Θέμα

Αυτοί είναι οι πιο πολυπαιγμένοι σύγχρονοι Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς

Τα έργα τους παίζονται συνεχώς στις σκηνές της Ελλάδας ακόμη και του εξωτερικού και όλοι μαζί απαρτίζουν το μωσαϊκό της ελληνικής δραματουργίας του 21ου αιώνα.

Άκης Δήμου

Ο παραγωγικότατος συγγραφέας, από το 1995 έχει υπογράψει περισσότερα από τριάντα θεατρικά έργα, κυρίως ολιγοπρόσωπα ή μονολόγους, ενώ έχει διασκευάσει και λογοτεχνικά κείμενα για τη σκηνή («Λωξάνδρα», «Πρώτη αγάπη» του Κονδυλάκη -με τίτλο «Όσα η καρδιά μου στην καταιγίδα», που είδαμε από τους Bijoux de Kant-, «Η μεγάλη πλατεία» του Μπακόλα, που παίχτηκε πρόσφατα στο ΚΘΒΕ, κ.ά.).

Βασικό χαρακτηριστικό της γραφή του είναι η συνεχής συνομιλία με τις θεατρικές και λογοτεχνικές καταβολές του: το τελευταίο του έργο, «Τα δάση στα γόνατα» (παρουσιάστηκε πέρυσι από τους Bijoux de Kant), αφορμάται από ένα επεισόδιο του «Παλαιού των ημερών» του Μάτεσι, όμως ήδη από το πρώτο του έργο, «…και Ιουλιέτα», ο σπόρος ήταν εκεί: με αφορμή το εμβληματικό έργο του Σέξπιρ, ο Δήμου έγραψε τον μονόλογο μίας σύγχρονης γυναίκας που ζει στη σκιά της μνήμης ενός μεγάλου έρωτα. Στα επόμενα, είδαμε την Ανδρομάχη, τη βασίλισσα της Τροίας, να φτάνει στην Ελλάδα αιχμάλωτη («Ανδρομάχη ή Τοπίο γυναίκας στο ύψος της νύχτας»), τη Μαργαρίτα Γκωτιέ να συνομιλεί με τον Ουγκό και τα τρία βασικά πρόσωπα της «Κυρίας με τις καμέλιες» («Η Μαργαρίτα Γκωτιέ ταξιδεύει απόψε»), ζήσαμε τον έρωτα της Μαρίας Πολυδούρη και του Κώστα Καρυωτάκη («Απόψε η μουσική»), παρακολουθήσαμε τη φανταστική συνάντηση του Τσέχοφ με την κεντρική ηρωίδα του «Βυσσινόκηπου» («Άσπρο ψωμί και μέλι»), αλλά και της λυρικής ποιήτριας Σαπφούς με τον Οδυσσέα Ελύτη («Αλμυρός ουρανός»), ακούσαμε τη φωνή του -αθέατου στο πρωτότυπο- ποιητή Σεμπαστιάν από το «Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» του Τενεσί Ουίλιαμς («Χλόη στα δάχτυλα»).

«Τα δάση στα γόνατα»
«Τα δάση στα γόνατα»

Μέσα από τα έργα του, ο Δήμου μιλάει για τη μοναξιά, την αναζήτηση ταυτότητας, την υπαρξιακή αγωνία, και ειδικά για τον -συχνά μοιραίο- έρωτα και τη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Η τελευταία τον απασχολεί σε έργα όπου τοποθετεί μόνο γυναικείους χαρακτήρες («… και Ιουλιέτα», «Ανδρομάχη», «Η Σάντρα στο φως», «Ντέστινυ», «Η αναγνώριση») αλλά και σε όσα εστιάζει στην καταλυτική γυναικεία παρουσία στην ανδρική καθημερινότητα («Τα λουλούδια στην κυρία»).

Χαρακτηριστικές είναι και οι κωμωδίες του, όπου με «σουρεαλιστικό» κάποιες φορές τρόπο, καταδεικνύει τα κακώς κείμενα της σύγχρονης Ελλάδας: η πιο δημοφιλής από αυτές, «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης», σατιρίζει οικεία ήθη και παθογένειες μέσα από μία ιστορία απίθανης οικογενειακής συγκέντρωσης στο σπίτι μίας μεγαλοαστής, το «Όθων και Ποθούλα» (το είδαμε πριν λίγα χρόνια σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή) διατρέχει με σατιρικό ύφος την ιστορία του νεοελληνικού κράτους, ενώ στο «Κενό αυτοπροσώπως», με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο: μια κωμωδία για την ήττα (το σκηνοθέτησε ο Κων/νος Ρήγος), ο Δήμου τοποθετεί τη δράση και τα πρόσωπα στο πολυτάραχο, πολιτικά, ελληνικό καλοκαίρι του 2015.

Γιάννης Καλαβριανός

Ο απόφοιτος της ιατρικής σχολής και του τμήματος θεάτρου του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ξεκίνησε ως ηθοποιός, αλλά αφοσιώθηκε στη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Μάλιστα, ασκεί παράλληλα τους δύο τομείς, καθώς πρωτοσκηνοθετεί τα έργα του, σαν να επιθυμεί να ολοκληρώσει τη συγγραφή τους με τη σκηνική πράξη. Το ταξίδι του ξεκίνησε με θόρυβο, καθώς η σατιρική κωμωδία «Εγώ είμαι το θείο βρέφος» που διαδραματίζεται στη Γαλιλαία το έτος 0 (παίχτηκε στο Θέατρο του Νέου Κόσμου το 2006) ξεσήκωσε τις αντιδράσεις μίας μερίδας αγανακτισμένων θρησκόληπτων και οδήγησαν τον ίδιο, μαζί με τους τέσσερις ηθοποιούς της παράστασης και τον καλλιτεχνικό διευθυντή του θεάτρου Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, στα δικαστήρια με την κατηγορία της προσβολής του θρησκευτικού συναισθήματος (από την οποία φυσικά απαλλάχτηκαν).

Δοκιμάστηκε στο είδος της σάτιρας για λίγο ακόμη, υπογράφοντας τις «Πρακτόρισσες», μία παρωδία των ταινιών δράσης (και πρόσφατα με το «Κουμ Κουάτ», μία παρωδία της δικτατορίας του 1967, που είδαμε επίσης στο Θέατρο του Νέου Κόσμου), αλλά γρήγορα στράφηκε σε διαφορετικό ύφος. Ο Καλαβριανός στα ιδιαίτερης ευαισθησίας έργα του ξεκινάει από μικρές, προσωπικές ιστορίες για να μιλήσει για τον Άνθρωπο και τις μεγάλες του ανησυχίες: το χρόνο, τον έρωτα, το θάνατο, την ίδια του την ύπαρξη. Πότε ενώνει τις παραλογές του δημοτικού τραγουδιού με την ποίηση του Λειβαδίτη σε ένα σχόλιο για τη σχέση μας με το αναπόδραστο του θανάτου («Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες»), πότε συγκεντρώνει τις προσωπικές μαρτυρίες παπούδων και γιαγιάδων από όλη την Ελλάδα, επικεντρωμένες στα χρόνια της Κατοχής, και δημιουργεί ένα ιδιότυπο θέατρο ντοκουμέντο και ένα «μάθημα» για τη ζωή που θριαμβεύει μέσα στις χειρότερες των κακουχιών («Γιοι και κόρες»), άλλοτε εμπνέεται από την άγνωστη ζωή ενός θρυλικού ζευγαριού που έζησε έναν απαγορευμένο έρωτα στο Παρίσι του 12ου αι., για να μιλήσει για το δίπολο έρωτας-θάνατος («Αβελάρδος και Ελοΐζα»). Στα τελευταία του έργα, «Γρανάδα» και «Hotel Éternité» (παίχτηκαν στο Από Μηχανής και το Εθνικό, αντίστοιχα), εστιάζει στο θέμα της απώλειας και του χρόνου μέσα από ευφάνταστα δραματουργικά ευρήματα που δείχνουν τη θέση μας μέσα στο Σύμπαν και στον ρου της Ιστορίας.

«Γρανάδα»
«Γρανάδα»

Ο Καλαβριανός έχει συνεργαστεί επίσης ως δραματουργός σε ενδιαφέροντα συλλογικά projects με σύγχρονο πολιτικό προβληματισμό, όπως το «Phone Home», μια σπονδυλωτή τριεθνή παραγωγή που παιζόταν παράλληλα στην Αθήνα (Σφενδόνη), το Λονδίνο και το Μόναχο, επικεντρωμένη στο φαινόμενο της σύγχρονης μετανάστευσης, και το «David’s Formidable Speech on Europe», μια συλλογική παράσταση δέκα ευρωπαϊκών χωρών που παίχτηκε στο Deutches Theater του Βερολίνου, με αφορμή τον λόγο που εκφώνησε τον Ιανουάριο του 2013 ο τότε πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης.

Βασίλης Κατσικονούρης

Το «Γάλα» του αποτέλεσε τεράστιο hit, το πρώτο ίσως του 21ου αιώνα όσον αφορά την ελληνκή δραματουργία. Η ιστορία της επαναπατρισμένης οικογένειας μεταναστών από την Τιφλίδα που διαδραματίζεται σε ένα ημιυπόγειο της Κυψέλης, ανεβασμένο το 2006 στο Εθνικό από τον Νίκο Μαστοράκη, τάραξε τα θεατρικά ύδατα. Η οδυνηρή διαδρομή στη νέα τους ζωή μίας μητέρας και των δύο ενήλικων γιων της, ένας από τους οποίους πάσχει από σχιζοφρένεια, αποδείχτηκε μεγάλη και έβαλε για τα καλά την υπόθεση «νέο ελληνικό έργο» στη σύγχρονη θεατρική πρακτική.

Εξαρχής ο Βασίλης Κατσικονούρης, από τα δύο πρώτα έργα του «Εντελώς αναξιοπρεπές!» και «Καλιφόρνια ντρίμιν» αλλά και σε όσα ακολούθησαν, γεμίζει τις σκηνές του με αντι-ήρωες, με ανθρώπους που ζουν σε κάποιου είδους περιθώριο, που κάποτε διεκδικούν να ζήσουν με τους δικούς τους κανόνες και άλλοτε συμβιβάζονται, ανθρώπους που ονειρεύονται μια διαφυγή από τα στενά όρια της γύρω πραγματικότητας. Άλλοτε με κωμικό πρόσημο και άλλοτε με δραματικό, ο Κατσικονούρης δίνει βήμα σε αυτούς τους αντι-ήρωες της ζωής, όπως είναι οι δύο εικοσάρηδες που ονειρεύονται να ζήσουν σε ένα κοινόβιο στην Καλιφόρνια αντί να καταταχθούν στο στρατό («Καλιφόρνια ντρίμιν»), ο νεαρός Λευτέρης, που αρνείται να ενταχθεί στη νέα του ζωή («Γάλα»), o Βίκτωρ, μία ενσάρκωση του Καλού, που συγκρούεται με τον εφιαλτικό πραγματικό κόσμο («Λεπτή γραμμή»), όπως είναι η μάνα που εξομολογείται τις ματαιώσεις της ζωής της («Το μπουφάν της Χάρλεϊ»), ή η Μαρίνα, η σπουδάστρια δραματικής σχολής του «Καγκουρώ», που έχει για καταφύγιο το θέατρο.

«Γκουντ Λακ»
«Γκουντ Λακ»

Παράλληλα, ο Κατσικονούρης φέρνει στο προσκήνιο τη σύγχρονη Ελλάδα, χωνεύοντας μέσα στα έργα του την επίπλαστη ευμάρεια του τέλους του 20ού αι. και τη σημερινή κρίση - την οποία βλέπει ως ένα σύνολο επιμέρους κρίσεων, υπαρξιακή, κρίση ηλικίας και κρίση των σχέσεων, που έφερε στην επιφάνεια και διόγκωσε η οικονομική. Το «Γκουντ Λακ», π..χ, «μια κωμική ελεγεία για τα σπουδαία όνειρα που αστεία καίγονται» (το είδαμε πέρυσι σε σκηνοθεσία Μαργαρίτας Γερογιάννη), διαδραματίζεται την περίοδο 1996-2004 και προσεγγίζει καυστικά την «αισιόδοξη» Ελλάδα της εποχής των Ολυμπιακών Αγώνων, η «Φανέλα», που φέρνει μια οικογένεια στο χείλος της -όχι μόνο οικονομικής- καταστροφής, γράφεται το 2004, ενώ το «Καγκουρώ» (παίχτηκε πριν λίγα χρόνια στο Εθνικό) τοποθετεί τους ήρωες στην πραγματικότητα της μνημονιακής Ελλάδας, του νέου κύματος μετανάστευσης των Ελλήνων στο εξωτερικό, των υπαλλήλων σε διαθεσιμότητα κλπ.

Λένα Κιτσοπούλου

Πολυσχιδής και αιρετική, η Λένα Κιτσοπούλου είναι ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας, αλλά και ζωγράφος και ερμηνεύτρια ρεμπέτικων τραγουδιών. Λίγα χρόνια αφότου υπέγραφε την πρώτη της συλλογή διηγημάτων «Νυχτερίδες» (για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο του πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου από το περιοδικό «Διαβάζω»), στράφηκε και στη θεατρική συγγραφή, με τη «Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», που σκηνοθέτησε η ίδια στο Εθνικό Θέατρο (2009), έναν γυναικείο μονόλογο όπου η ηρωίδα, στην κουζίνα του σπιτιού της, διεκδικεί το δικαίωμα στην κατάθλιψη και το μηδενισμό. Από τότε, η Λένα Κιτσοπούλου γράφει για να καταρρίψει κάθε ψευδαίσθηση πως η ζωή μπορεί να έχει ελπίδα, νόημα ή ομορφιά.

Στα οργισμένα, προβοκατόρικα κείμενα της Κιτσοπούλου, οι ήρωες είναι καθημερινοί άνθρωποι, κυριολεκτικά της διπλανής πόρτας, ζευγάρια, φίλοι, γονείς, που φτάνουν σε ακραίες καταστάσεις, όπως, π.χ., οι δύο φίλοι στο «Μια μέρα όπως κάθε μέρα, σε ένα διαμέρισμα από τα χιλιάδες διαμερίσματα της Αθήνας, ή η Ανουσιότητα του να ζεις», που ενώ αναλώνονται σε ανούσιες καθημερινές κουβέντες καταλήγουν να αιματοκυλίζονται σε κατάσταση αμόκ. Τα έργα της είναι γραμμένα σε καθημερινή γλώσσα, συνήθως «του πεζοδρομίου», μάς βγάζουν τη γλώσσα, είναι βλάσφημα, πληθωρικά και αναρχικά, κάποιες φορές ανοικονόμητα ή φλύαρα, οι χαρακτήρες τους συχνά χοντροκομμένοι, ενώ συχνά κατακλύζονται από splatter ή/και trash στοιχεία.

«Κοκκινοσκουφίτσα: Το πρώτο αίμα»
«Κοκκινοσκουφίτσα: Το πρώτο αίμα»

Η Κιτσοπούλου με την πένα της (αλλά και ως περφόρμερ και σκηνοθέτιδα των έργων της) επιτίθεται στον κομφορμισμό και το πολιτικά ορθό, γκρεμίζει κάθε στερεότυπο για την οικογένεια, την κοινωνία, την πατρίδα (όπως κάνει, π.χ., το πρόσφατο «Ερωτικές καρτ ποστάλ από την Ελλάδα» που είδαμε στη Στέγη) και τα εθνικά σύμβολα (χαρακτηριστικό το «Αθανάσιος Διάκος: Η επιστροφή», που θέλει τον ήρωα της Επανάστασης ιδιοκτήτη ψησταριάς στη σύγχρονη Ελλάδα), τεντώνει τις αντοχές μας και προκαλεί τα προσωπικά όρια, τις σταθερές και τις ευαισθησίες μας. Ακόμη και τα έργα της που δείχνουν ότι ξεκινάνε από ένα προϋπάρχον κείμενο («Ματωμένος γάμος», «Κοκκινοσκουφίτσα: Το πρώτο αίμα», «Αντιγόνη: Lonely planet») δεν το επαναερμηνεύουν απλώς, αλλά το αποδομούν και το παραδίδουν αγνώριστο.

Όπως και να τα χαρακτηρίσει κάποιος, δεν μπορεί παρά να παραδεχτεί πως δύσκολα τον αφήνουν αδιάφορο: η απόρριψη, η ενόχληση, ο θυμός, ο ενθουσιασμός, συχνά όλα μαζί και ταυτόχρονα, είναι μερικά από τα αισθήματα που δημιουργούν. Πίσω όμως από τον «φωνακλάδικο» χαρακτήρα τους διαφαίνεται μια βαθιά ανησυχία: για την υπαρξιακή απελπισία, την ευνουχιστική ελληνική οικογένεια και κοινωνία («Ν-ΕΥΡΩ-ΣΗ»), τον καταναγκασμό της ευτυχίας, για τον κρυμμένο φασισμό του νεοέλληνα («Άουστρας ή η αγριάδα»), την παρακμή της σύγχρονης (καταναλωτικής) κοινωνίας, την αγωνία του σύγχρονου καλλιτέχνη («Τυραννόσαυροι Rex») - ακόμη και αν, ειδικά στα πιο αντιδραστικά από αυτά, η Κιτσοπούλου γκρεμίζει ό,τι υπάρχει χωρίς να αντιπροτείνει κάτι.

Θανάσης Τριαρίδης

Ξεχωριστή περίπτωση ο Θανάσης Τριαρίδης, πολυγραφότατος συγγραφέας κειμένων που εκτείνονται από την πεζογραφία και το δοκίμιο στην ποικίλου περιεχομένου αρθρογραφία, την ιστορία του δυτικού πολιτισμού και την αισθητική, όπως και πολιτικών κειμένων• στην ιστοσελίδα του, συγκεντρώνει όλα τα γραπτά του, συμπεριλαμβανομένων των θεατρικών έργων, τα οποία προσφέρει ελεύθερα πνευματικών δικαιωμάτων. Έγραψε το πρώτο του θεατρικό, «La ultima nοche ή οι καρχαρίες», το 2010 και από τότε έχει υπογράψει άλλα δεκαεπτά, τα οποία χαρακτηρίζει ως «αφηγήσεις προορισμένες να διαβαστούν». Το γεγονός ότι πρόκειται για κείμενα που θέτουν καταιγιστικά ερωτήματα χωρίς να δίνουν απαντήσεις και απαιτούν τη δια¬νοητική εγρήγορση του αναγνώστη/θεατή δικαιολογεί την «επιφύλαξη» του συγγραφέα για τη θεατρικότητά τους - δεν τα έχει εμποδίσει όμως από το να ανεβαίνουν τόσο από αναγνωρισμένους πρωταγωνιστές (πρωτοείδαμε έργα του από τον Κώστα Φιλίππογλου, την Πέμη Ζούνη, το Λάζαρο Γεωργακόπουλο), όσο και από δεκάδες νεανικές ομάδες. Η δραματουργία του Τριαρίδη φέρνει συχνά τον αναγνώστη/θεατή σε δύσκολη θέση, μπορεί να προκαλέσει ακόμη και την ενστικτώδη απόρριψη, συνολικά όμως συνθέτει μια εμπειρία που αποδεικνύεται ταυτόχρονα διανοητική και άμεσα βιωματική.

Γράφει έργα με παράδοξους τίτλους («Historia de un amor ή τα μυρμήγκια», «Ζόοτ», «Lacrimosa ή το απέπρωτο», «Ο Νανουριστής», «Dammerung» κ.ά.),που βρίσκονται στο μεταίχμιο του ηθικά αποδεκτού κι επιζητούν μια συνεχή υπέρβαση ορίων. θίγουν θέματα όπως η μάχη των φύλων και η αγάπη σε ακραίες μορφές, ο αμοιβαίος θάνατος ως μέσο ένωσης, η μνήμη ως προϋπόθεση ταυτότητας αλλά και ως εφιάλτης, η χειραγώγηση του ατόμου μέσω του φόβου, καθώς και το θέμα του ναζισμού («Μένγκελε», «Zyclon ή το πεπρωμένο», «Ζόοτ» κ.α.). Στα πρώτα έργα («Καρχαρίες», «Μυρμήγκια», «Μένγκελε»), ένας άνδρας και μια γυναίκα εμπλέκονται σε ένα παιχνίδι ρόλων που είναι στην πραγματικότητα ένα ανελέητο παιχνίδι αυτό- και ετεροπροσδιορισμού, αλληλοσπαραγμού, εξουσίας και υποταγής, ενώ κάποια από τα επόμενα («Humlet», «Οιδίνους», «Liberté», «Égalité», «Fraternité») θέτουν στο μικροσκόπιο την οικογένεια και προσεγγίζουν τις σχέσεις γονέων και παιδιών και τις αδερφικές σχέσεις μέσα από το μοτίβο της αιμομιξίας ή/και της παιδοκτονίας.

«Μένγκελε»
«Μένγκελε»

Μονόπρακτα ή δίπρακτα, με τη δράση να περιορίζεται συνήθως μεταξύ δύο προσώπων, τα έργα του Τριαρίδη διακατέχονται από την έντονη υπαρξιακή αγωνία και την επίπονη αναζήτηση ταυτότητας των ηρώων, που συνήθως δεν έχουν όνομακαι προσδιορίζονται μόνο με ένα αρχικό γράμμα. Ταυτόχρονα, μαρτυρούν την αγωνία του συγγραφέα όχι μόνο να συλλάβει τις πιο κρυφές και αποτρόπαιες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και να φωτίσει στη σκηνή την ενοχή του δυτικού πολιτισμού για την ανελέητη επιβολή του στον επονομαζόμενο «τρίτο κόσμο» και τελικά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, μοτίβο που κορυφώνεται ειδικά στα τελευταία έργα του («Leopold ή κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού», «Football: Το παιχνίδι της ανθρωπότητας»).

Γιάννης Τσίρος

Ο «Άγριος σπόρος», μονοπωλώντας επί πέντε συνεχείς σεζόν το ενδιαφέρον του κοινού, αποτελεί αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο επιτυχημένα ελληνικά έργα που έχουν δει τα φώτα της σκηνής επισφραγίζοντας τη δουλειά ενός δημιουργού που έδειξε εξαρχής τη δυναμική του. Ο Γιάννης Τσίρος μάς συστήθηκε με τα «Αξύριστα πηγούνια» και έκτοτε δεν έχει σταματήσει να εκθέτει ενώπιόν μας τις πληγές της σύγχρονης Ελλάδας. Στα «Πηγούνια» (πρόσφατο ανέβασμα από τον Γιώργο Παλούμπη), ο Τσίρος εξετάζει τη φαλλοκρατική, ανδρική κοινωνία, μέσα από την ιστορία τριών ανδρών που έρχονται αντιμέτωποι με το νεκρό σώμα μίας ξένης στρίπερ, με την οποία είχε αναπτύξει ο καθένας τη δική του σχέση. Το ανδρικό βλέμμα απέναντι στο ανυπεράσπιστο σώμα της γυναίκας ανοίγει ακόμη περισσότερο στο επόμενο έργο, «Τα μάτια τέσσερα», όπου ένας ολόκληρος μηχανισμός -δημοσιογραφικός, δικαστικός και κρατικός- κινητοποιείται και συνθλίβει ένα εικοσάχρονο κορίτσι που έκλεψε ένα κραγιόν, ενώ στην «Αόρατη Όλγα» ο Τσίρος δημιουργεί ένα έργο θεάτρου ντοκουμέντο, βασισμένο σε αληθινά στοιχεία και μαρτυρίες, για το σωματεμπόριο και την καταναγκαστική εκπόρνευση στην Ελλάδα μίας νεαρής γυναίκας από τη Βουλγαρία. Οι αόρατες, συνήθως ξένες και πάντα ανυπεράσπιστες, γυναίκες καταδεικνύουν την πραγματικότητα μίας Ελλάδας που θυματοποιεί τον αδύναμο και αδυνατεί να αποδώσει στοιχειώδη δικαιοδύνη στους θύτες - όταν δεν τους οπλίζει το χέρι.

«Άγριος σπόρος»
«Άγριος σπόρος»

Ο Τσίρος δεν ηθικολογεί ούτε τιμωρεί, αλλά δεν χρυσώνει και το χάπι. Η ματιά του είναι καθαρή και καλεί τον αναγνώστη/θεατή να κάνει το ίδιο. Με τον «Άγριο σπόρο» πραγματεύεται και πάλι το θέμα των ανάλγητων και αλλήθωρων μηχανισμών, αλλά αυτή τη φορά βάζει στο επίκεντρο έναν άνδρα, ένα τυπικό ίσως δείγμα νεοέλληνα, ιδιοκτήτη αυθαίρετης καντίνας σε κάποια παραλία, μικρολαμόγιου και μικροαπατεώνα, που θα γίνει το εξιλαστήριο θύμα μίας μικροκοινωνίας που επιχειρεί να κρύψει τις δικές της ενοχές. Με το τελευταίο του έργο, «Διαλέξεις αθλιότητας» (το είδαμε από τον Θανάση Παπαγεωργίου), ο Τσίρος εκδηλώνει ακόμη αμεσότερα την πολιτική στόχευση που χαρακτηρίζει το σύνολο της δουλειάς του, ανεβάζοντας στη σκηνή έναν εκπρόσωπο της εξουσίας: ο ήρωας του μονολόγου είναι ένας πολιτικός που οδηγήθηκε στη φυλακή λόγω οικονομικών σκανδάλων και μόλις έχει αποφυλακιστεί. Δίνοντας διαλέξεις προκειμένου να βιοπορισθεί, αναπτύσσει ένα ολόκληρο αφήγημα για την αθωότητά του, μέσα από το οποίο ο Τσίρος καταδεικνύει πόσο εύκολα μπορεί να διαστρεβλωθεί η αλήθεια, όταν υπάρχουν όχι μόνο πολιτικοί ικανοί να εξαπατήσουν αλλά και πολίτες πρόθυμοι να εξαπατηθούν.

Ανδρέας Φλουράκης

Ο Ανδρέας Φλουράκης εμφανίζεται ως θεατρικός συγγραφέας στην αυγή του 21ου αιώνα, το 2001, και αποτελεί πραγματικά πνευματικό παιδί του. Το πρώτο του έργο, «Ο φοίνικας και το κοτόπουλό του», είναι μία μαύρη κωμωδία για τα ζωώδη ένστικτα που αναπτύσσει ο άνθρωπος ενώπιον του φόβου της απώλειας, και από τότε έχει υπογράψει περισσότερα από τριάντα θεατρικά - κάποια από τα οποία αρχικά στην αγγλική γλώσσα, αποδεικνύοντας ότι πρόκειται για έναν συγγραφέα του κόσμου. Το σύνολο του έργου του δεν μπορεί να καταταχθεί σε μία κατηγορία, καθώς ο Φλουράκης δοκιμάζεται σε διαφορετικά ύφη και τρόπους γραφής, επηρεασμένος και από τις αλλαγές που έχει επιφέρει στη θεατρική θεωρία και πρακτική το πέρασμα στον νέο αιώνα.

Εμπνέεται από τη σύγχρονη Ελλάδα όπως εμπνέεται από τους αρχαίους μύθους της, ενώ την ίδια στιγμή τα έργα του μπορεί να μιλάνε για την παγκόσμια πραγματικότητα ή για τον Άνθρωπο ανεξαρτήτως χώρου ή χρόνου, με πέραν του ρεαλιστικού τρόπο - αναλόγως, οι ήρωες και οι ηρωίδες του κινούνται ελεύθερα στο τώρα και στο τότε, στο εδώ ή στο οποιοδήποτε αλλού. Ενδεικτικά, στην «Κάσσυ» η αρχαία Κασσάνδρα επιστρέφει από τον Κάτω Κόσμου σε ένα έργο που συνδέει τους αρχαίους μύθους με τη σύγχρονη μνήμη (πρόσφατη παράσταση το 2018 στο Από Μηχανής), οι «Αντιλόπες» είναι μια ιστορία επώδυνης ενηλικίωσης με ηρωίδες δύο νεαρές Ελληνίδες φοιτήτριες στο Λονδίνο, στο «Μήδειας Μπούρκα», η εξόριστη βασίλισσα του αρχαίου μύθου γίνεται μία μουσουλμάνα γυναίκα, το «Θέλω μια χώρα» (παρουσιάστηκε πριν λίγα χρόνια στο Φεστιβάλ Αθηνών σε σκηνοθεσία Μαριάννας Κάλμπαρη) είναι ένα έργο-χορικό της γενιάς των εικοσάρηδων απέναντι στο δίλημμα: «να φύγω ή να επανεφεύρω τη χώρα μου;», οι «Ασκήσεις για γερά γόνατα», ένα έργο για τον αγώνα επιβίωσης με όρους της σύγχρονης αγοράς (παίχτηκε στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία του Γιάννη Μόσχου), και το «Ταπ άουτ» (παίχτηκε πρόσφατα στη Β΄ Σκηνή της Οδού Κεφαλληνίας) η οργισμένη γροθιά ενός νεαρού kick boxer απέναντι σε ό,τι τον ακινητοποιεί.

Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης

Καταξιώθηκε με το «Λα Πουπέ», όταν το ανέβασε σε πανελλήνια -και πολύ επιτυχημένη- πρώτη, το 2008, η Άννα Κοκκίνου. Η Ρίκα, μία μοδίστρα εγκλωβισμένη σε μία αφύσικη παιδικότητα, ένα κορίτσι που δεν μεγάλωσε ποτέ και αφιέρωσε τη ζωή του στο να ράβει τα ομορφότερα κουκλίστικα ρούχα, έχει καταταχθεί στο ανθολόγιο των ηρωίδων του ελληνικού θεάτρου. Στην πραγματικότητα, ο χαρακτήρας της πιάνει το νήμα από εκεί που το άφησαν οι προηγούμενες ηρωίδες και ήρωες του Χατζηγιαννίδη, πριν το παραδώσει στους επόμενους. Γιατί ο πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας από το πρώτο του θεατρικό, την, επίσης μονολογική, «Μεταμφίεση» (η Χάρις Αλεξίου υποδύθηκε μόλις τον περασμένο Οκτώβριο τη μοναχική ηρωίδα που κάνει τον απολογισμό της ζωής της) ανεβάζει στη σκηνή ανθρώπους με ιδιαίτερες ευαισθησίες και αδυναμίες, που είναι και δεν είναι πλάσματα αυτού του κόσμου.

Περίπου σαν αερικά φαντάζουν οι δύο αδερφές του «Αέρα», η Έντα και η Νόρα, που συναντιούνται με αφορμή το θάνατο της μητέρας τους στο απομονωμένο σπίτι της μίας, όσο ο άνεμος λυσσομανά (πρόσφατο ανέβασμα πέρυσι σε σκηνοθεσία του Μανώλη Δούνια), ενώ η Ευθαλία, η ηρωίδα του «Πεταλούδα σε πηγάδι», αναπτύσσει μία ιδιόμορφη σχέση με έναν παράδοξο άνδρα που βρίσκει στο πηγάδι του σπιτιού της. Ακόμη και στις κωμικές του στιγμές, όπως το «Κέικ» (το σκηνοθέτησε πρόσφατα ο Πέτρος Φιλιππίδης στο Εθνικό), αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα είναι να φέρει στην επιφάνεια τις πιο ευαίσθητες και σκοτεινές πτυχές των προσώπων, τα τραύματα, τα απωθημένα ή τις ενοχές τους. Εξάλλου, συνολικά το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στις διαπροσωπικές σχέσεις, στον απολύτως ιδιωτικό κόσμο των προσώπων που ανεβάζει στη σκηνή, ο οποίος δεν είναι, πάντως, ακραιφνώς χειροπιαστός• τον διαρρηγνύει μία -πότε ανεπαίσθητη πότε όχι- δόση μεταφυσικής υπερβατικότητας, χαρακτηριστικό που ανάγει το θέατρο του Χατζηγιαννίδη στο επίπεδο του σχεδόν ποιητικού.