Θέμα

Στην υγειά μας! Οι συντάκτες του «α» γράφουμε για το πρώτο ποτό που μας σέρβιραν μετά από έξι μήνες

Από , , , , , -

Έφτασε η ώρα για το πολυπόθητο πρώτο αλκοόλ και φαγητό, σερβιρισμένο σε γυάλινα και πορσελάνες, ακόμα κι αν συνοδεύεται με μέτρα ασφαλείας και αποστάσεις.

banner

Γιάννης Καντέα-Παπαδόπουλος: Η μαγεία του απροσδόκητου

Το πού θα μας έβρισκε το άνοιγμα της εστίασης ήταν δεδομένο στην παρέα εδώ και καιρό. Στα Άνω Πατήσια, το «Beans & Hops» έγινε δεύτερο σπίτι μας από τη μέρα από άνοιξε. Συμπτωματικά, αυτή ήταν πριν από δύο χρόνια ακριβώς και φέτος, ζώντας μια στρεβλή πραγματικότητα, βρισκόμαστε να γιορτάζουμε γενέθλια και αντάμωμα μαζί. Στ' αλήθεια όμως δεν είχαμε χαθεί, αφού στη συμβολή της Ηρακλείου με την Αγίας Λαύρας περάσαμε όλο το χειμώνα με μια μπύρα ή ένα καφέ στο χέρι, θέλοντας να μη χαθεί η επαφή με τα παιδιά, ανανεώνοντας κάθε φορά άρρητα την υπόσχεση μεταξύ μας πως αργά ή γρήγορα θα τα λέμε και πάλι «όπως παλιά». Έμοιαζε σα να δίνουμε ο καθένας από λίγο θάρρος στην υπομονή του άλλου.

Όταν έφτασε, λοιπόν, η πολυπόθητη μέρα, μόλις βρήκαμε τις θέσεις μας οι συνήθειες επέστρεψαν μονομιάς. Παγωμένες Guinness και βαρελισιες Brewdog στα ποτήρια, παλιοί γνώριμοι στα γύρω τραπέζια, νεύματα αναγνώρισης σε συνδυασμό με κλεφτές ματιές σε διπλανούς, αγαπημένοι φίλοι να διαδέχονται ο ένας τον άλλο στο τραπέζι. Με έναν τρόπο ήταν σα να μην πέρασε μια μέρα, αλλά φυσικά, δεν ήταν έτσι. Οι επτά μήνες του lockdown, συν εκείνοι της περασμένης άνοιξης, έχουν αφήσει ένα δικό τους αποτύπωμα εντός μας κι αυτό φάνηκε από όσα μοιραστήκαμε πίνοντας με φίλους που κάποτε βλέπαμε χωρίς την προϋπόθεση του SMS. Η απουσία της αβίαστης συντροφιάς τόσο καιρό ήταν οδυνηρή και αντίστοιχα η απουσία της μουσικής στο μαγαζί έδρασε σα μια υπενθύμιση πως τίποτα, ακόμα, δεν έχει αλλάξει πραγματικά. Τουλάχιστον το γέλιο μας δεν έπαψε να είναι εκκωφαντικό, αποτρέποντας όποιο ενδεχόμενο να επικρατήσει η σιωπή.

Λίγο πριν ηχήσει το last call στις 10 και θυμηθούμε πως οι ώρες μας στους δρόμους έχουν curfew, αναπολήσαμε τους λόγους που μας έλειψαν τόσο οι νύχτες στην πόλη∙ είναι η μαγεία του απροσδόκητου, όταν γνωρίζεις την αφετηρία της βραδιάς μα όχι το τέλος, οι τελετουργίες του ξενυχτιού, όταν ζαλισμένος λες σε φίλους - συντρόφους πόσο τους αγαπάς λίγο πριν καεί η γλώσσα από το (βαρύ) φαί που τρως στο πόδι για να συνεχίσεις. Τώρα το φινάλε είναι προκαθορισμένο, 22.45 πρέπει ήδη να επιστρέφεις σπίτι(;). Πώς να χωρέσουν όλα, άρα, σε μία... βάρδια; Πολλοί, σίγουρα, θα το προσπαθούμε. Αρκεί να ξέρουμε πως αυτό δεν είναι «κανονικό».

banner

Δέσποινα Ζευκιλή: Η παρέα του Ζαππείου σε νέες περιπέτειες

Η Δώρα, εξέχων μέλος της παρέας του Ζαππείου, το οποίο υπήρξε η δική μας ψυχοθεραπεία κατά τη διάρκεια της καραντίνας, είναι η αρχετυπική αθηνοραματίστρια. Τα φετινά όνειρα της, αγχωτικές εξετάσεις όπου αδυνατούσε να ονοματίσει έργα του Μπέρνχαρντ ενώ μόλις πέρυσι είχαμε δει μαζί δύο από αυτά, σουρεαλιστικές περιηγήσεις βγαλμένες από ταινία του Οικονομίδη (μάλλον το τελευταίο θερινό που μοιραστήκαμε) ήταν ενδεικτικά του πόσο της είχαν λείψει οι έξοδοι στην πόλη.

Δεν μας εξέπληξε όταν, ενώ εμείς συζητούσαμε τι θα κάναμε το Πάσχα, μας είχε ήδη κλείσει τραπέζι στο «Cupolla» για την πρώτη Δευτέρα της εστίασης. Όλη η παρέα μπορούσε να πάει με τα πόδια, δεν απέχει πάνω από μισό χιλιόμετρο από το συνηθισμένο ραντεβού μας στα γρασίδια, να επιστρέψουμε... ένα βήμα τη φορά στην κανονικότητα. Δεν είχαμε πολλά νέα να πούμε μες στη φούσκα μας, αλλά τα χαμόγελα περίσσευαν.

Καλά τα τσιμπολογήματα στα παγκάκια αλλά μας είχε λείψει ο ήχος των ποτηριών που τσούγκριζαν, των μαχαιροπήρουνων που δεν έχεις να μαζέψεις μετά, το να φορέσουμε κάτι άλλο πέρα από τα αθλητικά μας βρε αδελφέ, η ελευθερία του να απολαμβάνουμε μια βραδιά γύρω από ένα τραπέζι. Το εξαιρετικό προσωπικό, η βελούδινη καπνιστή μπουράτα, η γκασπάτσο με τον αφρό μοτσαρέλας, τα pink Spritz, οι προπόσεις στο καλοκαίρι και στο «και του χρόνου κάπου μακριά» προστέθηκαν στο βιβλίο αναμνήσεων που τόσο έχουμε ανάγκη να φτιάχνουμε, σύμφωνα με τους ψυχολόγους, όταν ο χρόνος κατά τ' αλλά θυμίζει την ημέρα της Μαρμότας.

Στις 9 που σηκωθήκαμε (το μαγαζί ήταν γεματο με δύο βάρδιες) ήταν ακόμη νωρίς... ο δρόμος μας οδήγησε φυσικά θα έλεγε κανείς στην comfort zone του Ζαππείου (για το «Baba Au Rum» θα πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμη), στο νέο «Ramblas» πάνω στον πεζόδρομο της Βασιλίσσης Όλγας για Americano με γκρέιπφρουτ σόδα, μόνο που αυτή τη φορά καθιστά, με το στάδιο του Εθνικού να απλώνεται μπροστά μας και την ευφορία (τα ραντεβού για το εμβόλιο είχαν κλειστεί επιτέλους το Μεγάλο Σάββατο) που δημιουργεί η παρέα, το αλκοόλ και ο ανοιχτός ορίζοντας, κυριολεκτικά και μεταφορικά, να μας πλημμυρίζει.

Μαρία Κρύου: Relaxing by the sea

Τσίμπα με να το πιστέψω! Μετά από μια ποδηλατάδα, με τον ήλιο να με ζεσταίνει ευχάριστα και την αίσθηση της πρώτης γενναίας δροσιστικής βουτιάς, απολαμβάνω μια παγωμένη μπύρα και μια χωριάτικη σαλάτα, για αρχή, στο «Απέραντο Γαλάζιο» του Ναυτικού Ομίλου Βάρκιζας, πάνω στο κύμα. Πω, πω εντελώς διακοπές. Η dolce vita αλά ελληνικά, με τις εκπλήξεις, τους τόπους και τα τοπία της γίνεται η δική μας καλοκαιρινή μυθοπλασία.

Ντίνα Γκρουμούτη: Η ανείπωτη λαχτάρα της εξόδου

Δεν πρέπει να υπάρχει άλλος τόπος στη γη, όπου μια απλή έξοδος για φαγητό μπορεί να οδηγεί σε μια τόσο πολυδιάστατη απόλαυση. Μιλάμε γι αυτά τα τραπεζάκια σε αυλές και κήπους, δίπλα στο κύμα ή κάπου ψηλά κάτω από δέντρα, με στέγη μέρα-νύχτα έναν λαμπρό ουρανό. Για ‘κείνη την ανεπιτήδευτη, τόσο χαλαρωτική ατμόσφαιρα της ταβέρνας, που αγαλλιάζει όλες τις αισθήσεις πριν χτυπήσει κέντρο στον ουρανίσκο μ’ ένα φαγητό, που όσο απλό κι αν είναι δεν θα το απολαύσεις ποτέ ίδιο στο σπίτι. Και είναι αυτό ακριβώς το «πακέτο», που περισσότερο μας έλειψε αυτούς τους έξι μήνες!

Δεύτερη μέρα που άνοιξε η καταπράσινη αυλή του «Κρητικού» στην Κάντζα και τα χαμόγελα περίσσευαν από τις κυρίως νεανικές παρέες που τη γέμισαν. Ανείπωτη χαρά αυτό το πρώτο ποτήρι μέχρι να παραγγείλεις, διάθεση για κουβέντα με το σχεδόν συγκινημένο προσωπικό -τόσος καιρός αναγκαστικής αποχής… Και ναι, είχαμε λαχταρήσει όσο τίποτα εκείνο το μαυλιστικό αρνίσιο συκωτάκι τυλιγμένο στη μπόλια, τα λεπτοκομμένα παϊδάκια που σε στέλνουν στον ουρανό, την πεντανόστιμη βοδινή σπαλομπριζόλα, πάντα άψογα ψημένη -όλα μαζί, πλάι στις μεγαλύτερες γαρδένιες της πόλης, ήταν μια απόλαυση, που η πολύμηνη στέρηση της έδινε άλλη διάσταση…

Άγγελος Κλάδης: Στην υγειά μας, κι όλα θα πάνε καλά

Τελικά, την πρώτη ημέρα της εστίασης, ούτε να κλείσω βιάστηκα ούτε να προφτάσω τραπέζι σε κάποιο απ’ τα εστιατόρια που ζαχάρωνα διαδικτυακά τους τελευταίους μήνες, περιμένοντας πώς και πώς το άνοιγμα για να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό απ’ όσα έφτιαχνα σπίτι, να δω φερειπείν τι εστί κίμτσι και τοπιναμπούρ, τώρα που πλησιάζουμε στον τελικό του Masterchef. Μετά από έξι μήνες αποχής κι αποστέρησης, μαζί με ιώβεια υπομονή, νομίζω κληρονόμησα μια επιπλέον διστακτικότητα απέναντι στα πράγματα, ένα a la minute κόμπιασμα, ας πούμε, που δένει τον οισοφάγο, όταν κάτι απρόσμενο προκύπτει και αλλάζει τα δεδομένα – έστω κι αν είναι προς το καλύτερο.

Δεν μπορώ αλλιώς να εξηγήσω πώς στη θέα του πρώτου γεμάτου μαγαζιού σάστισα: πίσω απ’ την πρώτη στροφή του δρόμου που μένω, με περίμενε το «Μόκα», ξανά ζωντανό, με κόσμο έξω στα τραπέζια του, φάτσες χαμογελαστές, συζητήσεις, τσουγκρίσματα, αναβρασμό. Το τελευταίο τραπέζι είχε μόλις κατοχυρωθεί και μεταφερόταν στην απέναντι πλευρά της Καλλιδρομίου για τους τρεις τυχερούς που θα συμπλήρωναν τη συγχορδία εντός ολίγου. Σαν να μην πέρασε μια μέρα, η εικόνα ξύπνησε μνήμες «από τα παλιά», αφού ανέκαθεν οι θέσεις ήταν περιζήτητες σ’ αυτό τον καφενέ που το πρωί σερβίρει ελληνικούς και το βράδυ μεταλλάσσεται σε εναλλακτικό, low-profile στέκι για νεαρόκοσμο.

Χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος στόχος ή προορισμός, μετά απ’ την ανάμεικτη δόση νοσταλγίας και αμηχανίας μπροστά στο γνώριμο που ήταν για μήνες ξεχασμένο, η βόλτα συνεχίστηκε στα ενδότερα της περιοχής, στον πεζόδρομο της Κωλέττη και στην Εμ. Μπενάκη, στα μαγαζιά γύρω απ’ τη Ναυαρίνου, μέχρι που φτάσαμε στη Βαλτετσίου κι αγκυροβολήσαμε στην ταβέρνα της «Ροζαλίας» για το βάπτισμα του πυρός.

Δυο ρακές, μια χωριάτικη και ένα ζουμερό κρεατικό στη σχάρα γράφτηκαν στο τεφτέρι, κι όσο ετοιμάζονταν, είχες λίγο χρόνο να εγκλιματιστείς, να ανταλλάξεις βλέμματα με πρόσωπα χωρίς μάσκες, να πιάσεις κουβέντα (έστω εξ αποστάσεως) με κάποιον διπλανό, να νιώσεις ξανά τη χαρά του να μοιράζεσαι. Το αλκοόλ έβαλε το χεράκι του και λίγες γουλιές αργότερα το κόμπιασμα ήταν παρελθόν. Οι δεύτερες σκέψεις είχαν εξανεμιστεί μπροστά στο όμορφο ανοιξιάτικο απομεσήμερο που μας έβρισκε κάτω από πλατάνια να τσουγκράμε με αγνώστους, ανταλλάσσοντας ευχές. Οπότε, στην υγειά μας, κι όλα θα πάνε καλά.

Άννα Φαρδή: Πληθυντικός αριθμός

«Δεν το πιστεύω πως βγαίνουμε για ποτό», λέμε και ξαναλέμε στο αυτοκίνητο, όσο κατευθυνόμαστε προς την πρώτη μας έξοδο μετά από έξι μήνες. Βρισκόμαστε στη Χίο, όπου περνάμε το τελευταίο διάστημα της καραντίνας, και όπου εδώ και μήνες πηγαινοερχόμαστε σε μία έρημη από τραπεζάκια περαντζάδα, με τα πόδια μας να έχουν βγάλει φουσκάλες από το μανιώδες πέρα δώθε με πλαστικά ποτηράκια στο χέρι. Να ‘ναι καλά τα take away μπαράκια που μας προμηθεύουν με γευστικά κοκτέιλ τόσο καιρό: κι από οικολογικής απόψεως όμως να το δεις, προτιμότερο το γυάλινο. Μόλις στρίβουμε στο δρόμο που διατρέχει το λιμάνι, τα πρόσωπά μας φωτίζονται. Απλωμένες καρέκλες σε μαγαζιά μέχρι πρότινος θεοσκότεινα, ρολά ανεβασμένα, φωτάκια να λαμπυρίζουν και μια βαβούρα ζωής που δεν μπορούσαν να αντικαταστήσουν με τίποτα τα πηγαδάκια των περιπατητών τόσο καιρό. Ακόμα και χωρίς τη μουσική (έχουμε βάλει το ραδιόφωνο στη διαπασών και το απολαμβάνουμε μόνες μας), αυτό το ζωντανό μελίσσι μάς συντροφεύει μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας.

Χωνόμαστε στα σοκάκια του Κάστρου
, ακούμε το τακ τακ των παπουτσιών μας στις πέτρες που στρώνουν τα δρομάκια – τα αθλητικά μας με τις λαστιχένιες σόλες μετά από μήνες έχουν μείνει να ξεκουραστούν, ξεθεωμένα κι αυτά, στην ντουλάπα – φοράμε μάσκες, αλλά γελάμε, γελάμε πολύ, γιατί η ανυπομονησία να κάτσουμε, να χαζέψουμε τον κατάλογο, να σερβιριστούμε, κάνει τις καρδούλες μας να χτυπούν δυνατά. Έχουμε χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου: ήταν σαν χθες ή σαν πρόπερσι το τελευταίο μας ποτό; Στη Χίο, ήταν ένα Havana Cola στο «Kubrick» (απαραίτητος προορισμός της δεύτερης εξόδου). Στην Αθήνα, ένα ούζο-πάγο στου Ψυρρή.

Στα τραπεζάκια του «Βραδύποδα», μέσα στα ερείπια ενός παλιού πέτρινου σπιτιού που έχει μετατραπεί σε αυλή του μαγαζιού, συγκεντρώνεται όλη η παλιά παρέα του σχολείου. Δεν ξέρω αν η ζωή είναι κανονική, εκείνη τη στιγμή όμως είναι σίγουρα ωραία: είμαστε ξανά δεκαεφτά χρονών (κι ας γκρινιάζουμε για τις δουλειές και τις σχολές μας), είμαστε ανέμελοι (κι ας κοιτάμε την ώρα για να προλάβουμε να φάμε και να φύγουμε), είμαστε αγκαλιασμένοι (κι ας αγγίζουμε μόνο τα ποτήρια μας στο τσούγκρισμα για «καλό καλοκαίρι», «πάντα τέτοια», «πάντα έξω»). Δεν είναι τα μαγαζιά που μας είχαν λείψει. Είναι οι παρέες από τις οποίες παίρνουν την υπόστασή τους στη μνήμη μας∙ είναι οι φίλοι με τους οποίους τα ανακαλύψαμε∙ είναι οι ιστορίες που ζωντανεύουν στο σκηνικό τους.

Αν με ρωτάς, καθόλου δε με απασχολεί πού πήγαμε, τι φάγαμε, τι ήπιαμε (ούζο Στουπάκη, μαύρο – το προτείνουμε ανεπιφύλαχτα). Το σημαντικό είναι πως μεταφέρω αυτήν την ιστορία (μας) σε ά πληθυντικό.