Κριτική

ΜάνηΜάνη 13/20

Από -

Είναι τόσο καλαίσθητο το έμπα του νεοκλασικού που στεγάζει το «ΜάνηΜάνη», όπου η αστική αρχοντιά, η μανιάτικη παράδοση (ένας πέτρινος πύργος σε παλιομοδίτικη κορνίζα) και το πνεύμα της εποχής συντονίζονται πανέμορφα. Στο δημοφιλές –αν και σε όροφο– εστιατόριο, το οποίο έχει κλείσει 14 χρόνια επιτυχημένης πορείας στην αθηναϊκή σκηνή, δεν βρίσκεις εύκολα τραπέζι νωρίς, καθώς πάμπολλοι ξένοι τουρίστες που θαυμάζουν τα αρχαιολογικά διαμάντια στη γύρω περιοχή έρχονται μετά τη βόλτα τους εδώ για δείπνο· και οι Έλληνες όμως το τιμούν δεόντως, να όπως στο μεγάλο τραπέζι της δεξιάς σάλας με τον αρ ντεκό καναπέ, όπου καλοπερνούσε μια μεγάλη παρέα όταν το επισκέφθηκα.

Για κάποιον περίεργο λόγο η δεξιά σάλα έχει μεγάλη ενέργεια, ενώ στην εξίσου όμορφη αριστερή τα vibes είναι πιο χαλαρά κι επικρατεί ηρεμία. Το φως πέφτει στους λευκούς, σαν ύφασμα με πατίνα, τοίχους και δημιουργεί μια πολύ γλυκιά ατμόσφαιρα, την οποία συμπληρώνουν με μετρημένο τρόπο η συστοιχία από κενές κορνίζες στους τοίχους, η εσοχή με τις πιατοθήκες, οι πίνακες, οι λευκές –σαν σε μοντέρνα ταβέρνα– καρέκλες αλλά και η επιβλητική ασπρόμαυρη φωτογραφία των πύργων της Βάθειας στη Μάνη (η οποία βρίσκεται στην αριστερή σάλα). Μαμάδες με τις κόρες τους, ζευγάρια, κυρίες που τρώνε μόνες τους: το «ΜάνηΜάνη» είναι ένα φιλόξενο, πολιτισμένο εστιατόριο όπου ο κόσμος έρχεται και για την έξοδό του, και για να φάει ένα νόστιμο πιάτο φαγητό, συνοδεία τζαζ μουσικής και ωραία διασκευασμένων κομματιών.

Στο κέντρο του μαγαζιού διαδραματίζεται η δράση της κουζίνας, τα πιάτα της οποίας μοιράζουν στα τραπέζια ευγενικοί σερβιτόροι, με καλή γνώση του μενού. Τρώγοντας στο «ΜάνηΜάνη» όλα αυτά τα χρόνια, είχα σχηματίσει την εντύπωση πως προβάλλει τη γευστική παράδοση με σύγχρονο τρόπο, ξεπερνάει το προφανές και ανεβάζει το γευστικό της επίπεδο. Είναι η πρώτη φορά που η συντριπτική πλειονότητα των πιάτων που έφαγα περιορίζεται σε μια απλή comfort νοστιμιά, χωρίς τη σπιρτάδα την οποία είχα συνηθίσει.

Μόνο ένα από αυτά που δοκίμασα ξεχώριζε, θυμίζοντάς μου αυτό που ήξερα και ανεβάζοντας ψηλά το γαστρονομικό πήχη. Ωραία χυλωμένο και αναζωογονητικά ξινό, το τραχανότο συνδυάζεται με εξαιρετικά ψημένο, ζουμερό ορτύκι, με απόηχους θυμαριού, και ωραίο σιγοφουρνισμένο ντοματάκι· μου έκανε εντύπωση μάλιστα που το στήθος ήταν πιο νόστιμο από ό,τι το μπούτι – ­διότι συνήθως συμβαίνει το αντίθετο. Σε αυτό το πιάτο η παράδοση έχει αυτό το νακ που την κάνει να σου μένει στο μυαλό, σαν κάτι οικείο αλλά ταυτοχρόνως καινούργιο και παιχνιδιάρικο.

Υπάρχουν και άλλες καινοτομίες στο μενού, όπως λ.χ. οι συγκλινοκεφτέδες με την τραγανή κρούστα και την εκφραστική γεύση της βασικής πρώτης ύλης. Μιλάνε στον ουρανίσκο με αμεσότητα, αλλά μόνο όταν στάξεις επάνω τους λίγο λεμόνι ξυπνάνε τα αρώματα μπαχαρικών και πορτοκαλιού, αποκτώντας έτσι σαφώς μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αυτό όμως είναι κάτι που πρέπει να φροντίσει η κουζίνα. Η σαλάτα με ρεβίθια είναι γευστικά άχρωμη και δεν καταφέρνει να ξυπνήσει το ενδιαφέρον, καθώς το κύμινο της περιγραφής δεν ακούγεται, δυόσμος δεν υπάρχει, το ντρέσινγκ ξινόμηλου αποδεικνύεται ανεπαρκές να τονίσει τους πρωταγωνιστές της σαλάτας, αφήνοντας ξέμπαρκα το ρόδι και τις σταφίδες, ενώ το έξτρα λεμόνι κάτι κάνει πάλι, αλλά δεν επαρκεί.

Θα πέσει φωτιά να με... κάψει αν πω ότι δεν είναι ωραίος ο καγιανάς, θα περίμενα ωστόσο κάτι παραπάνω από μια γευστική συντροφιά ντομάτας και αβγών πάνω σε μια απλή τραβηχτή πίτα, δηλαδή να ακούγονται τουλάχιστον το λουκάνικο και το σύγκλινο που αναφέρονται στον κατάλογο, αλλά μόλις που τα αντιλαμβάνεσαι. Τη γεύση του κριθαρο-σιταρότου, από την άλλη, την περίμενα πιο βαθιά και είναι αλήθεια ότι τα μανιτάρια τού έδωσαν νοστιμιά, δεν κατάφεραν όμως να απαλείψουν μια αίσθηση ξενέρωτου, η δε καπνιστή πανσέτα της περιγραφής δεν ακούγεται καθόλου.

Ο γεμιστός κόκορας, πάλι, δεν είχε μέσα στο ρολό τα μανιτάρια και το καπνιστό χοιρινό που περίμενα –βρίσκονταν έξω– και στο μυαλό μου φάνηκε σαν ένα απλώς συμπαθητικό κοτόπουλο πάνω σε καλή κρέμα πατάτας με πεκορίνο Αμφιλοχίας και ωραία σκορδάτη μαγιονέζα· και μπορεί η οπτικά εντυπωσιακή και γευστικά καλή κρέμα παντζαριού να στολίζει το πιάτο, αλλά δεν ταιριάζει με τα υπόλοιπα υλικά. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν έχει αλλάξει η ρότα του εστιατορίου από τη στιγμή που ανακοινώθηκε στις αρχές Μαρτίου ότι ο executive chef και συνιδιοκτήτης Αλέξανδρος Φουρούλης υποδέχτηκε στην ομάδα της κουζίνας τον Μιχάλη Χατζηγεωργίου.

Όσο για τα γλυκά, η καλή γαλατόπιτα θα έλεγε περισσότερα σερβιρισμένη ζεστή και με την επιφάνειά της καψαλισμένη τη στιγμή του σερβιρίσματος, ενώ η κρέμα σοκολάτα δίπλα της είναι εντελώς αταίριαστη. Η πορτοκαλόπιτα, τέλος, υποδειγματική, εκ των καλύτερων στην Αθήνα, μυρωδάτη και σωστά σιροπιασμένη, συντονίζεται με ξινό παγωτό γιαούρτι.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 16/4. 

ΜΑΝΗΜΑΝΗ Φαλήρου 10, Κουκάκι, 2109218180. Ωράριο λειτουργίας: Και μεσημέρι. Τιμή: € 25-30 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων