Συνέντευξη

Βασίλης Μπισμπίκης: «Μεγάλωσα μέσα στο λούμπεν. Λατρεύω τους ανθρώπους που σπάνε τους φραγμούς»

Από -

Λάτρης του ακραίου ρεαλισμού, του άρεσε να προκαλεί από την εποχή που ήταν έφηβος πανκ στο Λουτράκι και φέτος το καταφέρνει και με το παραπάνω τόσο με το «Άνθρωποι και Ποντίκια», την sold-out παράσταση - talk of the town της περσινής σεζόν (Βραβείο Σκηνοθεσίας και Καλύτερης Παράστασης στα Θεατρικά Βραβεία Κοινού του «α»), όσο και με τον «Πατέρα», όπου «ξεσκουριάζει» τον Στρίντμπεργκ. Ετοιμάζεται, μάλιστα, να ξανανάψει τα «Κόκκινα Φανάρια» στήνοντας ένα «τραβεστομάγαζο» στο Βοτανικό και αναβιώνοντας έναν κόσμο που νιώθει δικό του. Και ενώ όλοι μιλούν για τον Βασίλη Μπισμπίκη κι εκείνος διαβάζει έργα για να αποφασίσει τι θα σκηνοθετήσει του χρόνου στο Εθνικό, αυτό που λαχταρά η ψυχή του είναι να ζήσει τρεις μήνες στα βουνά του Αποκόρωνα με τους βοσκούς φίλους του, όπως εκμυστηρεύεται στη Μαρία Κρύου.

Πόσα χρόνια κάνεις θέατρο;
Μπήκα στο θέατρο στα 24 μου και σπούδασα υποκριτική στη Δραματική Σχολή της Μαίρης Βογιατζή Τράγκα στα Εξάρχεια.

Ποια ήταν η ζωή σου πριν μπεις στη θεατρική πίστα;
Είμαι πλέον 42 ετών και ώρες, ώρες νιώθω πολύ κουρασμένος. Δεν είχα εύκολη ζωή, νιώθω να ωρίμασα πολύ γρήγορα. Μεγάλωσα σε μια επαρχιακή πόλη, το Λουτράκι, κι αυτό δεν ήταν εύκολο για ένα ανήσυχο παιδί σαν κι εμένα. Άκουγα Sex Pistols, ήμουν πανκ με ένα μπλε λοφίο στο κεφάλι, φορούσα σκουλαρίκια και είχα τατουάζ. Με λίγα λόγια ήμουν δακτυλοδεικτούμενος και γεμάτος οργή. Μου άρεσε από τότε να προκαλώ. Έκανα παρέα με άτομα μεγαλύτερα σε ηλικία από εμένα γιατί είχα πάντα μία ανησυχία, έψαχνα το κάτι παραπάνω. Άφησα το σχολείο στην τρίτη γυμνασίου και προτιμούσα να διαβάζω εξωσχολικά, κυρίως πολιτικά βιβλία κληρονομιά από τον παππού μου. Ένιωθα ότι το το σχολείο μου όριζε τη σκέψη, ήθελε να με κάνει ρομποτάκι και σε αυτή τη σκέψη σίγουρα με επηρέαζαν και, τα βιβλία που διάβαζα. Μεγαλώνοντας δούλεψα σε μαγαζιά ως σερβιτόρος, μπάρμαν και πορτιέρης, είδα από κοντά τον κόσμο της νύχτας και του περιθωρίου.

Οπότε με ένα τρόπο οι λούμπεν χαρακτήρες που συνάντησες σε κάποια έργα τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο σου ήταν οικείοι;
Μεγάλωσα μέσα στο λούμπεν και το αναγνωρίζω ως μία πραγματικότητα. Κάτι που δεν συμβαίνει με τους περισσότερους ανθρώπους. Το λούμπεν έχει πολλές σκάλες: υπάρχουν τα πρεζάκια, οι τελειωμένοι, οι πόρνες, οι τραβεστί, η μαφία και οι πιο μποέμ τύποι. Αυτό που με γοητεύει σε αυτούς τους ανθρώπους είναι ότι έχουν ζήσει μια ζωή λίγο ακραία, έχουν φύγει έξω από τις νόρμες. Λατρεύω τους ανθρώπους που σπάνε τους φραγμούς. Η στάση τους αυτή δείχνει το πάθος για ζωή αλλά κι ένα βαθύ συναισθηματικό κόσμο, ο οποίος με συγκινεί ιδιαίτερα. Είναι κι αυτοί άνθρωποι που έκαναν όνειρα και κάποια από αυτά, ίσως και όλα ματαιώθηκαν. Τους βλέπω σαν προδομένα όνειρα.

«Την αποδοχή που θεωρητικά μπορεί να έψαχνα στη ζωή μου τώρα που την παίρνω βάζω τον εαυτό μου αντιμέτωπο μαζί της, είμαι επιφυλακτικός. Γι' αυτό και δεν θα την ψωνίσω πότε. Ξέρω ότι όλα αυτά γύρω από την επαγγελματική επιτυχία είναι υποκατάστατα της ευτυχίας δεν είναι η αληθινή ευτυχία».

Ποιος άνθρωπος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή σου σε κρίσιμες στιγμές;
Είχα πάντα φίλους μεγαλύτερους σε ηλικία από εμένα και με βοήθησαν να επιβιώσω μέσα στον ιδιαίτερο κόσμο που ζούσα. Μου έδειξαν πως μέσα σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν αξίες και μια ανήθικη ηθική που με βοήθησε να επιβιώσω. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κινδύνεψε η ζωή μου αλλά κατάφερα να επιβιώσω.

Η Μαρίνα Ασλάνογλου, ο Τάσος Ιορδανίδης και ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης στον «Πατέρα» του Βασίλη Μπισμπίκη
Η Μαρίνα Ασλάνογλου, ο Τάσος Ιορδανίδης και ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης στον «Πατέρα» του Βασίλη Μπισμπίκη

Όλοι οι δραματικοί ήρωες βιώνουν μια δύσκολη ζωή. Ποια είναι τα τραύματα που κουβαλούν οι ήρωες στα έργα που σκηνοθετείς φέτος;
Στον «Πατέρα» του Στρίνμπεργκ, ο Ίλαρχος, τον οποίο ερμηνεύει ο Τάσος Ιορδανίδης δηλώνει την απόρριψη της μάνα του και την αναζητά απευθείας στη πρόσωπο της Λάουρα, την οποία ερμηνεύει η Μαρίνα Ασλάνογλου στην παράσταση του Αποθήκη. Όταν δεν έχεις πάρει αποδοχή σε μικρή ηλικία δεν θα πας να ψάξεις να την βρεις στους γονείς σου, ψάχνεις να τη βρεις από άλλους ανθρώπους. Στο «Άνθρωποι και Ποντίκια» που παίζεται για δεύτερη χρονιά στο Cartel όλοι οι ήρωες του έργου είναι βαθιά τραυματισμένοι και κάποιοι μάλιστα δεν το συνειδητοποιούν. Έχει σημασία για μένα, τα τραύματα να φανερώνονται μέσα από το ψάξιμο των χαρακτήρων και να μη τα κρύβουμε στο θέατρο.

«Άνθρωποι και Ποντίκια» στο Cartel
«Άνθρωποι και Ποντίκια» στο Cartel

Ως σκηνοθέτης βασίζεσαι στον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών;
Αυτό που λέμε εσωτερικό παίξιμο δε μου λέει κάτι στο θέατρο. Ζητώ από τους ηθοποιούς να γράψουν βιογραφικά των ηρώων που καλούνται να ενσαρκώσουν. Θέλω να μπουν στη θέση τους και να ψάξουν ποια είναι η σχέση τους με τους άλλους. Το 80% του κειμένου γεννιέται μέσα από τα βιογραφικά και το καταπληκτικό είναι ότι το έργο γίνεται κτήμα του ηθοποιού, γίνεται βίωμα. Όταν ανεβαίνει πάνω στη σκηνή δεν πλασάρει απλά τα λόγια, όλα βγαίνουν πηγαία. Δεν θέλω οι ηθοποιοί να θυμούνται τα λόγια αλλά το θέμα. Τους ζητάω να ενεργοποιηθούν και να ενεργοποιήσουν κι εμένα. Είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση γιατί ποτέ δεν ξέρουμε τι θα πει ο συμπρωταγωνιστής μας σε κάθε παράσταση.

«Θα ήθελα να ζήσω στην Κρήτη για τρεις μήνες στα βουνά του Αποκόρωνα με τους βοσκούς φίλους μου. Εκεί είναι η ψυχή μου, αυτό είναι η ψυχοθεραπεία μου».

Θα μπορούσες να κάνεις μια κλασική παράσταση χωρίς προσθήκες στο υπάρχον κείμενο ενός έργου;
Το έκανα στη «Δεσποινίδα Τζούλια» του Στρίντμπεργκ. Την έφερα σε ένα γκαράζ στο Βοτανικό κράτησα το κείμενο αλλά είδα ότι δε με ενδιαφέρει να φτιάξω ένα σύγχρονο περιβάλλον και οι ήρωες να μην μιλάνε σαν εσένα. Μ’ αρέσει ο πυρήνας των κλασικών έργων και τα θέματα τους αλλά θεωρώ ότι θέλουν ξεσκούριασμα για το καλό του συγγραφέα. Έχουν τακτ οι κλασικοί συγγραφείς και δεν λένε απόλυτα αυτό που θα ήθελα να πουν. Αν ο Ίψεν για παράδειγμα ζούσε σήμερα δεν θα τα έγραφε όπως τα έγραψε. Βέβαια, όλα αυτά ισχύουν αν δεν θέλεις να κάνεις μια παράσταση εποχής. Σε μια τέτοια παράσταση θεωρώ ότι ο θεατής παίρνει απόσταση δεν μπορείς να τον φέρεις σε άμεση ταύτιση με αυτό που συμβαίνει πάνω στη σκηνή. Θέλω να δημιουργήσω σοκ στο θεατή, θέλω να τον ενεργοποιήσω, να πάρω την καρδιά του και να την ξεσηκώσω.

Συμμερίζεσαι την άποψη πολλών ότι το θέατρο που προτείνεις ακουμπά στο νατουραλισμό;
Δεν θεωρώ ότι το «Άνθρωποι και Ποντίκια» είναι νατουραλιστική παράσταση. Μπορεί να υπάρχει μία σκηνή που ως φόρμα παραπέμπει στο νατουραλισμό αλλά υπάρχουν κι άλλες φόρμες που μπορεί να είναι πιο ακραίες ή πιο εξπρεσιονιστικές. Στο νατουραλισμό δεν υπάρχει χρόνος θεατρικός κι εμείς έχουμε θεατρικό χρόνο πάνω στη σκηνή. Κυνηγάω να δούμε μία αλήθεια στην σκηνή όχι ρεαλιστική, κλισεδιάρικη. Μου αρέσει ο ακραίος ρεαλισμός και αυτό το κομμάτι το ψάχνω. Θέλω να δω πως πραγματικά είναι οι άνθρωποι στη ζωή τους όχι πως θέλει να το δεχτεί το κοινό.

Ο χώρος που δημιούργησες, το Cartel, είναι ο ιδανικός χώρος για να ζουν οι ήρωες που θέλεις να μας συστήσεις;
Το ένστικτό μου με οδήγησε σε ένα χώρο απομονωμένο, με ένα διαφορετικό κόσμο γύρω-γύρω και με έργα που να βρίσκονται πολύ κοντά σε αυτή τη συνθήκη. Τον ξεκινήσαμε με την Φαίη Τζήμα και τον Παναγιώτη Σούλη και από την πρώτη στιγμή είχα στο μυαλό μου να φτιάξω μια ομάδα ανθρώπων με τους οποίους θα ανέπτυσσα ένα κοινό υποκριτικό κώδικα. Ήθελα θα φτιάξω μια κολεκτίβα για ν’ ανεβάζουμε έργα με έντονο το κοινωνικό και πολιτικό στοιχείο και με τα χρόνια να έχει ένα καλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, οπότε ναι, το Cartel είναι το δεύτερο μου σπίτι.
Με την επιτυχία του «Άρη» και του «Άνθρωποι και Ποντίκια» νιώθεις ότι το πέτυχαν όλα όσα έθεσες ως στόχο;
Έτσι νομίζω. Το ξεκίνημα με τον «Άρη» μου έδωσε τρομερή χαρά, πολλή δύναμη και χρήμα για να ρισκάρω, για να μεγαλώσει η ομάδα και για να κάνουμε όλοι μαζί ακόμα μεγαλύτερα πράγματα. Κάπως έτσι είμαστε σε θέση ν’ ανεβάσουμε τη νέα χρονιά «Τα κόκκινα φανάρια» με δέκα έξι άτομα επί σκηνής σε ένα θέατρο χωρητικότητας εκατόν είκοσι ατόμων. Εξορισμού καταλαβαίνεις πως δε γίνεται να βγάλει κανείς χρήμα από αυτό αλλά εμείς θέλουμε να το κάνουμε.

Γιατί επέλεξες το συγκεκριμένο έργο;
Έψαχνα ένα έργο που θα μπορούσε να με ξαναγυρίσει στα δικά μου βιώματα. Ζώντας στο περιθώριο οι πουτάνες και τα τραβεστί είναι ένα κόσμος που έχω γνωρίσει, έχω αγαπήσει και με έχει αγαπήσει. Θέλω να μιλήσω γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Ξεκίνησα να διαβάζω το ερωτικό και πολιτικό συνάμα μυθιστόρημα «Τα μπλε καστόρινα παπούτσια» του Θανάση Σκρουμπέλου μια τοιχογραφία των σίξτις με φόντο το μαγαζί Χαβάη στην Πλατεία Καραϊσκάκη. Ήταν το πρώτο τραβεστομάγαζο της πόλης και από εκεί πέρασαν από τον Τρούμαν Καπότε και τον Τενεσί Ουίλιαμς μέχρι τραβεστί και πρώην χίτες. Ιδιοκτήτης ήταν ένας χίπις και το μαγαζί του έκλεισε λόγω ενός φόνου που έγινε. Διαβάζοντας το κείμενο θεώρησα ότι ήταν δύσκολο να φτιάξω μια θεατρική δομή κι έτσι η Νικολέτα Κοτσαηλίδου με την οποία συνεργαζόμαστε στο «Άνθρωποι και Ποντίκια» μου πρότεινε να κάνουμε «Τα κόκκινα φανάρια». Κρατάω την ωραία δομή του έργου με τους έρωτες και το μπολιάζω με τον κόσμο της Χαβάης και όχι μόνο. Θα στήσω ένα μπαρ κάτω και πάνω δωμάτια περίπου όπως τα περιγράφει το έργο. Θέλω να δείξω μία ανθρώπινη ιστορία προδομένων ερώτων. Θέλω ο θεατής να γνωρίσει τον κόσμο του περιθωρίου κι όταν την άλλη μέρα δει έναν τέτοιο άνθρωπο στο δρόμο να τον αντικρίσει με άλλο μάτι. Τα κείμενα τα κάνουμε όλοι μαζί μέσα από τη διαδικασία των βιογραφικών που προανέφερα. Τα σκηνικά και τα κοστούμια τα φτιάχνουμε όλα μόνοι μας. Θέλω να συμμετέχουν όλοι στη διαδικασία ως καλλιτέχνες, να δημιουργήσουν να μην λειτουργούν σαν όργανα, θέλω να είναι ευτυχισμένοι σε αυτό που κάνουν. Στην παράσταση συμμετέχουν ηθοποιοί, μη ηθοποιοί και ένας καραγκιοζοπαίκτης, ο Κωνσταντίνος Κουτσουμπλής. Από φέτος μάλιστα ο Κουτσουμπλής κάνει σταθερά παραστάσεις Καραγκιόζη στο Cartel.

Πως δένει ο Καραγκιόζης με την παράσταση;
Υπάρχει ένα κομμάτι στο οποίο κολλάει γάντι...θα το δείτε. Έχω αρρώστια με τον Καραγκιόζη από μικρός. Έφτιαχνα χάρτινες φιγούρες, έστηνα μπερντέ στη γειτονιά και έβγαζα χρήματα από τα εισιτήρια. Μου άρεσε επίσης το τσίρκο. Παρακολουθούσα τα πλανόδια σχήματα που ερχόντουσαν το καλοκαίρι, έκλεβα όποια νούμερα μπορούσα και στήναμε το δικό μας τσίρκο με τα παιδιά της γειτονιάς.

Η ελευθερία που αναζητάς στη ζωή και στην τέχνη σε έστρεψε στη σκηνοθεσία;
Ίσως ναι, όταν πας να μου φορέσεις κάτι δεν το αντέχω. Απογοητεύτηκα λίγο από τους σκηνοθέτες ένιωθα στριμωγμένος και δυστυχισμένος. Δεν ήθελα να νιώθω δυστυχισμένος μέσα στο Cartel που είναι ο δικός μου χώρος. Υπήρχε μια παλιότερη γενιά σκηνοθετών οι οποίοι έφτιαχναν ένα νοσηρό κλίμα. Πίστευαν ότι ο ηθοποιός πρέπει ψυχικά να υποφέρει για να μπορεί να δημιουργήσει τέχνη και μάλιστα δημιούργησαν ένα ρεύμα, μια μόδα εκείνη την εποχή. Εγώ πιστεύω ότι η τέχνη μόνο χαρά πρέπει να δίνει κι εγώ όταν βλέπω τη νοσηρότητα την κοπανάω.

«Θέλω ο θεατής να γνωρίσει τον κόσμο του περιθωρίου κι όταν την άλλη μέρα δει έναν τέτοιο άνθρωπο στο δρόμο να τον αντικρίσει με άλλο μάτι».

Ποιο έργο θα σκηνοθετήσεις στο Εθνικό το 2020-21;
Βασανίζομαι πραγματικά για το ποια θα είναι η επιλογή για το Εθνικό. Είναι πολύ μεγάλη ευκαιρία και πολύ τιμητικό να σκηνοθετήσω εκεί αλλά θα την βρω την άκρη. Διαβάζω συνέχεια κείμενα. Το πιο σημαντικό είναι να βρω ανθρώπους που να έχουμε κοινό κώδικα, που να καταλαβαίνω και να με καταλαβαίνουν, να μην έχουν πρόβλημα να κάνουμε τρελές.

Ποια πολιτική ή ποια φιλοσοφία έχει επηρεάσει τη ζωή σου;
Οι αναρχικοί και οι αριστεροί. Αγαπάω τους ανθρώπους και δεν θέλω να βάζω ταμπέλες. Μπορώ εύκολα να κάνω παρέα με έναν ζάμπλουτο αρκεί να έχει να μου πει κάτι.

Όταν σε απογοητεύσει κάποιος πως αντιδράς;
Έχω μεγάλο πρόβλημα με την προδοσία. Μπορώ να πέσω στη φωτιά για ένα φίλο κι επειδή δίνω μεγάλη αξία στη φιλία αν με προδώσει κάποιος κάνω πολύ εύκολα delete. Ακόμα και μέσα στην αλητεία είχα ηθική. Αν όμως μου δώσει κάποιος πιστολιά θα την φάει κι εκείνος.

Ο Βασίλης Μπισμπίκης στη νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς»
Ο Βασίλης Μπισμπίκης στη νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς»

Ένας από τους ανθρώπους με τους οποίους έχει συνεργαστεί είναι ο Γιάννης Οικονομίδης, μάλιστα πρωταγωνιστείς στη νέα του ταινία, την «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς». Τον θεωρείς φίλο σου;
Υπήρξε δάσκαλος για μένα τον παρακολουθούσα με μεγάλη προσοχή στα γυρίσματα. Έχει απίστευτο ένστικτο και παρατηρητικότητα. Έχουμε διαφορετικές ιδιοσυγκρασίες αλλά και πολλά κοινά. Αντιλαμβανόμαστε την τέχνη με έναν παρόμοιο τρόπο κι σε ένα βαθμό έχει επηρεάσει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της υποκριτικής μου. Τον αγαπάω είναι από τους σημαντικότερους ανθρώπους που έχω δίπλα μου.

«Θέλω να δημιουργήσω σοκ στο θεατή, θέλω να τον ενεργοποιήσω, να πάρω την καρδιά του και να την ξεσηκώσω».

Βλέπεις την επιτυχία ως πρόκληση;
Είναι πρόκληση να χαίρομαι την πρόκληση όσο πρέπει. Δεν χαίρομαι πάντα τα πράγματα όπως πρέπει. Και την αποδοχή που θεωρητικά μπορεί να έψαχνα στη ζωή μου τώρα που την παίρνω βάζω τον εαυτό μου αντιμέτωπο μαζί της, είμαι επιφυλακτικός. Γι' αυτό και δεν θα την ψωνίσω ποτέ. Ξέρω ότι όλα αυτά γύρω από την επαγγελματική επιτυχία είναι υποκατάστατα της ευτυχίας δεν είναι η αληθινή ευτυχία.

Θα εγκατέλειπες αυτά που κάνεις για να κάνεις κάτι άλλο ή να ζήσεις κάπου αλλού;
Αν μαζέψω αρκετά χρήματα σίγουρα θα δώσω μεγαλύτερες ελευθερίες στον εαυτό μου. Δεν θεωρώ σωστό στη ζωή ενός ανθρώπου την υπέρ δημιουργικότητα, πρέπει να παίρνεις και αποστάσεις. Θα ήθελα να ζήσω στην Κρήτη για τρεις μήνες στα βουνά του Αποκόρωνα με τους βοσκούς φίλους μου. Να τρώμε, να πίνουμε, να τραγουδάμε ριζίτικα τα βράδια κάτω από τα αστέρια. Εκεί είναι η ψυχή μου, αυτό είναι η ψυχοθεραπεία μου. Έπρεπε να είμαι εκεί, έπρεπε να είμαι βοσκός, αυτό νιώθω. Τους λατρεύω αυτούς τους ανθρώπους είναι αναρχικοί από φύσει όχι από θέσει. Έχουν μία αυτάρκεια, η ψυχή τους είναι μεγάλη και θαρραλέα.

© φωτογραφιών: Δημήτρης Τσίτσος.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα