Θέμα

Αυτό είναι το νέο αίμα του ελληνικού θεάτρου

Από -

Πέντε φρέσκα πρόσωπα με την ιδιότητα του συγγραφέα και του σκηνοθέτη ετοιμάζονται να εισβάλουν στα θεατρικά πράγματα και να προσφέρουν ένεση ορμής και αισιοδοξίας σε μια σεζόν που αναμένεται να ξεκινήσει διστακτικά υπό τη σκιά της –ακόμη παρούσας– πανδημίας. Φιλοδοξία τους και ευχή μας, να αφήσουν το δικό τους δημιουργικό αποτύπωμα στο παρόν και το μέλλον του ελληνικού θεάτρου.

Ανθή Τσιρούκη

Η Ανθή Τσιρούκη έχει σπουδές ψηφιακής επεξεργασίας εικόνας-ήχου, υποκριτικής και σκηνοθεσίας κινηματογράφου και μπορεί κάποιος να συναντήσει το όνομά της στη σκηνοθεσία βίντεο παραστάσεων αλλά και ως ηθοποιού. Ήταν όμως και μία από τους τριάντα φιλόδοξους δραματουργούς που φοίτησαν στη Σχολή Πυροδότησης Θεατρικής Γραφής που λειτούργησε πέρυσι στο θέατρο Πορεία, υπό την καθοδήγηση των συγγραφέων Θανάση Τριαρίδη και Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη. Από τα πενήντα εφτά πρωτότυπα έργα που προέκυψαν, το δικό της, που τιτλοφορείται «Labor», επιλέχτηκε από την κριτική επιτροπή (Δημήτρης Τάρλοου, Στρατής Πασχάλης, Έρι Κύργια), για να ανεβεί στη σκηνή του Πορεία. Ο Στέλιος Μάινας και η Ιωάννα Παππά θα ερμηνεύσουν τους δύο κεντρικούς ρόλους, δηλαδή ένα ζευγάρι πλαστικών χειρουργών, στους οποίους καταφεύγει τυχαία ένας νεαρός που πάσχει από αμνησία. Καθώς οι δύο γιατροί συνδέονται συναισθηματικά μαζί του, αποφασίζουν να τον υποβάλουν σε μία σειρά από επεμβάσεις προκειμένου να μοιάσει στο παιδί που θα είχαν.

Μιλώντας στο «α», η συγγραφέας περιέγραψε το έργο της: «το “Labor” είναι οι ακρότητες του καθωσπρεπισμού που καταπιέζουν τα ζωώδη ένστικτά μας με αποτέλεσμα να βγαίνουν στην επιφάνεια αλλαγμένα αλλά πάντα βίαια. Είναι η σχέση δύο ανθρώπων που, για να μπορέσουν να συνυπάρξουν, διορθώνουν ο ένας τον άλλο σε μία προσπάθεια να γίνουν ένα. Είναι η ανάγκη των ανθρώπων να συνεχίζουν να υπάρχουν στο χρόνο αναλλοίωτοι. Είναι η γέννα, το μεγάλο σοκ της ύπαρξης από το μηδέν, χωρίς ταυτότητα και μνήμες. Είναι ο αγώνας των γονιών να προσφέρουν πρόσωπο και μνήμες σε ένα άπλαστο πλάσμα. Είναι η άλλη πλευρά της αγάπης τους, αυτή που φέρει αναπόφευκτη βία, τη βία της μετατροπής ενός παιδιού σε κλώνο τους». Η πρεμιέρα του έργου, σε σκηνοθεσία της Έμιλυς Λουίζου, προγραμματίζεται για τον Μάιο του 2021.

Ευαγγελία Γατσωτή

Από τη Σχολή του Πορεία προέρχεται και η νεότατη –γεννημένη το 2001– Ευαγγελία Γατσωτή. Το έργο της, «Νυχιάνγκ» γοήτευσε τόσο τον Δημήτρη Τάρλοου ώστε αποφάσισε να το ανεβάσει. Η Ευαγγελία Γατσωτή γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά μεγάλωσε στη Νάξο όπου είχε την πρώτη της επαφή με το θέατρο, ήδη από το δημοτικό σχολείο. «Το ότι ενεργοποιήθηκα καλλιτεχνικά μέσα από ένα μάθημα θεατρικής αγωγής σε ένα δημόσιο σχολείο της επαρχίας με έκανε να πιστέψω πολύ στην αξία των καλλιτεχνικών μαθημάτων, όπως και στη δύναμη του εκπαιδευτικού/εμψυχωτή. Είναι μαγικό το πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις με ελάχιστα μέσα όταν περισσεύει η έμπνευση και η αγάπη για το αντικείμενο», εκμυστηρεύτηκε στο «α».
Το έργο με τον περίεργο τίτλο θα παίζεται στο θέατρο Πορεία σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με το «Labor», έχοντας για πρωταγωνίστριες την Αλεξία Καλτσίκη και τη Θάλεια Σταματέλου. Η υπόθεση διαδραματίζεται μεταξύ μίας μανικιουρίστ και της νεαρής πελάτισάς της μέσα σε «μία συνθήκη στερεοτυπικά αντιθεατρική, μια που το nail art συχνά συνδέεται με έναν κόσμο ναρκισσιστικής επιδερμικότητας, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να μην έχει σχέση με την πολύεπίπεδη φύση του θεάτρου», μας είπε η συγγραφέας. Αυτή της έδωσε την ευκαιρία να συνθέσει μία «ιλαροτραγωδία», όπου το κωμικό συνταιριάζεται με το δραματικό, ώστε «να φαίνεται ότι τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν και εκπορεύονται το ένα από το άλλο, όπως συμβαίνει και στη ζωή». Ο τίτλος του έργου προέρχεται από τη λέξη «νύχια» (και «νυχιά»: γραντζουνιά), ενώ το δεύτερο συνθετικό είναι η απλουστευμένη ελληνοποιημένη εκδοχή της κορεάτικης λέξης «χιανγκ» που σημαίνει «μεγάλος αδελφός» και αποτελεί αφηγηματικό πρόσωπο-κλειδί για τη λύση της πλοκής.

Και ενώ αρχικά συμμετείχε ως ηθοποιός σε ερασιτεχνικές ομάδες και εργαστήρια, τελικά οδηγήθηκε στη συγγραφή, χάρη και στο θεατρικό μουσείο «Ιάκωβος Καμπανέλλης» που άνοιξε στη Νάξο την εποχή που φοιτούσε στο γυμνάσιο. Εκεί παρακολούθησε σεμινάρια θεατρικής γραφής με τη Χρύσα Σπηλιώτη και τη Νίνα Ράπη, καθώς και σεμινάρια υποκριτικής με την Κατερίνα Πολυχρονοπούλου, μια εμπειρία που η ίδια αποτιμά ως καθοριστική: «με έκανε να επαναπροσδιορίσω τη σχέση μου με το θέατρο και ενίσχυσε την αγάπη μου γι’ αυτό, προσφέροντάς μου παράλληλα ένα σημαντικό υπόβαθρο γνώσεων». Αναπόφευκτα το θέατρο δεν μπορούσε να λείπει από τις αποφάσεις της ζωής της, κι έτσι το Σεπτέμβριο του 2019 επέστρεψε στη γενέτειρά της ως φοιτήτρια πλέον του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ.

Το έργο με τον περίεργο τίτλο θα παίζεται στο θέατρο Πορεία σε εναλλασσόμενο ρεπερτόριο με το «Labor», έχοντας για πρωταγωνίστριες την Αλεξία Καλτσίκη και τη Θάλεια Σταματέλου. Η υπόθεση διαδραματίζεται μεταξύ μίας μανικιουρίστ και της νεαρής πελάτισάς της μέσα σε «μία συνθήκη στερεοτυπικά αντιθεατρική, μια που το nail art συχνά συνδέεται με έναν κόσμο ναρκισσιστικής επιδερμικότητας, που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να μην έχει σχέση με την πολύεπίπεδη φύση του θεάτρου», μας είπε η συγγραφέας. Αυτή της έδωσε την ευκαιρία να συνθέσει μία «ιλαροτραγωδία», όπου το κωμικό συνταιριάζεται με το δραματικό, ώστε «να φαίνεται ότι τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν και εκπορεύονται το ένα από το άλλο, όπως συμβαίνει και στη ζωή». Ο τίτλος του έργου προέρχεται από τη λέξη «νύχια» (και «νυχιά»: γραντζουνιά), ενώ το δεύτερο συνθετικό είναι η απλουστευμένη ελληνοποιημένη εκδοχή της κορεάτικης λέξης «χιανγκ» που σημαίνει «μεγάλος αδελφός» και αποτελεί αφηγηματικό πρόσωπο-κλειδί για τη λύση της πλοκής.

Έμιλυ Λουίζου

Με πτυχίο και μεταπτυχιακό σκηνοθεσίας από βρετανικά πανεπιστήμια και με επιπλέον επιμορφώσεις δίπλα σε ονόματα όπως της Κέιτι Μίτσελ και του Τόμας Οστερμάιερ, η Έμιλυ Λουίζου έχει χτίσει μία αξιοπρόσεχτη διαδρομή σκηνοθετώντας έργα του Δημήτρη Δημητριάδη, του Κάφκα, της Σάρα Κέιν, κ.ά., σε διάφορες βρετανικές σκηνές. Δείγμα της δουλειάς της είδαμε το 2015, όταν το Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης» φιλοξένησε τις «Βάκχες» που είχε σκηνοθετήσει στο λονδρέζικο Bloomsbury Theatre. Το επίσημο ελληνικό ντεμπούτο της όμως πρόκειται να γίνει με τη σκηνοθεσία της πανελλήνιας πρώτης του «Labor». H πρόταση του Δημήτρη Τάρλοου ήρθε να συναντήσει μια πρακτική που τής είναι οικεία από την εμπειρία της στη Μεγάλη Βρετανία.

Όπως τόνισε στο «α», «το βρετανικό θέατρο επενδύει χρόνο και χρήμα στη συγγραφή και την παραγωγή καινούργιων θεατρικών έργων σε όλη τη χώρα. Καταλαβαίνουν πως, αν δεν υπάρξει παραγωγή καινούργιου υλικού, αυτό που αποκαλούμε θέατρο θα σταματήσει σταδιακά να συνομιλεί με τα προβλήματα του σήμερα και θα καταλήξει να είναι μια μουσειακή δεξαμενή. Είμαι λάτρης των κλασικών έργων, με ενθουσιάζει να συνομιλώ με κείμενα που έχουν γραφτεί εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια πριν γεννηθώ. Όμως είναι μεγάλη –και διαφορετική– η χαρά του να είσαι ο πρώτος που θα “ξεγεννήσει” ένα καινούργιο έργο, ο πρώτος που θα συστήσει στον κόσμο μια ιστορία που δεν έχει ξαναϋπάρξει σε καμία σκηνή ανά τον κόσμο». Όσο για το «Labor», που κατά τα λεγόμενά της μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε σκηνή του κόσμου, τη γοήτευσε, καθώς «πραγματεύεται με ιδιαίτερα έντονο κυνισμό πόσο συνυφασμένη μπορεί να είναι η δημιουργία με την καταστροφή, πώς μπορεί ένα σπίτι να μετατραπεί σε μαύρη τρύπα και να καταπιεί ένα παιδί».

Αικατερίνη Παπαγεωργίου

Βρετανικό background έχει και η Αικατερίνη Παπαγεωργίου, που φοίτησε σε δύο από τις πλέον αναγνωρισμένες σχολές θεάτρου του Λονδίνου (Royal Central School of Speech and Drama και Royal Holloway), ενώ από το 2017 που ίδρυσε τη θεατρική εταιρεία The Young Quill έχει ανεβάσει παραστάσεις σε Αγγλία και Ελλάδα. Τον περασμένο χειμώνα παίχτηκε σε δική της σκηνοθεσία το έργο του Φλοριάν Ζελέρ «Ο άλλος», που θα επαναληφθεί και φέτος (Μικρό Χορν). Γι’ αυτήν τη σεζόν προγραμματίζει επίσης τη σκηνοθεσία της παράστασης «Drunkenoughtokissme?» στο Μπάγκειον, που δεν ανέβηκε την άνοιξη λόγω της πανδημίας, ενώ ετοιμάζει και μια παράσταση για εφήβους: «Ένα σπίτι από γυαλί», εμπνευσμένη από τον «Γυάλινο κόσμο» του Ουίλιαμς, που θα παίζεται στο Ίδρυμα Θεοχαράκη.

Όπως μας είπε, «το έργο έχει διασκευαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να ιχνηλατεί τον ψυχισμό των εφήβων σε σχέση με τη μοναξιά, τα όνειρα, τις επιθυμίες και την επαφή τους με την τέχνη. Η δράση τοποθετείται στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 και αντανακλά τις συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και του ελληνικού εμφυλίου πολέμου».

Σταύρος Ράγιας

Έχει δουλέψει κυρίως ως ηθοποιός, ως απόφοιτος της δραματικής σχολής Βεάκη, και μόλις το 2019 έκανε την πρώτη του σκηνοθεσία με το έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη «Στην Εθνική με τα μεγάλα». Η δεύτερή του σκηνοθεσία θα σφραγίσει μια σπουδαία στιγμή, κατά την οποία η Χάρις Αλεξίου θα ανεβεί για δεύτερη μόλις φορά στο θεατρικό σανίδι για να ερμηνεύσει τη «Μεταμφίεση» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη.

Ο Σταύρος Ράγιας δήλωσε στο «α»: «το έργο μιλά για την ανάγκη μιας γυναίκας να κρύβεται πίσω από την αλήθεια της, να πλάθει μια φανταστική πραγματικότητα, που χωράει ευκολότερα τις επιθυμίες της. Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης ανατέμνει ένα χαρακτήρα με χειρουργική ακρίβεια, καθαρότητα και φρέσκια ματιά, προσφέροντας εξαρχής στο θεατή την ευκαιρία να μπει στην αλήθεια της ηρωίδας, ενώ η Χάρις Αλεξίου ζωντανεύει επί σκηνής το ρόλο με αφοπλιστική αμεσότητα και λυτρωτική απλότητα, ισορροπώντας μεταξύ κωμικότητας και τραγικής μοναξιάς. Ταυτόχρονα μου προσφέρει μια υπέροχη σκηνοθετική εμπειρία, με το μεγάλο της ταλέντο να αφουγκράζεται τις σκέψεις μου στις πρόβες και να ανθίζει ευθύς μέσα στο υποκριτικό της σύμπαν». Η παράσταση αναμένεται να κάνει πρεμιέρα τον Οκτώβριο στο Μικρό Παλλάς.