Κριτική

Italίδα 13/20

Από -

Με το που είδα τις πρώτες φωτογραφίες στη σελίδα του μαγαζιού στο Facebook, με τους πολυελαίους να κοντράρονται εντυπωσιακά με τα πάνελ του μπετόν που δημιουργούν την industrial ραχοκοκαλιά του χώρου, ομολογώ ότι μου άνοιξε η όρεξη να το επισκεφθώ. Και από κοντά, βεβαίως, το αποτέλεσμα είναι γοητευτικά σύγχρονο, καθώς η ισορροπία της λάμψης των κρυστάλλων από απλίκες και πολυελαίους άλλων εποχών και της πανέμορφης live «τοιχογραφίας» με τους καθρέφτες σε διάφορα μεγέθη και σχήματα με το υπόλοιπο βιομηχανικό κλίμα μοιάζει σαν να φοράς παλαιωμένο τζιν κεντημένο με πετράδια και χρυσή κλωστή.

Περπατώντας μέχρις εκεί δε, διαπίστωσα για ακόμη μία φορά τον εντυπωσιακό τρόπο με τον οποίο έχει αναγεννηθεί η Τρούμπα μετά την decadence που ξέφτισε την περιοχή από τη δεκαετία του 1970 κι έπειτα· το κοντέρ γυρίζει πλέον σε άλλες στροφές. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά το σκιτσαρισμένο σε προφίλ πορτρέτο στο έμπα αριστερά μοιάζει διαβολεμένα με τη Μαρία Κάλλας. Η ατμόσφαιρα είναι πολύ ζεστή και οι μυρωδιές που έρχονται από την ανοιχτή κουζίνα γαργαλάνε τη μύτη σαν φιλόξενο καλωσόρισμα.

Ο κόσμος, ζευγάρια και αντροπαρέες σαραντάρηδων, μοιράζεται σε ολόκληρο το μαγαζί. Ο κόκκινος και ο πράσινος δερμάτινος καναπές δημιουργούν στιγμιότυπο λονδρέζικου μπιστρό ή πριβέ κλαμπ, πολλές πολυθρόνες στα μεγάλα τραπέζια μοιάζουν με καθίσματα από παλιό κινηματογράφο, τα ψυγεία πίσω από την μπάρα είναι γεμάτα με ιταλικά αλλαντικά και τυριά, το κεραμικό πλακάκι στο δάπεδο σε στέλνει σε προηγούμενες δεκαετίες και τα μεγάλα φωτιστικά στη σύγχρονη βιομηχανική εποχή.

Ο υπότιτλος του εστιατορίου, «Forno e Vino», σε προϊδεάζει για το στιλ της κουζίνας, που είναι κλασική μεν, αλλά όχι με τον copy-paste τρόπο των mainstream ιταλικών που γεμίζουν τις γειτονιές της Αθήνας. Την έχει επιμεληθεί ο Κώστας Τσίγκας κι έχει τη σφραγίδα ενός original ιταλισμού με τοπικές ρίζες. Να, λόγου χάρη, ο διαχωρισμός της πίτσας σε rosso και bianco μας θυμίζει την ωραία «Vespa Rossa» στο Παγκράτι, όπου μαγείρευε παλιότερα ο Τσίγκας.

Η ποικιλία τους είναι μεγάλη και από τον ξυλόφουρνο βγαίνουν πίτσες με τραγανή και λεπτή χωριάτικη ζύμη, που έχουν ως επιπλέον προσόν τις πολύ ιταλικές και νόστιμες γευστικές συνθέσεις των υλικών τους. Από τις λευκές μου τράβηξε την προσοχή αυτή με τα τραγανά και σαρκωμένα τσιπς πατάτας μαζί με μανιτάρια, αβγό, σπαράγγια και καυτερό πιπέρι που αποδείχτηκε πολύ καλή. Στις κόκκινες, πάλι, με τη σάλτσα τους να μην υπερβάλλει, ο συνδυασμός αγκινάρα, αντζούγια, κάππαρη, ρικότα, μοτσαρέλα, μελιτζάνα στη San Gennaro μου φάνηκε εξίσου καλός και ορεκτικός. Ο κατάλογος έχει πολλές προτάσεις και από τα ορεκτικά το vitello tonnato έχει νόστιμο κρέας, εκφραστική σάλτσα τόνου – αν ήταν φωτογραφία, θα την έλεγα χοντρόκοκκη.

Πηγαίνοντας στα ζυμαρικά, χάρηκα μια carbonara που τα σωστά βρασμένα μπουκατίνι την κάνουν πολύ πλούσια, η κρέμα τυριού ενώνεται ωραία με το ποσέ αβγό, που το σπας και το ανακατεύεις, και το μεγαλύτερο ατού της είναι το άψογα σοταρισμένο γκουαντσιάλε (αλλαντικό από χοιρινά μάγουλα), που είναι ιδεώδες γι’ αυτήν τη συνταγή και η κουζίνα δια­τήρησε όπως πρέπει την αλαβάστρινη υφή του. Εκτός από δημοφιλείς συνταγές, εδώ θα βρείτε τόσο ασυνήθιστη pasta όσο και συνταγές που παραπέμπουν σε μαμαδίστικες καταστάσεις, σαν τα μάγουλα που σιγομαγειρεύονται στον ξυλόφουρνο και βγαίνουν μελωμένα με μια comfort σάλτσα βαθιάς νοστιμιάς. Τα νιόκι που τους κάνουν παρέα στο πιάτο τούς ταιριάζουν πολύ.

Ένα ασυνήθιστο πιάτο ρυζιού είναι αυτό που φτιάχνεται με μαύρο ρύζι venere και η γλυκοφάγωτη γεύση του είναι όμορφα μπλεγμένη με κόκκινα, σαφρανέ, ιδιαίτερα ζουμερά μύδια, γαρίδες και χτένια. Αντιθέτως το ριζότο Milanese που διάλεξα για γαρνιτούρα στο οσομπούκο ήταν μέτριο και ξερό, χωρίς τη μελωμένη χάρη και τον πλούτο που του πρέπει. Μάλλον καλύτερα να παραγγείλετε το κρέας-τρυφερούδι με την ηλιόλουστη γεύση ντομάτας με κριθαρότο.

Η πλούσια πανακότα είναι ό,τι πρέπει στο τέλος και θα σας δροσίσει με μαρμελάδα λεμόνι επάνω της και το κλασικό τιραμισού είναι ελαφρύ και με ωραία πικράδα καφέ.

Ο συνδυασμός ποιότητας-τιμής είναι πολύ καλός, ειδικά επειδή και οι μερίδες είναι χορταστικές. Η λίστα των κρασιών είναι ευρεία, εστιάζοντας σε γνωστά ονόματα. Η «Italίδα» έχει έξυπνο όνομα και τολμά να ανανεώνει την εκπροσώπηση της ιταλικής κουζίνας μακριά από το βαρετό δρόμο που είναι τόσο διαδεδομένος σε Πειραιά και Αθήνα.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 16/10.

ITALΙΔΑ Φιλελλήνων 9, Πειραιάς, 2104292005. Ωράριο λειτουργίας: Και μεσημέρι. Κλειστά Κυρ. Τιμή: € 20-25 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων

Δώσε το σχόλιο σου

* Όνομα   * e-mail    
Σχόλιο

Έχω διαβάσει και αποδέχομαι τις οδηγίες και τους όρους χρήσης  
Επιθυμώ να λάβω ενημέρωση με email σε περίπτωση απάντησης

  • Γιάννης πριν από 12 ημέρες

    Μια χαρά τα λέτε για το φαγητό. Το τσιγάρο που επιτρέπεται σε όλο το κατάστημα και καταστρέφει την όποια προσπάθεια γιατί δε σχολιάστηκε;