Κριτική

Lollo’s 13,5/20

Από -

Τη χάζευα αυτήν την ωραία μονοκατοικία του ’50, με το ημικυκλικό «λιακωτό» και τη λεπτή σιλουέτα του φοίνικα να με στέλνουν νοερά σε βίλες της ίδιας περιόδου στην Κούβα. Με το που μπήκα μέσα με χτύπησε δυνατά, κατευθείαν στην καρδιά, μια τόσο νόστιμη κι ευγενική μυρωδιά σκόρδου, όχι η αποφορά του καπηλειού, αλλά εκείνη η ορεκτική ανάσα νοστιμάδας από την κουζίνα μιας μάμα ή μιας αστεράτης τρατορίας στην Μπότα. Ένιωσα σαν τον γευσιγνώστη στον «Ρατατούη», που του λύθηκαν τα γόνατα όταν δοκίμασε το αγαπημένο τουρλού λαχανικών της παιδικής του ηλικίας. Η αλήθεια είναι πως πίσω από το –ευγενές, το τονίζω– σκόρδο υπήρχε μια εξίσου ορεκτική νότα δεντρολίβανου. Ήμουν σίγουρος ότι θα τρώγαμε καλά και ας μην είχα βάλει ακόμη τίποτε στο στόμα μου.

Καθίσαμε στο μεγάλο οβάλ τραπέζι από μωσαϊκό στο «λιακωτό» και ό,τι είχα νιώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή μεγεθύνθηκε από το σκηνικό γύρω μου. Ο χώρος, που είναι βουτηγμένος εντελώς γεωμετρικά, κατά το ένα τέταρτο, σε ένα λακαριστό βαθύ πράσινο των φύλλων της ελιάς, που το κοντράρει στους υπόλοιπους τοίχους η αποφορτισμένη ένταση του απογυμνωμένου σκελετού του κτιρίου βαμμένου άσπρου, εκπέμπει έναν ουμανιστικό διακοσμητικό μοντερνισμό για... χειροκρότημα.

Ύστερα είναι οι άνθρωποι: ζευγάρια και μεγαλύτερες παρέες στα τραπέζια, οι πιο πολλοί ντυμένοι σπορ και άλλοι με μεγαλύτερη πολυτέλεια, πολλοί με μια προσγειωμένη αρχοντική πατίνα που ήταν φανερό ότι τη διαθέτουν από γεννησιμιού τους, οι περισσότεροι πάνω από τα 40 αλλά και νεότεροι, έτρωγαν κι έπιναν και όλο το σκηνικό εξέπεμπε θέρμη και αρμονία σαν καλογυρισμένη ταινία. Μου άρεσε τρομερά η ατμόσφαιρα και βρήκα τέλεια συντονισμένο και το υπόλοιπο μισό του χώρου. Ο μεταλλικός κάναβος με το θαμπό γυαλί σε παλιό βιομηχανικό στιλ, που χωρίζει την κουζίνα από τη σάλα και σε αφήνει να βλέπεις τη χορογραφία των μαγείρων, σου υποβάλλει τη βεβαιότητα του γοητευτικά χειροποίητου που μαγειρεύεται εκεί.

Ύστερα από δέκα θριαμβευτικά χρόνια στην Αντίπαρο η ονομαστή πιτσαρία των Ρωμαίων Stefano Gentili και Sabrina Ciarpelloni ήρθε τελικά στην Αθήνα μετά τις πιέσεις των φίλων τους Αντώνη Ζωγράφου και Όρσας Ρεμπούσκου. Η πρώτη βασική διευκρίνιση που πρέπει να κάνουμε πάντως είναι ότι στον ξυλόφουρνό τους δεν ψήνουν pizza αλλά pinsa. Μοιάζουν μεταξύ τους σαν αδέρφια, μόνο που η pinsa (η οποία σημειωτέον αρχίζει να γίνεται παγκόσμιο trend) προέρχεται από τη σύγχρονη εξέλιξη ενός αρχαίου ρωμαϊκού εδέσματος, του οποίου το όνομα προέρχεται από το ρήμα «pinsere», που σημαίνει «πιτακώνω», ήτοι πιέζω κάτι από πάνω προς τα κάτω ώστε να πλατύνει σαν πίτα.

Ε, λοιπόν, η pinsa του «Lollo’s» είναι αστέρι. Δεν έχει ψίχα όπως η pizza, αφού πρόκειται για μια λεπτότατη, τραγανή, κυματιστή και γεμάτη ανομοιόμορφες καμπύλες οβάλ ζύμη, ανάλαφρη, αλλά με γευστικό βάθος που οφείλεται σε 36 ώρες αργής ωρίμανσης. Ιδανικό υπόστρωμα για να βάλεις πάνω του λογής λογής παρελκόμενα διαλέγοντας από έναν ατελείωτο κατάλογο 36 διαφορετικών γεύσεων χωρισμένων σε 6 κατηγορίες, με τη δυνατότητα να προσθέσεις ακόμη κάποια από τα 50 διαθέσιμα υλικά.

Δοκιμάσαμε αρχικά μια βασική Margherita με βουβαλίσια μοτσαρέλα, σάλτσα ντομάτας και βασιλικό και χαρήκαμε τη μητέρα των γεύσεων της πίτσας, σε μια εκφραστική εκδοχή που αναδεικνύει την όντως πεντανόστιμη ζύμη της pinsa. Η Norma, με τις μελιτζάνες κομμένες σαν τσιγαρόχαρτο και την τριμμένη ricotta salata, που μοιάζει πολύ με τον ώριμο κρητικό ανθότυρο, να δίνει τον τόνο, μου έδειξε πόσο καλά έχουν αναπτύξει τη σπεσιαλιτέ τους.

Από τις Bianche (λευκές) διάλεξα εκείνη με το περίφημο lardo di Colonata και απόλαυσα την καλύτερη και πιο γκουρμέ πίτσα που έχω φάει στην Ελλάδα! Αυτό το αμαρτωλό λαρδί, αληθινό εκμαυλιστικό βελούδο, μαζί με απαλές λεπτοκομμένες πατάτες και την εντελώς σωστή δόση δεντρολίβανου ως εξαιρετικό γήινο contrapunto κάνει αυτό το έδεσμα αξέχαστο. Η κατηγορία των Gourmet, πάλι, έχει οκτώ προτάσεις βασισμένες σε προϊόντα-αστέ­ρια της ιταλικής γαστρονομίας. Πήρα τη Lollo’s, που είναι μια μετάφραση της carbonara, αλλά το πεκορίνο ξέφυγε σε ποσότητα και χάλασε με την αρμύρα του την αρμονία.

Στο μενού υπάρχουν πολύ καλοφτιαγμένα ορεκτικά (ωραία scamorza al forno με μανιτάρια και κρέμα τρούφας) και ζυμαρικά. Δοκίμασα τη σπαγγετάδα alla papalina –μια ραφιναρισμένη απόδοση της carbonara– και την ευχαριστήθηκα (εδώ το πεκορίνο σεβάστηκε την αρμονία) και τα ακόμη καλύτερα φρέσκα homemade ραβιόλια με ρικότα και πολύ καλή κρέμα τρούφας από πάνω. Πολύ καλή φαινόταν και η alle vongole, που πέρασε αρκετές φορές μπροστά μας, όπως και τα δύο κρεατικά που είδα σε διπλανά τραπέζια. Το τιραμισού τους είναι όμορφα αφράτο. Το προφιτερόλ θα ήταν καλύτερο με πιο φρέσκα σου, καθώς η κρέμα σοκολάτας που τα περιχύνουν λέει πολλά.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 13/4.

LOLLO’S Εθνικής Αντιστάσεως 3Α, Χαλάνδρι, 2106801040. Ωράριο λειτουργίας: Σάβ. από 3.30 μ.μ. Κυρ. μόνο μεσημέρι. Κλειστά Δευτ. Τιμή: € 25-30 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων