Κριτική

Άνθρωποι και ποντίκια

Από -

Ο Τζον Στάινμπεκ συναντάει τον ακραίο, ωμό ρεαλισμό σε αυτήν την ευστοχότατη κι έντονα επιδραστική μεταφορά της αμερικανικής νουβέλας του 1937 στην Ελλάδα του σήμερα.

Η παράσταση που υπογράφει ο Βασίλης Μπισμπίκης χρειάζεται σίγουρα θεατές με γερό στομάχι, τους αποζημιώνει όμως με μια εμπειρία που σπάνια χαρίζεται από σκηνής. Η μεταφορά της νουβέλας, η οποία διαδραματίζεται στην Αμερική του κραχ, σε παρόντα χώρο και χρόνο δικαιώνει τη σκηνοθετική απόφαση, ενώ καταφέρνει να επιβληθεί ήδη από το πρώτο λεπτό χάρη στο χώρο όπου παίζεται.

Εξάλλου, εξαρχής η καλλιτεχνική ταυτότητα του Cartel καθορίστηκε από την πρότερη χρήση του ως μηχανουργείου και την τοποθεσία του: κομμάτι μιας περιθωριακής πλευράς της πόλης, ανάμεσα σε αποθήκες και μάντρες που ερημώνουν τα βράδια, καθιστώντας το σημείο σχεδόν απαγορευτικό, βρίσκεται μακριά από κάθε στερεότυπο θεατρικής αίθουσας, ακόμη και της πιο εναλλακτικής. Τώρα έχουμε μπροστά μας την απογείωση αυτής της δυναμικής σχέσης, ένα εξαιρετικό δείγμα site specific παράστασης, στην οποία τα όρια μεταξύ σκηνής και ρεαλιστικού περιβάλλοντος είναι απολύτως ρευστά και δυσδιάκριτα.

Η ελεύθερη απόδοση του έργου υπογράφεται από τη Σοφία Αδαμίδου, που προχώρησε σε μια κατ’ αναλογίαν απόδοσή του στο εδώ και τώρα· οι χαρακτήρες και ο σκελετός της πλοκής μετατοπίζονται στα καθ’ ημάς, όμως από αυτήν τη μετατόπιση προκύπτει ουσιαστικά ένα νέο έργο –και μάλιστα με ελαφρώς παραλλαγμένο φινάλε–, άρα ίσως είναι σωστότερο να μιλάμε για διασκευή. Από εκεί και πέρα, πάντως, η παράσταση «φωνάζει» ότι το κείμενο οφείλει πολλά στη συνεισφορά των ηθοποιών – η σκηνοθετική συνθήκη, δε, φαίνεται να τους επιτρέπει σε σημεία και αυτοσχεδιαστικές ελευθερίες.

Ως αποτέλεσμα, έχουμε να κάνουμε με ένα παραστασιακό γεγονός που δείχνει να γεννιέται κάθε βράδυ παρά με ένα «προπαρασκευασμένο» δημιούργημα. Αυτό δεν υπονοεί προχειρότητα ή ερασιτεχνισμό, αλλά θέτει ενώπιόν μας μία από τις σπάνιες περιπτώσεις που δεν βλέπεις επί σκηνής προσπάθεια «ερμηνείας ρόλων και καταστάσεων». Όλα φαίνεται να προκύπτουν απολύτως αβίαστα. Ο ακραίος ρεαλισμός που ακολουθείται, το σκηνικό-μη σκηνικό (Αλεξία Θεοδωράκη), η χυδαία αλλά άκρως ευφάνταστη σε σημεία γλώσσα/αργκό, η αποτύπωση καταστάσεων και ανθρώπων που κινούνται μεταξύ λούμπεν προλεταριάτου, νονών της νύχτας και υποκόσμου δεν αποτελούν πρόσχημα εντυπωσιασμού, ούτε απλό σκηνικό εφέ. Η ρεαλιστική συνθήκη –κι εδώ εννοούμε τον ωμό ρεαλισμό που ξεβολεύει κι ενοχλεί, όχι μια δήθεν πιστή αλλά τελικά επιδερμική εικονογράφηση– επιβάλλεται ως η μόνη ικανή να εκφράσει το έργο.

Βαθιά ρεαλιστικό ως γραφή και σύλληψη, εμπνευσμένο από πραγματικά βιώματα του Στάινμπεκ, το «Άνθρωποι και ποντίκια» κινείται γύρω από δύο μετανάστες, τον Τζορτζ και τον Λένι, που παλεύουν σε δουλειές του ποδαριού και συνδέονται με μια στενή σχέση –ακόμη κι εξάρτησης–, καθώς ο Λένι πάσχει από διανοητική στέρηση και ο Τζωρτζ τού στέκεται ως προστάτης, μια αδερφική, αν όχι πατρική φιγούρα. Η δράση τούς τοποθετεί στην καινούργια τους δουλειά και ξεδιπλώνεται μέσα από τη συναναστροφή τους με το νέο περιβάλλον, αλλά αυτό που κυρίως πυροδοτεί το έργο είναι ο ρόλος του Λένι, στο πρόσωπο του οποίου –και στην αναπηρία του– στηρίζεται η άκρως δραματική εξέλιξη και κατάληξη.

Στην παράσταση όλα εξελληνίζονται. Βρίσκουμε τους δύο άντρες, τον Βασίλη (Βασίλης Μπισ­μπίκης) και τον Λένο (Δημήτρης Δρόσος), στον Ελαιώνα λίγο προτού αναλάβουν δουλειά σε μια αποθήκη, δηλαδή στο διπλανό χώρο του πρώην μηχανουργείου, που είναι σαν να έχει μείνει ανέπαφος· σε αυτόν μετακινούνται οι θεατές για να παρακολουθήσουν τη συνέχεια. Εκεί συγκεντρώνεται η μικρή κοινωνία του έργου, το αφεντικό, η προκλητική γυναίκα του, οι υπόλοιποι εργάτες. Με ακραίο ρεαλισμό στη γλώσσα και τη σκηνική συμπεριφορά, η παράσταση εκθέτει εντελώς αφιλτράριστα αυτήν τη συνύπαρξη, τα γέλια και τους καβγάδες, την αλληλεγγύη και τις εντάσεις, τα ατομικά αδιέξοδα και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Χτίζεται έτσι μια έντονα συγκινησιακή ατμόσφαιρα, που δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο τον θεατή, όπως δεν τον αφήνει ανεπηρέαστο η συνεχώς παρούσα υπόγεια απειλή. Γιατί είναι φανερό, ακόμη και σε όποιον δεν γνωρίζει την πρωτότυπη υπόθεση, πως τίποτα καλό δεν πρόκειται να προκύψει· το καταλαβαίνει ακόμη και όταν έχει μόλις γελάσει αβίαστα με κάποιο αστείο ή με τις κωμικοτραγικές καταστάσεις που ενίοτε χαρακτηρίζουν την κοινότητα των αντρών. Τη ζωηρή απεικόνιση, χωρίς ωραιοποιήσεις, αυτής της αντρικής συνύπαρξης επιτυγχάνει η παράσταση, που κινείται επιτυχημένα –με λίγες εξαιρέσεις σε θέματα ρυθμού– στη διπλή ταχύτητα που επιβάλλει το έργο: χτίζει δηλαδή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα με πάσα λεπτομέρεια (χαρακτηριστικές οι ελληνικές μουσικές επιλογές, από Μητροπάνο μέχρι Παντελίδη, ή η TV σε μια γωνιά που αναμεταδίδει γνωστές εκπομπές λαϊκής κατανάλωσης), χωρίς να προδίδει την ουσία.

Ο τρόπος που η πλειονότητα των ηθοποιών επιβάλλεται με την παρουσία της είναι αφοπλιστικός και, φυσικά, αποτελεί το βασικό λόγο που η σκηνοθετική επιθυμία περί αληθοφάνειας δεν μένει αστήρικτη. Ο Βασίλης Μπισμπίκης, για παράδειγμα, καθηλώνει με τη φυσικότητά του κι εντυπωσιάζει όχι μόνο στις «εύκολες» σκηνές, που απαιτούν επίδειξη αρρενωπότητας ή ένταση, αλλά συνολικά με την ερμηνεία του σε έναν ρόλο με βαθιές εσωτερικές αποχρώσεις. Η συνύπαρξή του με τον Δημήτρη Δρόσο διεκδικεί μια θέση στις ευτυχέστερες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια, με τον δεύτερο να φέρνει εις πέρας τον απαιτητικό ρόλο του Λένου χωρίς να καταφεύγει σε γραφικές απεικονίσεις της νοητικής του αναπηρίας.

Η σκηνή τους στο φινάλε, υπό τους ήχους του Μητροπάνου, είναι μια ανατριχιαστική σκηνή ανθολογίας. Συνοδοιπόροι τους οι Μάνος Καζαμίας, Γιώργος Σιδέρης, Θάνος Περιστέρης, Γιανμάζ Ερντάλ (εξαιρετική ιδέα να εμπλουτιστεί η διανομή με έναν ερασιτέχνη για τον ρόλο του ξένου εργάτη), προσθέτουν τη δική τους πινελιά σε αυτό το γλαφυρό μωσαϊκό χαρακτήρων και ιδιοσυγκρασιών, που ξεχειλίζει από ένταση, ενέργεια και φανερώνει καλά δομημένες σχέσεις.

Αν αντιμετωπιστεί η κοιλιά του δεύτερου μέρους και η Νικολέτα Κοτσαηλίδου και ο Στέλιος Τυριακίδης κατακτήσουν το ίδιο επίπεδο φυσικότητας με τους υπολοίπους –ζητήματα που μπορούν να ξεπεραστούν–, η παράσταση θα δικαιωθεί απόλυτα. Το σημαντικότερο, πάντως, είναι ότι η φετινή πρόταση του Cartel επιβάλλεται με τον τρόπο της –και μάλιστα σε ένα άκρως πλουραλιστικό θεατρικό τοπίο– ως μία από εκείνες τις παραστασιακές εμπειρίες που υπερβαίνουν τα όρια της σκηνής και μετατρέπονται σε αληθινό βίωμα· για κάποιους θεατές, μάλιστα, μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα αποκαλυπτικό στη σχέση τους με το θέατρο.

Κάποιοι ίσως έρθουν στα όριά τους ή ενοχληθούν λόγω της αγοραίας γλώσσας ή της απροκάλυπτης απεικόνισης του σεξουαλικού στοιχείου, π.χ. στην εξαιρετική σκηνή μεταξύ της Αγγέλας Πατσέλη και του Βασίλη Μπισμπίκη, που μιλάει μόνο με τη γλώσσα του σώματος, όμως θα πρέπει να τονιστεί πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια παράσταση που επιδιώκει την «πρόκληση για την πρόκληση», αλλά αποδεικνύει πως το συγκεκριμένο ύφος είναι το μόνο που μπορεί να την εκφράσει.

CARTEL (Κεντρική Σκηνή) Αγ. Άννης & Μικέλης 4, Βοτανικός, 6939898258. Διάρκεια: 120΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου