Κριτική

Ovio 13,5/20

Από -

Την πρώτη μου επίσκεψη στο εστιατόριο του Πάνου Ιωαννίδη την έκανα πριν από δύο μήνες. Δεν είχε ανοίξει ακόμη τις πόρτες του στο κοινό, στα τραπέζια έτρωγαν γνωστοί και φίλοι, οπότε η ατμόσφαιρα ήταν φυσικά όμορφη. Τώρα που ξαναπήγα, σε πραγματικές συνθήκες, μου άρεσε ακόμη περισσότερο η ενέργειά του. Ωραία vibes από νέους που καλοπερνάνε και το δείχνουν, κυρίως εν μέσω μιας ευχάριστης χαλαρότητας, την οποία υποβάλλουν τόσο το φαγητό όσο και το στιλ του μαγαζιού. Ένα σύγχρονο, όμορφο στέκι, με λίγα τραπέζια στο έμπα μπροστά από το μπαράκι και το φούρνο της πίτσας και περισσότερα πάνω στο άνετο πατάρι. Το «τραπέζι του μαγαζιού» πάντως, που αν είστε δύο αξίζει να το κλείσετε οπωσδήποτε, είναι αυτό που κρέμεται σαν θεωρείο στην άκρη του παταριού για να κόβεις κίνηση από ψηλά. Πολύ φιλόξενος ο χώρος με τα ωραία γεωμετρικά πλακάκια στο πάτωμα και τα έπιπλα από ξανθό ξύλο.

Το μωσαϊκό, σε κάποια άλλα, ταιριάζει με την ιδέα ενός εσωτερικού «κήπου» αποτελούμενου από δύο μικρά δέντρα που διασταυρώνονται στον αέρα και περικοκλάδες που δια­τρέχουν τον ξύλινο κάναβο του ψηλοτάβανου χώρου. Παρότι τα φυτά δεν είναι αληθινά, είναι επιτυχημένες κατασκευές και δίνουν φρεσκάδα στο χώρο. Και το μιξάζ του κόσμου είναι ωραίο, με πολλά ζευγάρια και μεγαλύτερες παρέες, καλοβαλμένου ιντελεκτουέλ, φιλενάδες και γενικά χαρούμενους ανθρώπους.



Ο Ιωαννίδης δεν είναι συχνά εδώ –περίοδος γυρισμάτων γαρ–, αλλά το όνομά του είναι μαγνήτης και το μαγαζί γεμίζει. Αργά ή στα ρεπό του μπορεί να τον πετύχετε, έχει αφήσει ωστόσο στο πόδι του τον Δημήτρη Παπαναγιώτου, που είχε ξεχωρίσει στο πρώτο «MasterChef», και μια πολύ δεμένη ομάδα, με σεφ την Κατερίνα Βλάχα, αν κρίνω από τα πιάτα που δοκίμασα τόσο πριν από δύο μήνες όσο και τώρα. Εννοώ ότι η γευστική γραμμή που έχει χαράξει ο Ιωαννίδης μαζί με τον συνεταίρο του Πάνο Πολίτη (του «Cupola») βγαίνει όπως την έχουν χαράξει.

Πάμε στην κουζίνα, τώρα, που είναι μεν ιταλική, αλλά με τη ματιά του Πάνου Ιωαννίδη, κεντημένη με Ελλάδα και λίγη Ανατολή. Να, όπως τα σιτσιλιάνικα κεφτεδάκια arancini, που αντί για ρύζι είναι φτιαγμένα με τραχανά και συνοδεύονται από ντοματάκια κονφί σαν μαρμελάδα, ήτοι μια βόμβα αρωματισμένη με πιπέρι Σετσουάν και μαυροκούκι. Το ωραίο καρπάτσιο είναι καπνιστό, ενώ και το δημοφιλές vitello tonnato το παραλλάσσει πολύ έξυπνα και δημιουργικά σε tonno tonnato, αλλά με έναν τόνο φανταστικό, καπνισμένο σε ξύλο ελιάς, που συνοδεύεται από σταφίδες, κρίταμο, φινόκιο, ντομάτα, κρεμμύδι και κάππαρη. Μόνο η σάλτσα tonnata είναι υπερβολικά ρουστίκ και δεν του ταιριάζει στιλιστικά· ίσως μια πιο ραφινάτη θα απογείωνε αυτήν την πρωτοτυπία.


Τα risotti και γενικά τα «…otti» ­είναι από τα δυνατά χαρτιά της κουζίνας. Είχα δοκιμάσει ήδη αυτό με τις γαρίδες και χάρηκα την άψογη υφή του με μια γεύση που ξεχειλίζει παρμεζανάτη νοστιμιά και πάνω της σερφάρουν σοταρισμένες γαρίδες μαριναρισμένες σε σουμάκ μαζί με πυκνή μπισκ, που δίνει φρουτώδη ένταση. Το risotto al salto, πάλι, στην πρώτη του εμφάνιση στην Αθήνα –είναι σπάνιο ακόμη και στην Ιταλία!–, κλέβει την παράσταση από ένα νόστιμο οσομπούκο μαγειρεμένο με μανιτάρια του οποίου αποτελεί γαρνιτούρα: έρχεται σαν χρυσό, τραγανό pancake από risotto Milanese με σαφράν, τηγανισμένο με βούτυρο, για να κάνει ωραία κρούστα και μέσα να μείνει μαστιχωτό. Τη fregola της Σαρδηνίας την αντικαθιστά με κουσκούς Λήμνου, το οποίο μαγειρεύει σαν πλούσιο ριζότο με διάφορα άγρια μανιτάρια. Ύστερα από όλα αυτά πήρα από περιέργεια το vegan risotto μανιταριών και χαμογέλασα ικανοποιημένος από αυτό το πλούσιο και πολύ νόστιμο πιάτο, μαγειρεμένο με βούτυρο καρύδας και vegan παρμεζάνα από κάσιους και διατροφική μαγιά.

Η πίτσα είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στο «Ovio», αφού τη φτιάχνουν με το καινούργιο ναπολιτάνικο στιλ του Canotto, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι σκληρή και τραγανή αλλά το εντελώς αντίθετο – μαλακή και πολύ αφράτη, με την κυκλική της «σαμπρέλα» ιδιαίτερα αεράτη. Είναι μεν καλοφτιαγμένη, πλην όμως δεν πιστεύω πως της ταιριάζουν οι πολύ νόστιμες αλλά δυνατές συνθέσεις υλικών με τις οποίες την προτείνουν, όπως η marinara (με πυκνή ντομάτα, χταπόδι και αντζούγιες), η πικάντικη spianatta ή η carbonara με σαφράν. Θέλει κάτι πιο ανάλαφρο, όπως ο συνδυασμός αχλάδι, καρύδι και γκοργκον­τζόλα, που στο μενού τον βρίσκεις ωραία ταιριασμένο με νιόκι.



Την carbonara με casarecce μην τη χάσετε, διότι το αβγό την τυλίγει βελούδινα και η τρούφα τής πάει πολύ. Τα homemade ραβιόλια, πάλι, γεμιστά με πάπια σε ένα γκλάσο κόκκινου κρασιού με πετιμέζι, είναι δαντελένια. Μου άρεσε το ψήσιμο της αλλιώτικης porchetta, που ακολουθεί σοφιστικέ μονοπάτι με (πολύ έντονη) σάλτσα εσπρέσο-βανίλιας, ωραιότατο πουρέ καμένου κουνουπιδιού και ψητά ραντίκιο και αντίβ, που δίνουν ισορροπία με τις πικράδες τους.

Πολύ καλά τα επιδόρπια, με καλύτερο την πρωτότυπη κρεμ μπριλέ βασιλικού με passion fruit και σορμπέ μάνγκο. Ακολουθούν η αποδομημένη lemon pie και η απαλή μους σοκολάτας με αμαρέτο.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 23/1.

OVIO Απόλλωνος 4, κέντρο, 2114115755. Ωράριο λειτουργίας: Κλειστά Κυρ. Τιμή: € 25-50 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Παρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων