Κριτική

The Grand by Interni 13/20

Από -

Με το που μπήκα στο καινούργιο «Grand Hyatt Athens» στη Συγγρού καταχάρηκα το εξαιρετικής αισθητικής λόμπι, όπου δεσπόζει η εντυπωσιακή σύνθεση «The Coin», εμπνευσμένη από αρχαία νομίσματα και από την αθηναϊκή οικονομική ευμάρεια του 5ου αιώνα π.Χ. Η τέχνη διατρέχει άλλωστε όλο το ξενοδοχείο, σκέφτομαι, παρατηρώντας το χρυσό αβγό της Νικομάχης Καρακωστάνογλου απέναντι από τα ασανσέρ που θα με ανεβάσουν στο εστιατόριο. Στο «The Grand» όμως αμηχανία…

Δεν μπορώ να ενταχτώ εύκολα σε αυτό το «κέλυφος» από γυαλί που εξασφαλίζει άπλετη θέα από τη θάλασσα μέχρι τον Παρθενώνα και το πάτωμά του είναι στρωμένο με ωραίο ξύλο, αλλά είναι γεμάτο έπιπλα εξωτερικού χώρου. Όσο ντιζαϊνάτα κι αν είναι οι πολυθρόνες και τα τραπέζια –και είναι, καθώς η επιλογή τους έγινε by Interni– μοιάζουν ξένα μέσα στην ατελή εικόνα του χώρου. Κι ενώ υποτίθεται ότι στήθηκε σαν urban garden, τα φτωχά φυτά της πέργκολας δεν πείθουν. Η αμηχανία έχει διάφορους βαθμούς ανάλογα με την οπτική γωνία που το προσεγγίζεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Αν λ.χ. βλέπεις το χώρο από την πλευρά της διάφανης πισίνας, νιώθεις ωραία με την εξωτική αλεγρία που εκπέμπουν τα τεράστια πορτοκαλοκόκκινα πλεκτά φωτιστικά Carousel του ντιζάινερ Kenneth Cobonpue. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο όμως στο τέλος του «γ» από την άλλη πλευρά της σάλας τα φωτιστικά λείπουν και το ημίφως σε αποτρέπει από το να καθίσεις σε αυτήν την πλευρά. Εκεί που ο «κήπος» πραγματικά έχει πετύχει είναι στο χολ της εισόδου των τουαλετών με τα πλακάκια-φύλλα. Το εστιατόριο είναι ακόμη ουσιαστικά άγνωστο στους Αθηναίους, αν και είδα λίγους και καλοβαλμένους, οπότε τον τόνο δίνουν οι ξένοι που μένουν στο ξενοδοχείο κα έρχονται ακόμη και απευθείας μόλις κάνουν check in. Όταν σκοτεινιάζει, η εικόνα του χώρου είναι καλύτερη αλλά και πάλι η υλοποίηση του concept urban garden πάσχει. 

Την κουζίνα επιμελείται ο executive chef Θάνος Κακαράς, σεφ και του «Interni» στη Μύκονο, οπότε η λογική είναι η ίδια: βίοι παράλληλοι ανάμεσα σε ιταλική κουζίνα, εξωτικές σπεσιαλιτέ της μόδας, κρέας και μοντέρνα ελληνική ζαχαροπλαστική, μαζί με κάποιες απόπειρες fusion ανάμεσα σε ευρύτερη Μεσόγειο και Ασία. Προσωπικά δεν είμαι αντίθετος σε τέτοιες περίπλοκες γαστρονομικές προσεγγίσεις, ίσα ίσα, αλλά η αίσθησή μου από το «Grand» είναι ότι δεν κατάφεραν το στόχο τους και δεν πέτυχαν να δημιουργήσουν ταυτότητα. Βρήκα, λ.χ., τα ταλιολίνι με χαρίσα δυόσμου και ψητό μάνγκο αποτυχημένα, καθώς έρχονται βρασμένα πολύ ρουστίκ, με μια μονότονη κάψα από την οποία λείπει ο δυό­σμος που περιμένεις, το φρούτο περνάει απαρατήρητο και οι γαρίδες δεν δίνουν γευστικό χρώμα στα ζυμαρικά.

Ενδιαφέρον έχει, αντιθέτως, ο συνδυασμός σάλτσας με γάλα καρύδας και σαφράν μαζί με ωραίο τσάτνεϊ κυδωνιού. Αντί να βάλουν όμως μεγάλες γαρίδες, που ιδεατά με τη δύναμη της ζουμερής σάρκας τους και το τραγάνισμα του κανταϊφιού γύρω τους θα έγραφαν ωραία ως κύριο θέμα, χρησιμοποίησαν μικρές, περιορίζοντας έτσι το πιάτο στη γειτονιά του συμπαθητικού. Αμηχανία επικρατεί και στο σερβίρισμα του μοδάτου black cod: η σάρκα του, ευγενής μεν, παραψημένη δε, του αφαιρεί πολλούς πόντους· το μεγαλύτερο λάθος όμως είναι ότι το σερβίρουν με δύο αταίριαστες γαρνιτούρες, από τη μία η σκοτεινή γλύκα μαύρου ρυζιού venere και από την άλλη η φρεσκάδα άγριων χόρτων βρασμένων al dente, που δεν συνεργάζονται μεταξύ τους. Πρόκειται ουσιαστικά για δύο διαφορετικά πιάτα, αλλά δεδομένης της ωραίας σάλτσας beurre blanc, αρωματισμένης με λουίζα, θα ήταν πιο σαφές κι ενδεδειγμένο να βάλουν το black cod μόνο με χόρτα.

Συνέχεια στο εξωτικό γήπεδο με το σεβίτσε, που η ηλεκτρισμένη από οξύτητα μαρινάδα του δεν διέθετε το δροσιστικό πλούτο ενός leche de tigre και το λαβράκι ήταν γευστικά άχρωμο. Αντιθέτως, τώρα, τα πρωτότυπα νιόκι ρικότας με λάδι τρούφας, καραμελωμένα σύκα και κρέμα κατσικίσιου τυριού είναι ωραία, όπως και η ανάλαφρα βελούδινη ταραμοσαλάτα που φέρνουν μαζί με το συμβατικό ψωμί (θα περίμενα κάτι πιο ψαγμένο σε ένα ξενοδοχείο αυτού του βεληνεκούς). Το κορυφαίο πιάτο που δοκίμασα, σε άλλο επίπεδο από όλα τα άλλα, ήταν ένα ωραία σιτεμένο hanger steak, με βαθιά νοστιμιά, πολύ καλή σος Μαδέρα, εξαιρετικό πουρέ από πιπεριά Φλωρίνης και νοστιμότατα λαχανικά, που τους ταίριαζαν οι πολύ καλές τηγανητές πατάτες.

Τα γλυκά είναι πιο εντυπωσιακά από το φαγητό, με την ωραία ιδέα του ρευστού σιμιγδαλένιου χαλβά με παστέλι και κρέμα φιστικιών Αιγίνης να χρειάζεται ραφινάρισμα, τον αποδομημένο μπακλαβά με κρέμα μαστίχας-ροζ πιπεριού και πραλίνα φιστικιού να ανεβάζει τον πήχη και το μπισκότο mi-cuit με πλούσια σάλτσα σοκολάτας να γίνεται φετίχ και να σκαρφαλώνει στην κορυφή των επιδορπίων. ­Τέλος, το σέρβις θα πρέπει να εντείνει τα αντανακλαστικά του για να ανταποκριθεί στα υψηλά στάνταρ του ξενοδοχείου.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 2/5.

GRAND BY INTERNI (ξεν. «Grand Hyatt Athens»), Λεωφ. Συγγρού 115, Νέος Κόσμος, 2144021234. Ωράριο λειτουργίας: Και μεσημέρι. Τιμή: € 45-65 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Ναι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους ή στο ξενοδοχείο.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων