Κριτική

Hunters 13.5/20

Από -

Oλοι οι σεφ και οι εστιάτορες θα πέθαιναν αν τους έλεγε κάποιος ότι ερωτεύτηκε το μαγαζί τους απ’ την πρώτη ματιά. Το «Hunters», το καινούργιο εστιατόριο του Άλσι Σινανάι και του συνέταιρού του Ηλία Σταύρου, με κέρδισε με το που μπήκα και αντίκρισα τον μαύρο τοίχο απέναντι απ’ την είσοδο, ντυμένο σχεδόν ολόκληρο με φέτες από κορμούς δέντρων σε διάφορες διαμέτρους, που, αν άφηνα τη φαντασία μου να καλπάσει λίγο, θα τις παρομοίαζα με τις φυσαλίδες ενός μαντζουνιού που σιγοβράζει στο καζάνι ενός δρυΐδη.

Κι εδώ που τα λέμε ο Άλσι έχει την εμφάνιση ενός δρυΐδη του 21ου αιώνα, με μια φαινομενική αγριάδα –μούσι, κατσαρό μαλλί, πολλά τατού– που δεν κρύβει, όμως, τη θετική του αύρα, και αρέσκεται στα παιχνίδια με τις φωτιές (αλλά και με την τηλεόραση, αφού μαγειρεύει για τους καλεσμένους της εκπομπής «After Dark» στον Σκάι). Μετά το «Wolves of Kitchen» στη Μύκονο και στο Ψυχικό, ο Άλσι συνεχίζει το low tech μαγειρικό στιλ στο «Hunters», πιο προσγειωμένα, έχοντας πάντα σαν ήρωα του τον Αργεντίνο celebrity chef Francis Mallmann που καλλιεργεί στην Παταγονία το δικό του barbeque στιλ.

Μπορεί η ανοιχτή κουζίνα, εδώ, να είναι λιγότερο εντυπωσιακή και μπρουτάλ εν συγκρίσει με το «Wolves», είναι όμως σαφώς πιο μοντέρνα σκηνογραφημένη, πιο αφαιρετική και την ίδια στιγμή πιο καλλιεργημένη και ντιζαϊνάτη. Το κοντράστ ανάμεσα στο ολόλευκο πλακάκι, το πυρότουβλο και το πυρογραφημένο ξύλο, μαζί με τον τούβλινο ξυλόφουρνο, την tailor made ψησταριά που οι σχάρες της ανεβοκατεβαίνουν με συρματόσχοινα και τα εργαλεία της κουζίνας (μασάτια, τηγάνια, κουτάλες, σουρωτήρια) κρεμασμένα πάνω απ’ την περιοχή της φωτιάς, εκπέμπουν μια ανθρώπινη ζεστασιά που διαχέεται μέσα στην αεράτη σάλα. Τα τραπέζια, όπως θα περιμένατε, είναι ξύλινα, ανάμεσά τους και ένα μοναστηριακό φτιαγμένο από χοντρή τάβλα που οι παρέες τη μοιράζονται και μπλέκονται με άνεση. Οι τιμές είναι γλυκές, κι αυτό μαζί με τη δημοφιλία του κρέατος, το οποίο κυριαρχεί στο μενού, κάνει το «Hunters» ελκυστικό στο νεαρόκοσμο – πλειοψηφούσε την ημέρα της επίσκεψής μας.

Ο κατάλογος έχει πολλές ευανάγνωστες κατηγορίες απ’ τις οποίες μπορείς να διαλέξεις. Το σίγουρο είναι ότι αξίζει να δοκιμάσεις το πετυχημένο fusion των ντάμπλινγκ στον ατμό, τηγανισμένων από τη μια μεριά σαν γιαπωνέζικα gyoza, με ζύμη πιο χοντρή και τραγανή γεμισμένη με την εμβληματική ελληνικότητα ενός συνδυασμού φέτας, ελιάς και ρίγανης – μεζές καλοφτιαγμένος και συμπαθέστατος, αλλά όχι αέρινος. Εντωμεταξύ στο κλίμα σε βάζουν οι φέτες του homemade λευκού και μαύρου ψωμιού που έρχονται με πεντανόστιμο μυρωδάτο βούτυρο και εκπέμπουν καπνιστό άρωμα στο τραπέζι.

Τα κοινά πιάτα με το μενού του «Wolves of Kitchen» είναι πολλά (με την προσθήκη ενός μικρού κυνηγετικού κομματιού), οπότε, αν το έχεις ήδη επισκεφθεί, ξέρεις περίπου τι να περιμένεις. Να, όπως η μελιτζάνα με το μυκονιάτικο τυρί και τη σάλτσα από πιπεριά Φλωρίνης, που όμως στην περίπτωσή μας ήρθε απλώς ως μια λεπτή φέτα, που δεν επέτρεψε στην τροφαντή της σάρκα να παντρευτεί σωστά με τα υλικά – την είδαμε δε να περνάει σωστά σερβιρισμένη δίπλα μας ως μεγάλη βαρκούλα, οπότε η κουζίνα πρέπει να δίνει μεγαλύτερη προσοχή στο ομοιόμορφο σερβίρισμα. Το ταρτάρ από χοντροκομμένο φιλέτο αρτυμένο με ελιά και ρίγανη και σερβιρισμένο έξυπνα με μια ξυνή σάλτσα λεμονιού το χαρήκαμε ιδιαιτέρως. Όπως και το ιδιαιτέρως καλοφτιαγμένο burger που το κρέας του σε κερδίζει με τη βαθιά του νοστιμιά και τη χονδρόκοκκη υφή μέσα σε ανάλαφρο αλλά πλούσιο ψωμάκι ατμού.

Η κυνηγετική πλευρά του μενού εκφράζεται με τέσσερα πιάτα (βίσονας, ελάφι, στρουθοκάμηλος, ορτύκι). Δοκίμασα το ορτύκι και χάρηκα ένα άψογα ψημένο, για το οποίο θέλω να επισημάνω ότι το επιμελημένο μαγείρεμά του για 12 ώρες sous vide και το πέρασμά του κατόπιν από τα κάρβουνα του εξασφάλισαν περίσσεια γευστική χάρη και πλούσια γεύση.

Στράφηκα στη συνέχεια στα «roasted & smoked» κρεατικά. Έχοντας δοκιμάσει το σπέσιαλ κομμάτι presa από ιβηρικό μαύρο χοίρο (λουκούμι χάρη στο άφθονο ενδομυϊκό του λίπος), γεύτηκα τα εξαιρετικά μελωμένα και γοητευτικά λιπαρά μοσχαρίσια πλευρά –το καλύτερο πιάτο εξ όσων δοκίμασα– και ένα πολύ ενδιαφέρον μοσχαρίσιο στήθος που χρειάζεται όμως κάτι ακόμη (μια αρωματική σάλτσα ίσως;) διότι η τρυφερότητά του είναι μονότονα καπνιστή. Πρέπει να σημειώσω βεβαίως πως γαρνιτούρες, όπως ο πολύ καλός, μεταξωτός πουρές πατάτας και ο πουρές καρότου με τηγανητό κρεμμύδι είναι ό,τι πρέπει. Οι παπαρδέλες που μου γυάλισαν ήταν ωραίες οι ίδιες, περίμενα όμως ακόμη πιο βαθιά τη γεύση τους και κυρίως πιο δεμένη με τα μάγουλα μπρεζέ.

Καλοφτιαγμένα τα επιδόρπια, η σοκολατόπιτα ατμού με διάφορες υφές σοκολάτας και το banoffee με φρέσκια κρέμα και καραμέλα γάλακτος.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 29/3.

HUNTERS Αριστοτέλους 23 & Παπάγου 17, Χαλάνδρι, 2106890448. Ωράριο λειτουργίας: Tρ.-Πέμ. από 3 μ.μ. Παρ.-Κυρ. από 12 μ. Κλειστά Δευτ. Τιμή: € 30-50 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων