Κριτική

Αντιγόνη

Από -

Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, σε αρμονία με την ποιητικότητα της μετάφρασης του Δημήτρη Μαρωνίτη, μας συμπαρασύρει σε μια υπαρξιακή περιπέτεια και αναδεικνύει τα δίπολα του έργου με έναν πανίσχυρο Δημήτρη Λιγνάδη, έναν συγκινητικό Χορό και μια φλογερή, αλλά άγουρη πρωταγωνίστρια.

Η Αντιγόνη, ένα από τα τέσσερα παιδιά που γεννήθηκαν από την αιμομικτική σχέση του βασιλιά της Θήβας Οιδίποδα με τη μητέρα του Ιοκάστη, αμφισβητεί τους κανόνες της κοινωνίας και αρνείται να κάνει οποιαδήποτε παραχώρηση για τη ζωή της. Αψηφά το θάνατο παρακούοντας την εντολή του βασιλιά της πόλης Κρέοντα να μη θαφτεί ο νεκρός αδερφός της Πολυνείκης, ο οποίος σκοτώθηκε κατά τη σύγκρουση με τον αδερφό του Ετεοκλή για την εξουσία. Η Αντιγόνη υψώνει το ηρωικό της ανάστημα πάνω από τα μέτρα του κοινού ανθρώπου και ζητά από την αδερφή της Ισμήνη να τη βοηθήσει να θάψουν τον Πολυνείκη. Εκείνη όμως, φοβούμενη τη δύναμη του ισχυρού, δεν τολμά να παραβιάσει τις εντολές του βασιλιά. Ανάμεσα στις δύο αδερφές δημιουργείται ένα χάσμα: η Ισμήνη εκφράζει την ανθρώπινη επιλογή για επιβίωση και η Αντιγόνη το καθήκον απέναντι στον νεκρό αδερφό, που συνεπάγεται ωστόσο το θάνατο.

Εξακολουθεί άραγε να συγκινεί και να τρέφει πνευματικά τον άνθρωπο της εποχής μας ο λόγος του μεγάλου τραγικού; Και αν ναι, τι είναι εκείνο που εξηγεί την επιρροή του στην ψυχή μας, ακριβώς τι καταλαβαίνουμε από την ποιητική ουσία του αρχαίου δράματος; Για τον θεατή προφανώς ένα έργο τέχνης συσχετίζεται με τις εμπειρίες, τις σκέψεις, τους καημούς και τις λαχτάρες του κι αισθάνεται ικανοποίηση που επικοινωνεί με το νόημά του επειδή μέσα στα σύμβολά του ανακαλύπτει κάτι οικείο. Τα κλασικά ­έργα υπερβαίνουν τα σύνορα της κοινωνίας και του ιστορικού χρόνου, το ιδιόρρυθμο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα της «Αντιγόνης» μπορεί να το νιώσει ο σύγχρονος άνθρωπος όπου κι αν ζει.

Σε έναν ακαθόριστο χωροχρόνο­ έστησε ο Στάθης Λιβαθινός την παράστασή του, η οποία από ενδυματολογικής άποψης (σκηνικά-κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου) θα μπορούσε να παραπέμπει στη δεκαετία του ’30, όμως υπάρχουν και πολλά στοιχεία ετερόκλητα μεταξύ τους. Το κοντό παντελονάκι­ της Αντιγόνης (Αναστασία-Ραφαέλα Κονίδη), η μαθητική ποδιά της Ισμήνης (Δήμητρα Βλαγκοπούλου) καθώς και τα κοστούμια του Φύλακα (Αντώνης Κατσαρής) και του Χορού τόσο των σοφών πολιτών της Θήβας (Μαρία Σκούτσου, Κώστας Καζανάς, Νίκος Μπουσδούκος, Αστέρης Πελτέκης, Γιάννης Χαρίσης) όσο και των παιδιών (Μαρία Κωνσταντά, Ευτυχία Σπυριδάκη, Λυδία Τζανουδάκη, Αντωνία Χαραλάμπους) παραπέμπουν στα τέλη του 19ου αιώνα και στον ηθογραφικό ρεαλισμό.

Ο Κρέοντας, πάλι (Δημήτρης Λιγνάδης), φορά μια ξεθωριασμένη, πειραγμένη στρατιωτική στολή και ο Τειρεσίας (Μπέττυ Αρβανίτη) με το μακρύ αμπέχονο και το αποκρουστικά παραμορφωμένο πρόσωπο μοιάζει να βγήκε από ταινία τρόμου. Ωραία η ιδέα του σκηνικού, μοιάζει με τον κυκλικό χώρο μιας παιδικής χαράς (ο αέναος κύκλος της ζωής;), ξύλινοι πάγκοι βρίσκονται περιμετρικά της σκηνής, ενώ η κούνια στην οποία συναντάμε αρχικά την Αντιγόνη μετατρέπεται σε αγχόνη στο τέλος.

Η παράσταση του Εθνικού δεν ανακάλυψε απάτητες περιοχές, εστίασε όμως στα δίπολα που χρησιμοποιεί ο Σοφοκλής για να μιλήσει για το ανθρώπινο και το θείο, την παιδικότητα και την ωριμότητα, το λογικό και το άναρχο, το πεπρωμένο και το νόμο, έφερε την τραγωδία κοντά μας, έδωσε μια «ανθρώπινη» παράσταση με ωραίο ρυθμό. Αποκάλυψε την ουσία και τα θεμελιώδη ζητήματα του κειμένου, όπως π.χ. ότι δεν υπάρχουν θέσφατα. Το τίμημα πληρώνει όχι μόνο αυτός που αμφισβητεί αλλά και αυτός που επιβάλλει.

Αυτό­ φαίνεται ξεκάθαρα στη στάση του Αίμονα (Βασίλης Μαγουλιώ­της), ο οποίος ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στον πατέρα του Κρέοντα και αναδεικνύει με τα λόγια του την αξία της δημοκρατικής διαβούλευσης. Η στιγμή, μάλιστα, της σύγκρουσης των δύο αντρών είναι από τις πιο δυνατές της παράστασης. Ο 23χρονος Βασίλης Μαγουλιώτης κάνει ένα γενναίο ντεμπούτο και συγκινεί δίπλα στον καθηλωτικό Δημήτρη Λιγνάδη, ο οποίος με την ελεγχόμενη ερμηνεία του κλιμακώνει την ένταση του έργου. Στην ερμηνεία της πρωτοεμφανιζόμενης πρωταγωνίστριας Αναστασίας-Ραφαέλας Κονίδη φαίνεται η φλόγα, αλλά ταυτόχρονα και η απουσία εμπειρίας, ιδιαίτερα στο θρήνο της νύφης που ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Άδη, ενώ η Δήμητρα Βλαγκοπούλου έχει γίνει ένα με τη φοβισμένη Ισμήνη.

Ο απόκοσμος Τειρεσίας της Μπέττυς Αρβανίτη μας συγκλονίζει με τη δύναμη των λόγων του προφητεύοντας τα μελλούμενα. βαθιά ανθρώπινος ο Φύλακας του Αντώνη Κατσαρή, υπογραμμίζει την αγωνία του ανθρώπου απέναντι στην εξουσία. δωρική η Ευρυδίκη της Στέλλας Φυρογένη, δημιουργεί ένταση στο σύντομο πέρασμά της. Τέλος, η παρουσία γυναίκας και παιδιών στον Χορό των γερόντων της Θήβας ενισχύει τη συνομιλία της παράστασης με την εποχή μας. το ίδιο και ο τρόπος με τον οποίο τα λόγια πλέκονται αρμονικά με τα μουσικά μοτίβα του Χαράλαμπου Γωγιού.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου

Σχετικά Θέματα