Κριτική

Zuka 12,5/20

Από -

Ω ναι, είναι πολύ σέξι το ατμοσφαιρικό Far East glam που έχει απλωθεί στο «Zuka», κάνοντας όλη την Αθήνα να μιλάει γι’ αυτό εδώ και λίγους μήνες. Η γοητεία του είναι πολυεπίπεδη, το «wow» όμως βγαίνει αυθόρμητα με το που μπαίνεις. Στο κέντρο η εντυπωσιακή μπάρα, που τη διατρέχει μια γυάλινη βιτρίνα με τεράστια διακοσμητικά λουλούδια, ενώ δεξιά και αριστερά μια χρυσή «βροχή» από αλυσίδες «κρύβει» σαν see through πέπλο το χώρο όπου βρίσκονται τα τραπέζια, δημιουργώντας μια αίσθηση σεπαρέ, μπουντουάρ, μυστηρίου και κλειδαρότρυπας... Όλος ο χώρος βρίσκεται στον αντίποδα του αφαιρετικού μινιμαλισμού, που δεν πολυαρέσει νομίζω στον αρχιτέκτονα Θανάση Κυρατσού που το σχεδίασε, αλλά ο μαξιμαλισμός του έχει την ισορροπία ενός ωραίου γιαπωνέζικου ή κινέζικου κιμονό.

Το «Zuka» συντονίζεται με την ξανά ανερχόμενη τάση στην Αθήνα να συνδυαστεί με μοδάτο τρόπο η διασκέδαση με το ποτό και το φαγητό, βάζοντας στάνταρ που ανταποκρίνονται στο σήμερα. ­Καμία σχέση δηλαδή με τα club-restaurants παλιότερων εποχών και τα ξεπερασμένα κοκτέιλ τους. Πίνοντας Memoirs of a Geisha, Pink Gin και Blood and Sake χαίρεσαι πολύ καλά και άκρως ισορροπημένα κοκτέιλ, στον αφρό της εξελιγμένης αθηναϊκής σκηνής.

Οι φάσεις της διασκέδασης που φέρνουν στο μυαλό «Budha Bar» –πιο πολύ «Tao» στη Νέα Υόρκη σε μένα– κάνουν το «Zuka» τις περισσότερες ημέρες της λειτουργίας του ένα party restaurant με ζωντανές περφόρμανς, καθώς από Πέμπτη έως Σάββατο τραγουδάει «I’ll survive» και άλλα παρόμοια η Χριστιάνα Μπούνια, ενώ τις Κυριακές από νωρίς ο Νίκος Σαλέας παίζει αιθέρια ελληνικούς και ανατολίτικους σκοπούς πάνω στο τέμπο του DJ Nick Ross και τότε πολλοί είναι αυτοί που αφήνονται και λικνίζονται. Η αίσθηση του συντονισμού πάντως των ρυθμών του DJ με τα vibes του κόσμου είναι ιδεώδης. Περιττό να πω ότι όλη η κοσμική Αθήνα συχνάζει στο καινούργιο project των Σεμπαστιέν και Παολίνας Διαμαντούλη, που τρέχουν και το «Kalhua» της Μυκόνου.

Η κουζίνα, τώρα, διάλεξε πολύ λογικά το μονοπάτι των αισθησιακών γεύσεων της Ασίας, αλλά το εγχείρημα κάθε άλλο παρά εύκολο αποδεικνύεται, καθώς για να αποδώσεις με επάρκεια όλη αυτήν την ποικιλία των συγγενικών αλλά και πολύ διαφορετικών γευστικών παραδόσεων χρειάζεται εις βάθος γνώση κι εμπειρία. Ο σεφ Νίκος Χολέβας έφτιαξε, λοιπόν, ένα πανασιατικό μενού που έχει επιτυχίες, αλλά την ίδια στιγμή και μετριότητες. Καταφέρνει λ.χ. να κινηθεί στην κόψη του ξυραφιού της αρμονίας σε ένα δύσκολο ρολό όπως το zuka roll, που περιλαμβάνει γαρίδα τεμπούρα, spicy mayo, teriyaki και καψαλισμένο σολομό, δαμάζοντας τα κοντράστ και δημιουργώντας ωραία χημεία.

Από την άλλη, βέβαια, το sashimi pizza με παραψημένη βάση τορτίγιας και μέτριο ωμό τόνο πάνω της αποδεικνύεται πολύ κατώτερη των προσδοκιών, καθώς της λείπει η χάρη. Από τα dim sum διαλέξαμε lobster & shrimp dumplings, τα οποία ήταν καλά, αν και χωρίς την αλαβάστρινη λεπτότητα που βρίσκεις σε επίλεκτα κινέζικα, αλλά δεν τα ευνοεί ο τρόπος που τα σερβίρουν· θα έπρεπε να έρχονται σε μπολ αντί σε πιάτο, για να μπορείς να τα φας μαζί με την εξαιρετική σάλτσα τους με λάιμ, τζίντζερ, άνηθο σερβιρισμένα με κουτάλι, διότι τώρα τη γεύεσαι πολύ δύσκολα.

Περιμένεις να μην είναι φτηνές οι τιμές σε ένα εστιατόριο-υπερπαραγωγή, αλλά ειλικρινά δεν καταλαβαίνω γιατί μια φέτα ψητού κουνουπιδιού με σάλτσα φιστικιού κοστίζει € 20. Νόστιμο είναι, αλλά όχι κάτι που θα μείνει για πάντα στη μνήμη – έχουμε φάει στην Αθήνα παρόμοιο πιάτο που έκανε στράκες. Το pad thai στη σπέσιαλ εκδοχή του μάλιστα, με (άνοστα) χοιρινό, κοτόπουλο και γαρίδες, δεν γράφει «Ταϊλάνδη» στην ούγια.

Η καντονέζικη crispy duck ήταν πολύ κακή και στεγνή, με τις κρέπες της να βγάζουν αλευρίλα. Όταν ο ευγενέστατος σερβιτόρος μού απάντησε ότι είναι έτσι επειδή είναι τραγανή, κατάλαβα ότι η κουζίνα δεν μπορεί μάλλον να βγάλει την ωραία πάπια που σε κερδίζει με τη ζουμερή της σάρκα και την ωραία κρακελαριστή πέτσα, εκτός κι αν δεν έχουν εκπαιδεύσει καλά το προσωπικό. Αντιθέτως, η ψητή rib eye ταλιάτα, χυμώδης και μελωμένη από το λιπάκι της, ήταν το καλύτερο πιάτο που δοκιμάσαμε, ενώ τα stir fried λαχανικά που πήραμε για συνοδεία έμοιαζαν πιο πολύ της κατσαρόλας παρά του wok.

Τα επιδόρπια του Γιάννη Καλδάνη είναι πολύ ενδιαφέροντα. Το exotic semifreddo, πάντως, θα έπρεπε να είναι λιγότερο γλυκό και το κομποτέ ανανά πιο πυκνό για να συναγωνιστεί την ωραία ναμελάκα σοκολάτας γάλακτος με κρεμέ μπίτερ σοκολάτας, τραγανή γκοφρέτα πραλίνας και ζελέ από μάνγκο και φρούτα του πάθους. Τα παιδιά στο σέρβις είναι ευγενικά κι εξυπηρετούν με επαγγελ­ματισμό.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 12/2.

ZUKA Αμερικής 6, Σύνταγμα, 2103639174. Ωράριο λειτουργίας: Κλειστά Δευτ. Τιμή: € 35-45 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Valet service.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων