη μεγάλη ανοιχτή σκηνή.

Η παράσταση παίχτηκε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και θα επαναληφθεί στο Ηρώδειο, στις 7/9.

banner