Κριτική

Τζουτζούκα 12,5/20

Από -

Μ’ αρέσει πολύ που η Αθήνα μπολιάζεται σιγά σιγά από το σύνδρομο Tribeca. Το άνοιγμα εστιατορίων σε off Broadway παραμελημένες γειτονιές, δηλαδή, όπου σιγά σιγά αρχίζουν να συχνάζουν όσοι ψάχνονται για το ιδιαίτερο και όπου η ανθρώπινη γλύκα και μια διάχυτη αύρα χαλαρότητας περισσεύουν. Εννοώ φάσεις σαν τις «Σεϋχέλλες» στην πλατεία Αυδή, το «ΦΙΤΑ» στον Νέο Κόσμο, το «Annie’s Fine Cooking» στις παρυφές της Καλλιρρόης και φυσικά το «Τζουτζούκα» σ’ αυτή την πολύ ήσυχη γωνιά Μεγ. Βασιλείου και Δυαλέων στου Ρουφ.

Οι αρχιτέκτονες που το επιμελήθηκαν κράτησαν τους κώδικες του καφενείου με τα τζαμωτά σε ισόγειο πολυκατοικιών, το μωσαϊκό μέσα και τις πλάκες πεζοδρομίου έξω, τις κλασικές ξύλινες καρέκλες και τις μεταλλικές με ασορτί τραπέζια, υιοθέτησαν το κυπαρισσί και το λευκό. και όλα αυτά από μόνα τους απλώνουν ένα στρώμα οικειότητας που σε χαλαρώνει. Και δεν το έκαναν σαν σκηνικό ευκολοφόρετης νοσταλγίας, αλλά με τρόπο σύγχρονο και με καθαρές γραμμές, προσθέτοντας ένα γεωμετρημένο μπαρ και μια ανοιχτή κουζίνα με κρεμασμένα αλουμινένια σκεύη και κουτάλες, που θυμίζει αμυδρά παλιό μαγειρείο.

Ο φαρδύς δρόμος με τις πληθωρικές μουριές και, απέναντι, ένα από τα εναπομείναντα παλιά αστικά σπίτια της περιοχής φτιάχνουν σκηνικό παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Η περιοχή άλλαξε ριζικά και αλλάζει συνεχώς, από τότε που το Μουσείο Μπενάκη δημιούργησε νέα δεδομένα ως πόλος έλξης συγκροτημάτων loft διαμερισμάτων και γραφείων – ευτυχώς έχει μείνει κατιτίς από τον βιομηχανικό απόηχο των συνεργείων και των αντιπροσωπειών μέσα στο αρχιτεκτονικό κολάζ που περιλαμβάνει από προπολεμικά Μπαουχάουζ κτίρια μέχρι μεταμοντερνισμούς, αλλά και ψιλονεόπλουτες πολυκατοικίες.

banner

Στην κουζίνα, η μαγείρισσα Αργυρώ Κουτσού, περσόνα αναφοράς με το χαρακτηριστικό μαντίλι δεμένο στο κεφάλι, πηγαινοέρχεται μαγειρεύοντας κυρίως αλλά και χαιρετώντας τον κόσμο στα τραπέζια. Το ότι είναι γεμάτο το μαγαζί μια Τρίτη βράδυ τέλος Ιουλίου είναι σίγουρο σημάδι επιτυχίας, και στα τραπέζια της «Τζουτζούκας» θα βρεις όλη την γκάμα των ηλικιών, άλλους με χαλαρό αμπιγέ ντύσιμο κι άλλους με σορτσάκι με σαγιονάρα, όλους όμως με την ίδια σαφήνεια στο βλέμμα: «ξέρω πού βρίσκομαι και γιατί ήρθα εδώ». Σαφές είναι επίσης ότι πρόθεση των δημιουργών του μαγαζιού είναι η συναισθηματική φόρτιση του χώρου παντοιοτρόπως, με χαρακτηριστικό το τρυφερό του όνομα, που βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τον υπότιτλο «αλήτικη κουζίνα» στα τζάμια καιτο μενού του μαγαζιού. Μην ψάχνετε στα λεξικά την κυριολεξία της σημασίας της, δεν θα τη βρείτε, γι’ αυτό μόνο βάσιμες υποψίες μπορούμε να έχουμε για την ερμηνεία του νεολογισμού. Υποθέτω λοιπόν ότι αλήτικη σημαίνει μια κουζίνα σίγουρα ζωηρή αλλά και άτακτη, που ξεφεύγει από τα κλισέ και θέλει να είναι προκλητική. Καλό αυτό, διότι αν είναι και πετυχημένη, έχεις κάθε λόγο να έρχεσαι για να ξεσκονίζεις τη ρουτίνα από το φαγητό που τρως.

Δυστυχώς, καταλαβαίνω ότι λόγω εποχής δεν είναι εύκολο να σερβίρεις τον αρνίσιο πατσά γιαχνί με τσορίθο πικάντικο που υπήρχε την πρώτη περίοδο –αυτό, ναι, είναι αταξία και βγάλσιμο γλώσσας στα ήθη της πρωτεύουσας–, γι’ αυτό ως σημείο αναφοράς του γευστικού στιλ της Αργυρώς Κουτσού καταγράφω το καλύτερο πιάτο που έφαγα από το τρέχον μενού:
Τα λιγκουίνι aglio olio peperoncino είναι από τις πιο νόστιμες γροθιές της ιταλικής κουζίνας, και εν προκειμένω είχαν ντυμένο με κάψα και σκορδάτο umami τον al dente τσαμπουκά των ζυμαρικών. Είχαν όμως και κάτι άλλο, έναν homemade μαρινάτο γαύρο να της δίνει ξιδάτη και θαλασσινή τσαχπινιά και να την κάνει ακόμη πιο αλήτικη με την καλή έννοια. Τώρα να πω ότι ήταν πετυχημένη η τολμηρή συνύπαρξη κοκκινιστής μελιτζάνας με καπνιστή ρέγγα δεν μπορώ, διότι το συνοικέσιο δεν δένει με τίποτα: Η ηλιόλουστη νοστιμάδα της πρώτης μαζί με δροσιστικό γιαούρτι είναι απολαυστική και θα της ταίριαζε ίσως ένα πικάντικο τσορίθο ή λίγη κοπανιστή για να αλητέψει. Δεν θα πω επίσης ότι μου είπαν κάτι ιδιαίτερο τα τσιγαριαστά χόρτα, θα έπρεπε να είναι καυτερά κερκυραϊκά τσιγαρέλια για να κάνουν την αταξία τους στον ουρανίσκο. Από το κερκυραϊκό μπιάνκο, πάλι, έλειπε το μέλωμα και η τσαχπινιά. Παραβρασμένες χυλοπίτες και κακό κομμάτι προβατίνας δεν είναι ό,τι καλύτερο κι έτσι η ενδιαφέρουσα σάλτσα ντομάτας έμεινε ξεκρέμαστη, ενώ δεν ένιωσα καθόλου την πιπεράτη ένταση από το ζακυνθινό λαδοτύρι. Έτσι, λοιπόν, σιγά σιγά ξεθώριασε στα μάτια μου το αλήτικο της γεύσης που προσδοκούσα και, απελευθερωμένος, χάρηκα την ωραία υφή της ξινούτσικης πανακότας με ζακυνθινό τυρί πρέντζα που η φινέτσα της ταίριαξε μια χαρά με ψητά ντοµατίνια. Το ίδιο έκανα και με το light ραφινάτο τιραμισού και παράτησα την ganache μπίτερ σοκολάτας που ήταν σφιχτή, σκληρή και κακή.

Εν κατακλείδι, σ’ αυτή την ατμοσφαιρική γαστροταβέρνα θα ήθελα να ξανάρθω, αλλά περιμένω αφενός γενναία διόρθωση των αδυναμιών και, αφετέρου, τη συνεπή υιοθέτηση τολμηρών γεύσεων ώστε ν’ αποκτήσει νόημα η «αλήτικη κουζίνα» και να μη μείνει κενό γράμμα.

 Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 20/7.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων