Κριτική

Noah 13.5/20

Από -

Παρά τις δυσκολίες της εποχής, το «Noah» κατάφερε με την εντυπωσιακή ανακαίνισή του, πέρυσι το καλοκαίρι, να καθιερωθεί ως place to be για τους Αθηναίους. Οι ουρές στην είσοδο είναι συχνό φαινόμενο, τόσο τις καθημερινές όσο και την Παρασκευή και το Σάββατο. Τι να λέμε, τέτοιος φανταστικός κήπος με πληθώρα και ποικιλία δέντρων και λουλουδιών είναι ακαταμάχητος πόλος έλξης από μόνος του. Πόσο μάλλον όταν η ατμόσφαιρα αυτής της εξπρεσιονιστικά χρωματισμένης σε σαφρανέ, άκουα και φούξια τόνους χασιέντα στήνει μαξιμαλιστικό χορό με ψάθινα φωτιστικά, πολυελαίους και μπαρόκ γύψινα. Αν το επισκεφτείς για να κλαμπάρεις, θα το κάνεις ακούγοντας ευχάριστη, μαύρη μουσική με ωραίο γκρουβ. Όταν κάθεσαι, όμως, για φαγητό ή ποτό στα τραπέζια του κήπου, ο ήχος έρχεται κακός και μπουκωμένος. Αυτό συνέβαινε ήδη από πέρυσι και απορώ γιατί δεν τον διορθώνουν∙ είναι σίγουρο ότι θα εξασφάλιζε ακόμα πιο μαγικές βραδιές. Το πολυδιάστατο κοινό του «Noah» διαμορφώνεται ανάλογα με την ώρα και τη μέρα που θα το επισκεφτείς, μιας και λειτουργεί από το πρωί. Είναι σαφές πάντως ότι η χασιέντα τραβάει τη νεολαία και ο κήπος τους χωράει όλους.

Αν δεν έχετε πάει ακόμη, θα σας πρότεινα να το σκεφτείτε έστω και για γλυκό μετά ποτού ή καφέ, κυρίως για τα προκλητικά επιδόρπια της σεφ Ελένη Σαράντη – sous chef του Παύλου Κυριάκη στο «Ziller’s», που έχει αναλάβει φέτος την επιμέλεια της κουζίνας. Το Noah mosaic είναι μια παραλλαγή του τιραμισού με namelaka και καραμελωμένα πεκάν, με δυνατό του σημείο την αλμύρα στο μωσαϊκό που του χαρίζει πολυσύνθετη γεύση. Η πάβλοβα έρχεται σε πολύ μοντέρνα εκδοχή με τις τραγανές ξινούτσικες μαρέγκες της από λουίζα να φτάνουν σε επίπεδες ψηφίδες και να σκεπάζουν έναν ωραιότατο συνδυασμό από σορμπέ μάνγκο, κρέμα λεμονιού και κομπόστα κόκκινων φρούτων. Στην pop νοσταλγία του καραμελωμένου ποπ-κορν με βελούδινη κρέμα καραμελωμένης σοκολάτας με nutella και παγωτό βανίλια, δύσκολα αντιστέκεσαι. Δεν συνηθίζω να ξεκινώ την κριτική ενός εστιατορίου από τα επιδόρπια, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση κάνω εξαίρεση αφενός επειδή εκφράζουν την προσιτά γκουρμέ ματιά της σεφ και τις δυνατότητές της ακόμη περισσότερο και από το φαγητό της, αλλά και επειδή πιστεύω ότι μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα στο πολυσυλλεκτικό «Noah».

Όσον αφορά το concept του μενού με τον ethnic fusion χαρακτήρα, νομίζω είναι το πιο ταιριαστό που έχει σερβιριστεί στο μαγαζί, τοποθετημένο σε ξύλινα και κεραμικά μπολ και πιάτα. Στοιχεία από την Ιαπωνία μπλέκονται με αρώματα της Μέσης Ανατολής, γεύσεις της Ελλάδας με της κεντρικής Αμερικής και της Άπω Ανατολής, ιδέες της Ιταλίας με σάλτσες της Ταϊλάνδης, και το ωραίο είναι ότι συναρμόζονται και δουλεύουν πολύ δόκιμα. Επειδή όμως βρισκόμαστε στην Αθήνα, όπου τα spicy –καυτερά ή μη– δεν είναι τα πιο αγαπημένα του κοινού, θα κάνω μια επισήμανση που δεν θα χρειαζόταν αν βρισκόμασταν στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη: όσοι είστε μερακλήδες, τολμήστε να τα ζητήσετε λίγο πιο πικάντικα για να χαρείτε στο φουλ την κουζίνα. Να, λόγου χάρη τα ωραία τορτελόνι, γεμισμένα με γαρίδα που ανήκουν στις fine dining σπεσιαλιτέ, θα κέρδιζαν πολλούς πόντους αν η σάλτσα τους με πράσινο κάρι είχε πιο thai ιδιοσυγκρασία. Αντιθέτως, η αδιατάραχτη φινέτσα μπακαλιάρου με κρέμα καλαμποκιού, φύκια Wakame και μυρωδάτο σησαμέλαιο είναι κάτι που θα περίμενες να βρεις πιο πολύ στο «Ziller’s» παρά εδώ. Στην πλειονότητά τους, τα πιάτα έχουν comfort ή και street χαρακτήρα – με μια τσαχπινιά. Στην κλασική burrata, μαζί με τα ντοµατίνια και τη βινεγκρέτ βασιλικού μπαίνουν ακόμα φράουλες και σωστά βρασμένος αρακάς, δίνοντας έξτρα δροσιά και άρωμα στο πιάτο. Στην πλούσια φινέτσα του σολομού gravlax, το passion fruit και το αβοκάντο προσθέτουν εξωτισμό. Το τραγανό τηγανητό χταπόδι κάνει εξαιρετική παρέα με πορτοκαλάτη φάβα και μαρμελάδα τσίλι, καταλήγοντας σε μια πολύ φωτεινή γεύση. Η σάλτσα βουτύρου με miso που μπαίνει πάνω στο tataki μού άρεσε πολύ, αλλά δεν μπορώ να πω το ίδιο για το κρέας με τη σκληρή και μαλακή ταυτοχρόνως υφή! Οι λουκουμάδες έχουν προτερήματα και ελαττώματα. Εξηγούμαι: αυτοί του μπακαλιάρου είναι μέτριοι με βαρύ άρωμα που αντιμάχεται την ωραία chili mayo, ενώ του κουνουπιδιού χρειάζονται πιο ελαφρύ τηγάνι, για να γράψει καλύτερα πάνω τους η μους φιστικοβούτυρου.

banner

Με την πρώτη δαγκωνιά του tikka masala chicken burger κατάλαβα γιατί έχει κάψει καρδιές στο delivery∙ ωραίο ψωμάκι, σάλτσα που αποπνέει ωραία Ινδία με μετρημένο αλλά σαφές κάρι, και δροσιά από καπνιστό γιαούρτι, μάνγκο και αγγουράκι. Στα must, τέλος, και το «λουκούμι» που ακούει στο όνομα χοιρινά ribs, καραμελωμένα σε σάλτσα ponzu, με βερίκοκο και τραγανό αμύγδαλο πάνω τους.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 23/6.

NOAH Πάρκο Ελευθερίας (Μετρό Μέγαρο Μουσικής), Κολωνάκι, 2107233419. Ωράριο λειτουργίας: Από το πρωί. Τιμή: € 25-35 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στο εστιατόριο.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Οι κρι­τι­κοί του «α» επι­σκέ­πτο­νται ανώ­νυ­µα τα εστια­τό­ρια και όλα
τα έξο­δα κα­λύ­πτο­νται από το πε­ριο­δι­κό.

Κακό: κάτω από 11,5/20 Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20 Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20

 Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων