Οδηγός Τεχνών

Αύγουστος Βεϊνόγλου: «Θέλουμε οι φιλοξενούμενοι του Snehta να δουν την Αθήνα εκ των έσω»

Ο ιδρυτής του Snehta Residency μας μιλά για το πώς βλέπουν την Αθήνα οι φιλοξενούμενοι καλλιτέχνες με αφορμή την έκθεση «Concrete love song» το τριήμερο 28/2-2/3.

Αύγουστος Βεϊνόγλου: «Θέλουμε οι φιλοξενούμενοι του Snehta να δουν την Αθήνα εκ των έσω»

Λειτουργώντας ως πλατφόρμα φιλοξενίας νέων ξένων καλλιτεχνών, το Snehta Residency μας δίνει την τελευταία διετία την ευκαιρία να βλέπουμε πώς συνδιαλέγονται με την Αθήνα εκ των έσω (εξ ου και το αναποδογύρισμα της λέξης Athens) οι εικαστικοί που κάνουν βάση τους το κυψελιώτικο διαμέρισμα στην Αγίας Ζώνης. Ο ιδρυτής του Αύγουστος Βεϊνόγλου μας μιλά για το εγχείρημα με αφορμή την έκθεση «Concrete love song» το τριήμερο 28/2-2/3, μια «διαδικασία συγχώνευσης» των έργων και των ιδιοσυγκρασιών των τελευταίων ενοίκων, του Τζακ Μπάρτον (the song) και του Άντριου Μέισον (concrete).

Αύγουστος Βεϊνόγλου: «Θέλουμε οι φιλοξενούμενοι του Snehta να δουν την Αθήνα εκ των έσω» - εικόνα 1

Πότε και πώς προέκυψε η ιδέα για το Snehta;
Το 2002 στο Εδιμβούργο, μέσα στα πλαίσια ενός proffesional development workshop στο τμήμα γλυπτικής όπου σπούδαζα, έμαθα πρώτη φορά τι είναι το artist residency. Λίγα χρόνια αργότερα βρέθηκα να φιλοξενώ φίλους μου εικαστικούς στο διαμέρισμα που τώρα πραγματοποιείται το residency στην Αγίας Ζώνης 1. Ένιωσα, πως ακόμη και δίχως κάποια συγκεκριμένη οργάνωση, πως οι συζητήσεις για την πόλη και οι εντυπώσεις των ξένων φίλων μου για την Αθήνα, ανανέωναν και ενδυνάμωναν και τις δικές μου αντιλήψεις και εντυπώσεις για τον Αθηναϊκό χώρο. Η ιδέα έπεσε και αστειευόμενοι μαζί με φίλους είπαμε πως ένα πιθανό residency για καλλιτέχνες στην Αθήνα θα μπορούσε να φέρει το όνομα acropolis now, ένας αρκετά tacky τίτλος που φυσικά χρόνια μετά φιλτραρίστηκε παραπάνω.
Ποια είναι η φιλοσοφία του χώρου;
Ο τίτλος Snehta έχει ως σκοπό να εδραιώσει την ιδέα πως οι εκάστοτε φιλοξενούμενοι καλλιτέχνες λαμβάνουν μια εμπειρία της πόλης εκ των έσω, εξού και το αναποδογύρισμα της λέξης Athens. H φιλοσοφία του χώρου όμως έχει αλλάξει και εξελιχτεί αρκετά από τότε που ξεκίνησε το residency. Όταν ξεκινήσαμε με την πρώτη καλλιτέχνιδα, την Becky Campbel, σκεφτόμουν πως μέσα από περιηγήσεις αλλά και με τη γνωριμία του τόπου με κόσμο και φίλους εικαστικούς, ο καλλιτέχνης θα λάμβανε αρκετά για την δημιουργία ερεθισμάτων.
Αλλά άρχισα να συνειδητοποιώ την αναγκαιότητα να γίνουν περισσότερα πράγματα στη γειτονιά και με τη γειτονιά ως πρωταγωνιστή. Δεν έχουμε φτάσει ακόμα εκεί αλλά το επιδιώκουμε πάντα με τη λογική να βρούμε νέες ορολογίες και να εκμαιεύσουμε νέες ιδέες για την Αθήνα. Μας ενδιαφέρει πάντα η εκ νέου ανάγνωση του Αθηναϊκού και κατ’ επέκταση ελληνικού στοιχείου για αυτό και καλούμε 8 καλλιτέχνες ετησίως να έρθουν και να εργαστούν στην Αθήνα από δύο μήνες ο καθένας.
Πώς βλέπουν την Αθήνα οι ξένοι καλλιτέχνες / επιμελητές;
Υπάρχουν σίγουρα κοινά στοιχεία και θεματικοί άξονες που παρατηρούμε κατά καιρούς, ακόμη και μέσα από τις αιτήσεις που λαμβάνουμε, όπου τυχαίνει μάλιστα να έχουμε μόλις λάβει αυτές του τελευταίου open call. Εδώ θα παρατηρήσει κάποιος θεματικές και ενδιαφέροντα όπως η νομίσματική ιστορία και οι επιδράσεις του νομίσματος στην μοντέρνα φιλοσοφία και τρόπο ζωής, η οικονομία φυσικά, στοιχεία σχετικά με την αρχιτεκτονική, τις ετεροτοπίες στον αστικό χώρο, την επιστροφή σε καίρια αρχαία φιλοσοφικά στοιχεία με διάθεση γενίκευσης στον ευρωπαϊκό χώρο, στοιχεία σχετικά με το κοινωνικό και πολιτικό τοπίο, την ιδέα της συμμετοχής στα κοινά και ιδέες γύρω από τη συλλογικότητα και το στοχασμό.
Η γενικότερη αντίληψη της Αθήνας ως «παλίμψηστο» αλλά και ως πόλη που ενέπνευσε το δυτικό πνεύμα και τρόπο σκέψης την κάνει ένα χώρο εξαιρετικά αντιθετικό. Ίσως αυτές οι αντιθέσεις είναι που δελεάζουν τη δημιουργική και πνευματική πτυχή των καλλιτεχνών. Οι αιτήσεις που λαμβανουμε, από μόνες τους είναι ικανές να εξάψουν την περιέργεια και να αναδομήσουν την εντύπωση που έχει κάποιος για την Αθήνα και τον ελληνικό χώρο γενικότερα.

Αύγουστος Βεϊνόγλου: «Θέλουμε οι φιλοξενούμενοι του Snehta να δουν την Αθήνα εκ των έσω» - εικόνα 2
Andrew Mason, Architectural Feature, 2013

Πώς βρήκαν οι καλλιτέχνες την Αθήνα και τη ζωή εδώ; Τι είδους έργα προέκυψαν;
Κάθε καλλιτέχνης φέρνει και μια καινούργια πνοή στο project. Πρέπει να ομολογήσω πως το βασικό συστατικό είναι η θέληση του κάθε καλλιτέχνη. Το snehta υποβοηθά και σε κάποιο βαθμό εδραιώνει αυτά τα εγχειρήματα. Μέχρι τώρα έχουμε λάβει μια πληθώρα από feedbacks αλλά και δημιουργικά σχόλια που έχουνε επηρεάσει το project σε πολύ καίριο επίπεδο, όπως παραδείγματος χάριν η προτροπή από πρόσφατους residents να εμπλουτίσουμε το snehta με ένα κριτικό engagement από Έλληνες εικαστικούς, θεωρητικούς και άλλους επαγγελματίες του χώρου. Ομολογουμένως, υπάρχει εξαιρετικό δυναμικό που θέλουμε να φέρουμε σε επαφή με τους καλλιτέχνες που φιλοξενούμε. Γενικότερη επιθυμία μας από τους καλλιτέχνες που φιλοξενούμε, είναι να κάνουν κριτική με σκοπό τη περαιτέρω βελτίωση και εξέλιξη του project. Το Snehta είναι σε άμεση συνάρτηση με την εμπειρία των καλλιτεχνών και του κοινωνικού του πλαισίου και ωφέλιμο για αυτό είναι να μην κωλύεται αλλά να είναι ευέλικτο και προσαρμοστικό και στα δύο αυτά συστατικά.
Εσύ ως καλλιτέχνης ποια θεωρείς τα βασικά σημεία του έργου σου;
Έχει ενδιαφέρον πως όλα είναι αλληλένδετα. Είναι εύκολο κάποιος να διχοτομήσει πράγματα όπως η πρακτική του και οποιαδήποτε άλλη εργασία γύρω από το αντικείμενο της δημιουργικότητας, της συλλογικότητας και της μάθησης. Πλέον προσπαθώ να μη διχοτομώ. Ξεκίνησα με όλα τα κλασικά κλισέ που έχει κάποιος όταν πρωτομπαίνει στη καλών τεχνών. Τρομάζω πολύ με τον όρο που πολύ εύστοχα κατοχύρωσε η Anada Coomersaswami ως «Art of irrational pleasure», «τέχνη μιας παράλογης απόλαυσης», μιλώντας ίσως για την απομονωμένη και εγωκεντρική θέση του καλλιτέχνη.
Αντιθέτως, πιστεύω πως έχω έντονο το ηθικό στοιχείο και με ενδιαφέρει ιδιαιτέρως η προσφορά μέσα από το έργο μου. Σε αυτό βάζω το Snehta ως πρωτοστάτη, τουλάχιστον για τα προσωπικά μου δεδομένα. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω πόσο σημαντική θεωρώ την πνευματικότητα μέσα στην ανθρώπινη δημιουργία και το έργο, όχι μόνο το καλλιτεχνικό αλλά σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τη σύμπραξη ανθρώπινης ενέργειας και περιβάλλοντος.
Μέχρι τώρα μέσα από το γλυπτικό μου έργο έχω προσπαθήσει να παντρέψω αυτά τα στοιχεία κυρίως με κατασκευές-χώρους που εμπεριέχουν τον θεατή και τον καθιστούν πρωταγωνιστή της εμπειρίας. Ελπίζω όμως και σε μια «νέα γενιά» έργων όπου το έργο δεν θα συλλαμβάνεται απαραιτήτως περισσότερο φορμαλιστικά, αλλά συνάμα θα είναι ακόμη πιο συλλογικό αλλά ταυτόχρονα και πιο προσωπικό και πνευματικό, κάτι που θα ήθελα να νιώθει από πρώτο χέρι ο θεατής στοχαστής, επισκέπτης, περαστικός ή συμμετέχων.
Ζεις στο Εδιμβούργο. Πώς βλέπεις την εικαστική σκηνή εκεί και στη Γλασκώβη; Ποιους χώρους ξεχωρίζεις;
Στο Εδιμβούργο τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μου δίνεται η εντύπωση πως είναι λιγότερο ρευστά, και πως υπάρχει μια τάση «μαρμάρωσης» και θεσμικότητας, στοιχεία που ίσως θα έπρεπε να ταιριάζουν και σε μια Αθήνα, οπού πολλά δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε.
Στο Εδιμβούργο υπάρχουν εξαιρετικοί καλλιτέχνες, μουσεία, θεσμοί και ανεξάρτητοι χώροι οι οποίοι συνήθως πάσχουν από έλλειψη ανανέωσης, από νέο αίμα. Ευτυχώς όμως η σχολή καλών τεχνών του Εδιμβούργου ανανεώνει αυτό το δημιουργικό κοινό ανά έτος. Από την άλλη υπάρχει εξαιρετική στήριξη από το εικαστικό επιμελητήριο Σκωτίας (Creative Scotland), που σε αντίθεση με αυτό που επικρατεί στην Ελλάδα, προσφέρει εξαιρετικές ευκαιρίες σε αναγνωρισμένους αλλά και πιο νέους / ανερχόμενους καλλιτέχνες, ακόμη και σε οικονομική βάση. Επαινεί δηλαδή αξιόλογες ενέργειες με βραβεία και χρηματικά έπαθλα. Επίσης, υπάρχει ένα εξαιρετικό σύστημα από προγράμματα φιλοξενιών artists residencies μέσα από το Royal Scottish Academy τα οποία είναι δωρεάν σε χώρους και θεσμούς διασκορπισμένους μέσα στη χώρα. Από την άλλη η Γλασκώβη είναι ένας χώρος συνυφασμένος με την συνειδητή επιλογή ενός καλλιτέχνη να βρίσκεται σε ένα χώρο με πολλές δράσεις. Από τη μια έχεις το Εδιμβούργο που φαντάζει σαν την Εκκλησία και από την άλλη τη Γλασκώβη που θυμίζει την Αγορά μιας πόλης.

Αύγουστος Βεϊνόγλου: «Θέλουμε οι φιλοξενούμενοι του Snehta να δουν την Αθήνα εκ των έσω» - εικόνα 3
Jack Burton, Lovers, 2013

Ποια είναι η γνώμη σου για την εικαστική πραγματικότητα αυτή τη στιγμή στην Αθήνα;
Πήρε το αυτί μου πρόσφατα πως ο εικαστικός χώρος της Αθήνας φαντάζει σαν χωριό. Αυτό ίσως να ισχύει σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων και των εμπλεκόμενων σε αυτόν αλλά δεν είναι απαραίτητα κάτι το αρνητικό. Αυτό που νιώθω εγώ σε σχέση με την Αθήνα είναι πως είναι κάτι το εύπλαστο και άμορφο ακόμα. Υπάρχουν άλλοτε αντίρροπες κι άλλοτε ομόροπες τάσεις πολλαπλών κατευθύνσεων. Αυτό το εύπλαστο στοιχείο είναι ίσως για την ώρα κάτι που υποβοηθά μικρές δράσεις σαν το Snehta και άλλα projects αντίστοιχου μεγέθους. Το εύπλαστο αυτό στοιχείο που χαρακτηρίζεται από την περιθωριακότητα του ελληνικού χώρου είναι αποτέλεσμα σύνθετων κοινωνικοπολιτικών ζυμώσεων του εσωτερικού αλλά και του εξωτερικού πρωτίστως. Είναι το αγκάθι αλλά και το δέλεαρ. Η εύπλαστη πραγματικότητα σήμερα είναι αποτέλεσμα μιας καλλιεργημένης συνείδησης για το τι είναι κομβικό και κεντρικό στον κόσμο σήμερα. Επειδή πιστεύω πως υπάρχουν εξαιρετικοί Έλληνες καλλιτέχνες, όπως και επιστήμονες, θεωρώ επιτακτική την αναθεώρηση των αντιλήψεων μας για το τι εστί περιφέρεια και τι κέντρο σήμερα.
Αποτέλεσμα αυτού θα είναι η εμβάθυνση του τοπικού και αυτόχθονος στοιχείου και η εξωτερικευσή του που φυσικά θα γίνει μόνο μέσα από την καλλιέργεια και τη συγκρότηση σοβαρών θεσμών που δεν θα αποτελούν μεμονωμένες ενέργειες αλλά ζωντανή πολιτική της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ανάπτυξης της περιοχής της ανατολικής μεσογείου.
Τι θα δούμε στην έκθεση «Concrete love song»;
Οι δουλειές του Τζακ Μπάρτον (the song) και του Άντριου Μέισον (concrete) διακατέχονται από μια αίσθηση ρομαντισμού και αναδόμησης αναφορικά με τη βιομηχανική ιστορία στην πλαγιά των Τουρκοβουνίων (Μέισον) αλλά και από κάποιου είδους αναχρονιστικό αθηναϊκό Zeitgeist, που συναντάει κάποιος στην πόλη μέσα από ατυχείς και χιουμοριστικούς συνδυασμούς πάνω στα υλικά και στις τρέχουσες μόδες (Μπάρτον).

Περισσότερες πληροφορίες

Concrete love song

  • Εικαστικά

Φιλοξενούμενοι του residency, ο Τζακ Μπέρτον και ο Άντριου Πίτερ Μέισον εξερευνούν την Αθήνα, τη μοντέρνα και μεταβιομηχανική αρχιτεκτονική της, με μια διάθεση ρομαντισμού και αναδόμησης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τελευταία άρθρα Εστιατόρια

Paisley Tara Kennett: "Το κρασί προβάλλει την κουλτούρα και την ιστορία του τόπου από τον οποίο προέρχεται"

Η καινούργια sommelier και general manager του "The Zillers" μας αφηγείται το δικό της ταξίδι στον συναρπαστικό κόσμου του κρασιού που ξεκίνησε στο Λονδίνο και πλέον συνεχίζεται στην Αθήνα, την οποία ερωτεύτηκε με την πρώτη γουλιά.

ΓΡΑΦΕΙ: ΒΑΛΣΑΜΗς ΔΟΥΚΑΚΗς
13/01/2022

Giuseppe - Pino Saccheri: "Έκανα τη δική μου μαγειρική επανάσταση στην Ελλάδα"

Με σχεδόν τρεις δεκαετίες στην Ελλάδα και κοντέρ που πλέον γράφει αρκετά χιλιόμετρα σε επαγγελματικές κουζίνες, ο Σιτσιλιάνος σεφ μιλά για την ελληνική κουζίνα, τον Έκτορα Μποτρίνι και την αγαπημένη του "Julietta".

Ο Γιάννης Βαγενάς των Naxatras μας δίνει μια ιδέα πως είναι να παίζεις σε μια ανεξάρτητη μπάντα στην Ελλάδα του Covid

Οι Naxatras υποδέχονται το '22 στην πρεμιέρα του νέου κύκλου STAGES A/LIVE του Ιδρύματος Ωνάση και μας προετοιμάζουν για τα μουσικά πλάνα της χρονιάς.

Η Πρώτη, τελευταία και παντοτινή μπιενάλε του Ψηλορείτη δεν είναι ούτε πρώτη, ούτε τελευταία, ούτε μπιενάλε!

Ο επιμελητής και ιστορικός τέχνης Σταμάτης Σχιζάκης μας μιλά για το πρωτότυπο εγχείρημα, με αφορμή την παρουσίαση του στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου ως τις 16/02.

Στην "Αυλή των ηρώων" στο Μέγαρο Μουσικής ο Κώστας Ρουσσάκης αναμετράται με τη μνημειακότητα του Πεδίου του Άρεως

Μιλήσαμε με τον εικαστικό με αφορμή την ολοκλήρωση της έκθεσής του την Κυριακή 23 Ιανουαρίου, για τη μνήμη, την αναπαράσταση, τη δημόσια γλυπτική.

Στεφανία Στρούζα: Η απρόβλεπτη φύση της Μήδειας και η κλιματική αλλαγή

Με αφορμή την ολοκλήρωση της έκθεσης "212 Μήδεια (Aφηγήσεις από ένα χώρο μετέωρο)" την Κυριακή 23 Ιανουαρίου στο Μέγαρο Μουσικής μιλήσαμε με την εικαστικό.