Κριτική

Άμλετ

Από -

Ο «Άμλετ» είναι το μόνο από τα έργα του παγκόσμιου δραματολογίου, εξαιρουμένων των αρχαιοελληνικών τραγωδιών, για το οποίο έχει ειπωθεί ότι εμπεριέχει κάθε θεμελιώδες ερώτημα σχετικά με τη ζωή, την ύπαρξη, τον έρωτα, την εξουσία, την τέχνη, το θάνατο. Γι’ αυτό και όσες φορές κι αν παρακολουθήσει κάποιος παράστασή του, θα δει μια διαφορετική οπτική, αυτήν που κάθε σκηνοθέτης θέλει να τονίσει. Εδώ η Κατερίνα Ευαγγελάτου στάθηκε στο ζήτημα του θανάτου, που κατέχει πράγματι κομβική θέση στη σαιξπηρική προβληματική. Από ένα θάνατο (η δολοφονία του βασιλιά της Δανίας) ξεκινάει η δράση και στο τέλος του δράματος όλα τα πρόσωπα –πλην του Οράτιου– είναι πια νεκρά.

Η ανάμνηση του νεκρού πατέρα στοιχειώνει τον Άμλετ, ενώ η φασματική εμφάνισή του δίνει μια τρομερή σκηνή όπου το υπερφυσικό αποκτάει για λίγο φυσική υπόσταση. Η ίδια η ύπαρξη του Άμλετ είναι ένας αμφίρροπος αγώνας της ζωής με το αναπόδραστο αλλά και τη γοητεία του θανάτου. Στο μεταξύ οι σχετικές με το θάνατο έννοιες διατρέχουν το έργο: τάφος, θρήνος, κόλαση, σώμα, ύλη, ανάμνηση, χώμα... Σε καμία από τις παραστάσεις του «Άμλετ» που είδαν τα τελευταία χρόνια τα φώτα της ελληνικής σκηνής δεν έγινε τόσο ορατή αυτή η προβληματική, ούτε επιχειρήθηκε τόσο άμεσα η κατάθεση ενός προσωπικού βιώματος όσο σε αυτή που υπογράφει η Ευαγγελάτου.

Ολόκληρη η παράσταση επιχειρεί ένα σκάψιμο βαθιά στη μνήμη και ο «Άμλετ» αποδεικνύεται πολλαπλά πρόσφορος καμβάς. Οι ηθοποιοί εισβάλλουν στη σκηνή σαν φαντάσματα που έρχονται να κατοικήσουν ξανά το εδώ και μερικά χρόνια κλειστό Αμφι-θέατρο. Η παράσταση συνομιλεί με μια προηγούμενη εκδοχή του έργου, που ανέβηκε στο ίδιο θέατρο σχεδόν πριν από τριάντα χρόνια από τον ιδρυτή του και πατέρα της Ευαγγελάτου, τον Σπύρο Ευαγγελάτο (ενώ την Οφηλία υποδυόταν η μητέρα της Λήδα Τασοπούλου). Ο Γιάννης Φέρτης, ο Άμλετ εκείνης της παράστασης, εμφανίζεται τώρα ως φάντασμα του νεκρού βασιλιά.

Η Ευαγγελάτου νιώθει την ανάγκη να χρησιμοποιήσει όλο το χώρο που έχει στη διάθεσή της (τον εξώστη ουσιαστικά, καθώς το κυρίως θέατρο δεν υφίσταται πια) και απλώνει τη δράση σε κάθε σημείο του. Όλα αυτά λειτουργούν ως πλαίσιο που επιδρά περισσότερο σε όσους γνωρίζουν τη μακρά ιστορία του Αμφι-θεάτρου και την οικογενειακή ιστορία της σκηνοθέτιδας, δεν δεσμεύουν όμως το έργο σε κάποια αυτοαναφορική ανάγνωση (τουλάχιστον όχι σε απαγορευτικό βαθμό), και αυτό επειδή οι βασικοί άξονες της παράστασης υπαγορεύονται από το ίδιο το έργο.

Παρακάμπτοντας τις πολιτικές πτυχές της τραγωδίας, η Ευαγγελάτου επικεντρώνεται στην υπαρξιακή προβληματική και καταθέτει ένα βαθιά προσωπικό σχόλιο σχετικά με τη φθαρτότητα της ύλης, το εφήμερο της ζωής και του θεάτρου, την παρουσία/απουσία. Ο Άμλετ λέει στην πρώτη πράξη: «Ο κόσμος γέρνει, γκρεμίζεται. Γιατί έπρεπε να γεννηθώ εγώ για να τον στερεώσω;». Όμως αποδεικνύεται αδρανής κι εντέλει ανήμπορος· πολύ περισσότερο αυτός ο Άμλετ που, αντί να στερεώνει, ξηλώνει τον κόσμο σκάβοντας στα σανίδια της σκηνής, για να φτάσει στο χώμα που φιλοξενεί τους αγαπημένους του νεκρούς (σκηνικό της Θάλειας Μέλισσα, βασισμένο στα σανίδια του σκηνικού της πρώτης παράστασης). Και να που το βασικό μοτίβο που διατρέχει την παράσταση δεν μιλάει μόνο για το εφήμερο της ζωής αλλά και του ίδιου του (Αμφι)θεάτρου.

Οι ερμηνείες των ηθοποιών καθοδηγούνται από αυτό το υπαρξιακό βάρος: η Γερτρούδη της Άννας Μάσχα διακατέχεται από έναν αγχώδη παροξυσμό, ενώ ο Νίκος Ψαρράς σωματοποιεί την ακαμψία του Κλαύδιου, κρύβοντας πίσω της την ανασφάλεια για τα κλονιζόμενα θεμέλια της βασιλικής θέσης που κατέλαβε με δόλο. Σε άλλο αισθητικό πλαίσιο αλλά εξίσου δηλωτικό κινείται η σκιαγράφηση του μηχανορράφου Πολώνιου σαν φανφαρόνου παλιάτσου (εξαιρετικός ο Δημήτρης Παπανικολάου) και των δουλοπρεπέστατων Ρόζενκραντζ και Γκίλντενστερν (Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Βασίλης Μπούτσικος), μεγεθυσμένη από τα χαρακτηριστικά κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα.

Ο Άμλετ του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου καθορίζεται αποφασιστικά από το βάρος της μνήμης του νεκρού πατέρα και από το άλγος της αδρανούς ύπαρξής του· η ερμηνεία του σε σημεία είναι αφοπλιστική. Ενδιαφέρον είναι το αποτέλεσμα και όταν φοράει το προσωπείο του «τρελού», αν και σε σημεία δείχνει υπερβολικός. Η Αμαλία Νίνου καθοδηγείται σε μια αξιοσημείωτη απεικόνιση της στερημένης από τους χυμούς της νεότητας και του έρωτα Οφηλίας, όμως η σχέση της με τον Άμλετ μένει στο περιθώριο από τη σκηνοθεσία. Πολύ ωραία συνεισφέρουν στην ατμόσφαιρα οι φωτισμοί του Σίμου Σαρκετζή και η σύνθεση του Σταύρου Γασπαράτου.

Αγγελικής Χατζημιχάλη 15 & Αδριανού 111, Πλάκα, 2112131301. Διάρκεια: 160΄.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό θεάτρου