Κριτική

Το Λοκάλι 12,5/20

Από -

Το καλοκαίρι του 2019, οπότε και άνοιξε το «Λοκάλι», έγινε το απόλυτο place to be, όπως απέδειξαν οι προσπάθειές μας να βρούμε τραπέζι, γυρνώντας από τις προ-Covid, ανέμελες διακοπές μας τον Σεπτέμβρη. Η χαρούμενη αυλή του είναι πάντα το ίδιο ωραία, γεμάτη ενέργεια και με τη νεολαία να κυριαρχεί στην ολοήμερη λειτουργία του και τους πιο σοφιστικέ να έρχονται το βράδυ. Τώρα, βέβαια, που ακόμη δεν έχουν έρθει τουρίστες, τη χαιρόμαστε κυρίως μόνοι μας, οι «λόκαλ». Και είναι ακόμη πιο πράσινη, αφού οι μουριές, οι ελιές και τα πλατάνια θέριεψαν έκτοτε, όπως και τα αναρριχητικά που σκεπάζουν τη μάντρα της, νοσταλγική υπενθύμιση του «Σινέ Ψυρρή» που έλαμψε εδώ πριν από μερικά χρόνια.

Καθισμένος στις μεταλλικές καρέκλες με το πλαστικό καλώδιο των παλιών ζαχαροπλαστείων, σκέφτομαι πόσο πιο ωραίο είναι να χαζεύεις από πάνω σου τον ανοιχτό ουρανό που τώρα κρύβουν οι μεγάλες ομπρέλες. Μπορεί να προστατεύουν από την ψύχρα και την υγρασία, αλλά ελπίζω σταδιακά όσο ο καιρός ζεσταίνει να αποχωρήσουν και ν’ αφήσουν το βλέμμα ελεύθερο να απολαμβάνει την ανεμπόδιστη θέα του γειτονικού πέτρινου αναγεννημένου κτιρίου του 1930 που στεγάζει το «The Foundry Hotel» – μαζί του το «Λοκάλι» κολλάει χάρμα, δημιουργώντας μια αρχιτεκτονική γειτονιά με άρωμα Μεσοπολέμου και σύγχρονη γοητεία.

Εκτός όμως από την αυλή υπάρχει και η ταράτσα με τον tiki εξωτισμό, τα πολύχρωμα λαμπιόνια, τη ρέγκε υπόκρουση και τη θέα του εμβληματικού Αστεροσκοπείου να γράφει με τη σιλουέτα του, σαν συλλεκτικό βινίλιο πάνω στο αθηναϊκό skyline. Στην ταράτσα απλώνεται το καθαρόαιμα μπαρίστικο κομμάτι του μαγαζιού, όπου τον πρώτο λόγο έχουν τα εξαιρετικά κοκτέιλ του Δημήτρη Κιάκου και της ομάδας του: Καταχάρηκα το Tiki-tiki gin για την dry, καλοδεμένη, μυρωδάτη δροσιά του καθώς και για το ταίριασμά του με τα φαγητά. Άλλωστε το «Λοκάλι» αυτοπροσδιορίζεται ως cap, tap & tavern, ή, σε ελεύθερη μετάφραση, νεο-μεζεδοπωλείο ή νεο-ταβέρνα με μπαρ.

banner

Στη δεύτερη περίοδο του εστιατορίου, την επιμέλεια του μενού ανέλαβε ο βραβευμένος σεφ Αλέξανδρος Χαραλαμπόπουλος επιχειρώντας, όχι να το μετατρέψει σε fine dining, αλλά να δώσει μεγαλύτερη ουσία, άρωμα και σωστή τεχνική στην κουζίνα, στο γήπεδο όπου παίζει ήδη. Στην περίοδο επανεκκίνησης που διανύουμε, τα εστιατόρια αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην εύρεση μαγείρων, οι οποίοι λόγω πανδημίας κατέληξαν να κάνουν άλλες δουλειές, και καταβάλλουν προσπάθεια για να κρατήσουν το επίπεδό τους. Μοιραία, συνεπώς, παρατηρούνται αστάθειες, όχι μόνο στην casual εστίαση, αλλά και στα πολύ γκουρμέ εστιατόρια, τα οποία δικαιούνται μια περίοδο χάριτος μέχρι να βρουν εξ ολοκλήρου τα πατήματά τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν επισημαίνουμε τις αδυναμίες τους.

Στο «Λοκάλι», λοιπόν, τρως ταραμοσαλάτα, αυτή την ξινούτσικη κρέμα με την ελαφριά αλμυρή θαλασσινή γεύση που έχει διαδοθεί πολύ στους κύκλους των νέων σεφ, στολισμένη στην περίπτωσή μας με έξτρα πέρλες λεμονιού και λάδι μάραθου, και τη χαίρεσαι. Οι κολοκυθοκεφτέδες, που τόσο ταλαιπωρούνται σε αμέτρητες ταβέρνες σε όλη την Ελλάδα, εδώ έρχονται τραγανοί, μυρωδάτοι, με φρέσκα βότανα και μια ταιριαστή κρέμα γιαουρτιού με μαυροκούκι δίπλα τους. Σκέφτεσαι ότι το μαγαζί προσέχει το τηγάνι και επιβεβαιώνεσαι όταν φτάνει μπροστά σου το καλαμαράκι με κύμινο, μαγιονέζα μοσχολέμονου, σχοινόπρασο, σκόρδο και τσίλι. Και κατόπιν έρχεται στο ραντεβού η απογοήτευση, διότι τι να το κάνεις αυτό το πολύ ωραίο, homemade γλυκόξινο ντιπ με πετιμέζι και μηλόξιδο, όταν οι τηγανητές μπάμιες που φέρνουν να βουτήξεις μέσα του είναι τόσο μέτριες και λαδοπιωμένες; Επειδή δείχνουν ότι το κατέχουν το τηγάνι, πρέπει να προσέχουν ώστε να βγαίνει πάντα σωστό.

Συμπαθές αλλά άτονο το μαρινάτο λαβράκι, καθώς του λείπει η οξύτητα που θα το ηλεκτρίσει και θα το ανεβάσει. Το burger, όμως, ήταν στεγνό, σφιχτό, και χωρίς χάρη, με τις ψητές baby πατάτες της γαρνιτούρας να του βάζουν τα γυαλιά. Εκεί όμως που γίνεται πιο έντονη η κριτική είναι στην παέγια με γαρίδες, καλαμάρι, καπνιστά μύδια, τσορίθο και κρόκο Κοζάνης. Την προτείνουν για δύο και τη χρεώνουν €22, ενώ προφανώς είναι για έναν. Μας την έφεραν κρύα, μέσα σε μια ατομική παελιέρα στην οποία εμφανώς δεν είχε μαγειρευτεί, και η γεύση της τελικά ήταν αδύναμη και χωρίς εκείνο το umamiσιο άρπαγμα του ρυζιού στην επιφάνεια του τηγανιού που της δίνει άλλο αέρα.

Το φινάλε των γλυκών ανεβάζει το ηθικό, με σαφώς καλύτερο το κρεμέ λεμονιού-μάνγκο με πολύ όμορφα τραγανή φεγιεντίνη πραλίνας και κρέμα μοσχολέμονου. Ωραίο όμως είναι και το μιλφέιγ σοκολάτας, με cremeux gianduja, μπανάνα και σάλτσα αλμυρής καραμέλας που αν ήταν μια στάλα πιο αλμυρή θα το έκανε ισάξιο του προηγούμενου.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 3/6.

ΤΟ ΛΟΚΑΛΙ Σαρρή 44, Ψυρρή, 2103250673. Ωράριο λειτουργίας: All day. Τιμή: € 20-25 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Επί πληρωμή ­δίπλα στο μαγαζί ή στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων