Κριτική

GB Roof Garden 15/20

Από -

Εχει ξεχωρίσει με σαφήνεια τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα ως το εμβληματικό grand restaurant της πόλης (και κάθε μητρόπολης). Στεγάζεται σε κτίριο-τοπόσημο, έχει θέα σε χαρακτηριστικά της μνημεία και φυσικές ομορφιές. Και οι γιορτές από εδώ ψηλά έχουν θέα κατευθείαν σε όλο το φωτισμένο γιορτινό σενάριο της πρωτεύουσας: τη φετινή installation της Βασιλίσσης Σοφίας, την αστραποβολούσα Πλατεία Συντάγματος, την κατάφωτη Βουλή, το χαρούμενο πακέτο-δώρο κτίριο του Public και, φυσικά, τον Λυκαβηττό, απ’ όπου θα βαρέσουν οι κανονιές του νέου έτους, και τον Παρθενώνα που λάμπει. Εντελώς κινηματογραφικά από το «GB Roof Garden» ρουφάς την πεμπτουσία της Αθήνας. Και μέσα στο εστιατόριο όμως ο «ουρανός» του είναι κατάφωτος από τα λαμπιόνια και τις πανέμορφες διάφανες, ταγιαριστές μπάλες.

Το έχω πει και το ξαναλέω: είναι το μοναδικό εστιατόριο της Αθήνας όπου εισπράττεις τόσο αβίαστα την αύρα ενός grand restaurant με πολυτέλεια κλασική αλλά εκσυγχρονισμένη, κολλαριστά τραπεζομάντιλα, ασημένια μαχαιροπίρουνα, εξαιρετικό σέρβις. Όλη η ομάδα δουλεύει ρολόι, συντονισμένη σε πολύ υψηλά στάνταρ, με επικεφαλής στο σέρβις τον Μιχάλη Λαδά, τον σομελιέ Βαγγέλη Ψωφίδη που έχει στην κάβα μια μεγάλη γκάμα καλοδιαλεγμένων κρασιών, βραβευμένη με Best of Award of Excellence 2019 από το καταξιωμένο αμερικανικό περιοδικό «Wine Spectator», και στην κουζίνα τον σεφ του εστιατορίου Δημήτρη Μπούτσαλη και τον σεφ ζαχαροπλαστικής Ευγένιο Βαρδακαστάνη σε στενή συνεργασία με τον executive chef της «Μεγάλης Βρεταννίας» Αστέριο Κουστούδη.

Έχοντας δοκιμάσει αρκετές φορές την κουζίνα του «GB Roof Garden» μέσα στο 2019, μου είναι σαφές ότι εξελίσσεται σταθερά, επιβεβαιώνοντας τον Χρυσό Σκούφο και ωριμάζοντας σε μια διαρκώς ανερχόμενη γαστρονομική πρόταση. Ένα από τα πιο απολαυστικά χαρακτηριστικά της είναι ότι οι γαρνιτούρες πολλών σπεσιαλιτέ είναι πολλές φορές εξαιρετικά πιάτα από μόνες τους, κλέβοντας τις εντυπώσεις από το κύριο θέμα. Χάρηκα, λόγου χάρη, δίπλα στα άψογα ψημένα χτένια έναν αφράτο πουρέ πατάτας συνδυασμένο με τη βαθιά, σαν δάσος γεύση ενός ζωμού μανιταριών και τραγανά τηγανισμένα πράσα για έξτρα παιχνίδισμα. Ή ακόμη εκείνο το al dente χταπόδι στη σχάρα, σερβιρισμένο σε σπανιόλικο mar y montaña στιλ με πικάντικο τσορίθο, έναν πουρέ φασολιών-γήινο βελούδο και την εξαιρετική ιδέα λαδιού αρωματισμένου με καπνιστά φρέσκα κρεμμυδάκια, που το οδηγεί σε πρωτότυπα μονοπάτια με τη μυρωδάτη χλωροφύλλη του.

Την αυτάρκεια της συνοδείας τη χειροκρότησα ακόμη και σε κύρια πιάτα: τόσο το ωραίο ψητό κοτόπουλο, που έρχεται με έναν ντελικάτο πουρέ καπνιστής σελινόριζας, ψημένης σε κρούστα αλατιού, κι ένα ραγού γλυκόπικρης προκλητικής νοστιμιάς με λαχανάκια Βρυξελλών, κάστανα και πανσέτα όσο και τα χυμώδη παϊδάκια αρνιού με σούπερ νόστιμα σιγομαγειρεμένα ρεβίθια (πουρές και ολόκληρα), ραφιναρισμένο πέστο φέτας με λιαστή ντομάτα, που η δύναμή του φωνάζει Ελλάδα, και μια μεταμοντέρνα πίτα σε μορφή πουγκιού –ή cupcake;–με αέρινο φύλλο γεμισμένο με πρόβειο μπούτι και κρέμα γιαουρτιού να δροσίζει σούπερ νόστιμα το σύνολο.

Οι συνθέσεις της κουζίνας έχουν πολλά επίπεδα, έτσι ένα νορμάλ καρπάτσιο μοσχαριού από ωραίο κρέας της ιταλικής ράτσας Fassona Piemontese εδώ έρχεται με μια γευστική βόμβα μανιταριών, φουαγκρά σοτέ κι έναν δυναμικό αφρό παρμεζάνας με τρούφα φουλ στο umami. Ένα από τα πιο δυνατά κεφάλαια του καταλόγου είναι διαχρονικά τα ζυμαρικά, και ειδικότερα τα γεμιστά. Να, σαν τα εξαιρετικά homemade ραβιόλια με παλαιωμένο σε σπηλιά pecorino di fossa, που η ντελικάτη δύναμή τους συνδυάζει την πυκνή γεύση άγριων μανιταριών του δάσους κι έναν γλυκοφάγωτο πουρέ από κολοκύθα με κάστανο. Αλλά κι εκείνα τα σπιτικά τορτέλι γεμισμένα με πάπια κονφί δεν πάνε πίσω, σερβιρισμένα με πουρέ γλυκοπατάτας-μήλου και κρεμμύδια ψητά, που ενώνουν τη γλύκα τους με εκείνην μιας πυκνής σάλτσας από πατρινή τεντούρα.

Δεν είναι ο ατμός ο πιο νόστιμος τρόπος για να μαγειρέψεις ένα ψάρι κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, όπως αυτό το ντελικάτο λαβράκι, που συνδυάζεται ιδανικά με φινετσάτες αγκινάρες και μια σάλτσα barigoule φτιαγμένη με αυτές και τον ταιριαστό ελληνισμό βραστών χόρτων με αναζωογονητικό λεμόνι και αβγοτάραχο.

Τα γλυκά είναι επίσης δυνατό κεφάλαιο εδώ: από τη μία έχουμε τις ωραίες signature δημιουργίες του Γάλλου διακεκριμένου ζαχαροπλάστη Arnaud Lahrer, όπως το ανανεωμένο black forest, το τιραμισού και το προφιτερόλ, και από την άλλη κάποιες εποχικές προτάσεις του Βαρδακαστάνη, από τις οποίες ξεχωρίζω φανατικά αυτήν την περίοδο την εξαιρετική αρμονία της μπάλας με κρέμα κάστανο και πραλίνα φουντουκιού, που έχει δίπλα της μια ονειρεμένη παγωμένη κρέμα λευκής τρούφας. Μετά το γλυκό έχει έρθει η ώρα της χαράς και δεν υπάρχει κάποιος που τρώει εδώ και δεν θα μπει στον πειρασμό μιας selfie με φόντο Ακρόπολη ή κάτι άλλο από τις τόσες γωνίες θέασης που προσφέρουν οι περιμετρικές βεράντες. Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 17/12.

GB ROOF GARDEN Ξεν. «Μεγάλη Βρεταννία», Βασιλέως Γεωργίου Α΄ 1, Σύνταγμα, 2103330000. Ωράριο λειτουργίας: Και μεσημέρι. Τιμή: € 60-75 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Ναι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων