Κριτική

Stories Urban Bistronomy 14/20

Από -

Εχοντας μπει για τα καλά στο παιχνίδι του ευρωπαϊκού city break, η Αθήνα εξελίσσει την ξενοδοχειακή της σκηνή ταχύτατα και δίνει νέα, πολύ ενδιαφέρουσα ταυτότητα στο Ιστορικό Κέντρο. Είναι πολλά τα παλιά κτίρια της πρωτεύουσας που σώθηκαν από το μαρασμό φιλοξενώντας τα καινούργια ξενοδοχεία της πόλης. Άλλοτε νεοκλασικά, άλλοτε βιομηχανικών χρήσεων, υπογραμμίζουν, παίρνοντας νέα ζωή, την αρχιτεκτονική ιστορία του κέντρου και διασώζουν τη γοητεία του πολεοδομικού ιστού και των οικείων εικόνων του, φέρνοντάς τον στο σήμερα.

Το «Editor Athens Hotel» άνοιξε τον Οκτώβριο του 2019 στο ανακαινισμένο και αναδιαμορφωμένο κτίριο του παλιού πιεστηρίου της ιστορικής εφημερίδας «Αθλητική Ηχώ» – εξ ου και το όνομά του. Η αυστηρή αίσθηση του κτιρίου αλλάζει όταν ανεβείς στον τρίτο όροφο και βγεις στην ταράτσα. Κοιτάζοντας κάτω, στην τρύπα του αιθρίου, βλέπεις το σκεπασμένο με τζαμωτό all day «The Publisher». Γύρω σου, τα διάφορα επίπεδα της ταράτσας δημιουργούν ένα αστικό μικροσύμπαν: απέναντι ένας μικρός κήπος, δεξιά και λίγο ψηλότερα ο χώρος που θα φιλοξενήσει το καλοκαίρι την open air εκδοχή του «Stories Urban Bistronomy», με άπλετη θέα στον Παρθενώνα και στα ανακαινισμένα και μη γύρω κτίρια, και αριστερά το εστιατόριο, κλειστό μεν, αλλά λουσμένο στο φως της ημέρας χάρη στην τζαμαρία που το περιτριγυρίζει.

Μέσα, στη μακρόστενη σάλα, το σκηνικό θυμίζει περισσότερο μοντέρνο σαλέ, με τόσο χαλαρωτικό ξανθό ξύλο που είναι απλωμένο: στα τραπέζια, στις δανέζικου στιλ καρέκλες, στον μακρύ καναπέ-παγκάκι, στην μπάρα που είναι στρωμένη για φαγητό ακριβώς μπροστά από την εξίσου μακριά ανοιχτή κουζίνα. Ένας χώρος ζεστός και φιλόξενος, που τον γλυκό μοντερνισμό του κεντάνε γυαλισμένος ορείχαλκος, μπλε μεταλλικά στουλ και φωτιστικά, καφέ πλακάκι κι ένα λευκό πάνελ στο ταβάνι που προσθέτει φως στο χώρο. Από κάποιες γωνιές καδράρεις Ακρόπολη πίσω από την κουζίνα. Νιώθεις πολύ όμορφα το βράδυ, αλλά φαντάζομαι πόσο ανανεωτικό θα είναι να έρθεις και για breakfast εδώ, με το φυσικό φως να κατακλύζει το χώρο.

Την ημέρα που το επισκέφθηκα δεν ήμασταν πολλοί, τέσσερις μικρές παρέες, αλλά χαζεύοντας μπροστά μας τη «χορογραφία» των σεφ στην κουζίνα κι έχοντας στ’ αφτιά ένα πολύ καλό σάουντρακ, με ήχο καλοζυγισμένο και δυνατό, δεν ένιωσα ούτε μία στιγμή αμήχανα ή ψυχρά. Από παλιά κομμάτια των Frankie Valli, Dean Martin και Roberta Black μέχρι τα «Island Blues» των Koop, την «Bitter Sweet Symphony» των Verve, τους Morcheeba και την Grace Jones, το blend είναι καλοφτιαγμένο και ζωντανό, αληθινή απόλαυση.

Επικεφαλής της γεύσης στο ξενοδοχείο ο Γιάννης Λιόκας, την κουζίνα του οποίου είχαμε χειροκροτήσει τελευταία φορά στη «Φάρμα Μπράλλου». Εδώ το φαγητό είναι ακόμη καλύτερο παίζοντας εξολοκλήρου με την ιδέα της μπιστρoνομίας, που θέλει τα ποιοτικά υλικά και τη high end μαγειρική να παίρνουν πολύ οικεία, cool μορφή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρασοτυρόπιτα, που έρχεται ως φινετσάτη τάρτα, φτιαγμένη όμως από χωριάτικο φύλλο, γεμιστή με κρέμα φέτας και χόρτων, με μπόλικα πράσα και πασπαλισμένη με πολλά μυρωδικά· τρώγοντάς την, εισπράττεις το ραφινάρισμα της παράδοσης σε μια συγχορδία ξεχωριστών γεύσεων, που όλες μαζί καταλήγουν στην πιο ωραία πρασόπιτα που έχεις φάει, σε μια μορφή χαλαρωτικού fine dining.

Η κουζίνα έχει έντονη τη διά­θεση της καινοτομίας, κρατώντας όμως πειστικά και νόστιμα το ίσο του comfort food. Άλλοτε σε πρωτότυπους λαχανοντολμάδες στα κάρβουνα, γεμισμένους με πρόβατο και σερβιρισμένους με αβγολέμονο, κρεμμύδι, κρέμα καρότου και άνηθου, άλλοτε στις πολύ γκουρμέ πατάτες στη «θράκα», που η γλύκα τους συνδυάζεται με μια κρέμα από μυρωδάτο «καμένο» βούτυρο, μαγειρεμένες σε στάχτη μοσχαρί­σιες στηθοπλευρές και μια ταιριαστή σάλτσα από μαύρη τρούφα ή ακόμη σε μια πολύ καλή κρέμα φασολάδας συνδυασμένη με χτένια, αβγά ρέγγας κι ένα υπέροχο dashi από ζωμό κρεμμυδιών και φύκια και φυσικά σε μια γλυκύτατη σελινόριζα ψημένη στο αλάτι και σερβιρισμένη με χόρτα φρικασέ, μανιτάρια κανθαρέλες και αβγολέμονο.

Ένα αλλιώτικο νεοελληνικό γευστικό πνεύμα απολαύσαμε στο σταμναγκάθι τουρσί που συνοδεύει ένα λαβράκι ψημένο μέσα σε αρωματική ζύμη και κρέμα αγκινάρας με άψογης υφής κομματάκια αγκινάρας Ιερουσαλήμ. Την κορύφωση της κουζίνας του Λιόκα, πάντως, τη χαρήκαμε σε δύο εξαιρετικές fine comfort σπεσιαλιτέ: τα τρυφερά μοσχαρίσια μάγουλα σε γοητευτικό, κρεμώδη γλυκό τραχανά με σάλτσα ελληνικού καφέ που η έντασή της σε κερδίζει μονομιάς και το ακόμη καλύτερο κριθαράκι με μια σάλτσα μπισκ από καραβίδες, που η δύναμή της ενώνεται φανταστικά με σιγομαγειρεμένη μοσχαρίσια ουρά πασπαλισμένη με σκόνη από βασιλομανίταρα.

Επίσης έχω ακούσει τα καλύτερα για τον μαύρο χοίρο με την πλούσια σος από σόγια και πετιμέζι, τσάτνεϊ καπνιστής πανσέτας, πίκλες από σιναπόσπορο και αρώνια αλλά και απαλή μους σελινόριζας, τον άφησα όμως για άλλη φορά. Ανάλογης λογικής τα επιδόρπια: το ρυζόγαλο γίνεται με ωραία κρεμ πατισερί, απέριττο παγωτό γάλα, μούρα και τραγανά αμύγδαλα και το γαλακτομπούρεκο ψήνεται στη στιγμή και περιχύνεται με δυνατό σιρόπι πορτοκαλιού με μπαχαρικά.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 20/2.

STORIES URBAN BISTRONOMY Ξεν. «Editor Athens», Βορέου 5-7 & Καρόρη, Πλατεία Αγίας Ειρήνης, 2103311444. Ωράριο λειτουργίας: Κυρ. μόνο μεσημέρι. Κλειστά Δευτ. Τιμή: € 30-40 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Ναι. Παρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων