Κριτική

ΦΙΤΑ 13.5/20

Από -

Το νέο ατμοσφαιρικό στέκι των ψαγμένων της Αθήνας
είναι μια γαστροταβέρνα με άποψη στο Δουργούτι.

Είναι βράδυ, μετά τις 9 μ.μ., και στη γωνία Ντουρμ και Κασομούλη στον Νέο Κόσμο επικρατεί μια σχεδόν απόκοσμη ησυχία. Μόνο τα φωτισμένα τραμ που πηγαινοέρχονται σπάνε εντελώς κινηματογραφικά το σκοτάδι, σ’ ένα πηγαινέλα που τροφοδοτεί το ρεμβασμό και τη χαλαρότητα. Εκεί που παλιά έβρισκες ένα καφενείο της γειτονιάς, τώρα συναντάς ένα ολοκαίνουργιο αλλιώτικο εστιατόριο που μαζεύει τους ψαγμένους της πόλης. Σ’ αυτήν τη γωνία, κρυμμένη πίσω από το «InterContinental» και τις προπολεμικές πολυκατοικίες των Αρμενίων προσφύγων, τα βράδια δεν πατούσε ψυχή. Μπορεί να γίνεται χαμός το Σάββατο το μεσημέρι λόγω της μεγάλης λαϊκής του Νέου Κόσμου, αλλά τα βράδια, η γειτονιά όπου ο Νίκος Κούνδουρος γύρισε το 1954 την πρώτη του ταινία, τη «Μαγική Πόλη», παραμένει μια ιδιόρρυθμη ghost city.

Προσπάθησαν να την καλλωπίσουν, βάφοντας τις προσφυγικές πολυκατοικίες σε ζωηρά χρώματα για την Ολυμπιάδα του 2004, αλλά η decadence των παλιών κτιρίων έχει επιστρέψει ύστερα από 15 χρόνια. Παρόμοιες γειτονιές γίνονται της μόδας σε μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου κατά καιρούς (Tribeca στη Νέα Υόρκη, Shoreditch στο Λονδίνο) και μπορεί το Δουργούτι να μην έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε κάτι ανάλογο, αλλά σίγουρα κάτι ενδιαφέρον θα μπορούσε να προκύψει στην πλατεία του – sui generis εστιατόρια και μπαρ, ίσως. Για την ώρα, πάντως, η κίνηση του Φώτη Φωτεινόγλου («Σεϊχέλες») και του Θοδωρή Κασσαβέτη –σεφ και οι δύο – για τη δημιουργία μιας γαστροταβέρνας με άποψη αποδεικνύεται ρουά ματ.

Νύχτα με καύσωνα και όλα τα τραπέζια είναι γεμάτα, όπως και το εσωτερικό μπαρ-πάσο της ανοιχτής κουζίνας. Κάνει σουξέ, λοιπόν, αυτός ο απέριττος, λιτός, industrial χώρος με μωσαϊκό από τσιμέντο, μαρμάρινα τραπεζάκια και καρέκλες καφενείου και η χαμογελαστή ενέργεια που εκπέμπουν οι σεφ είναι πολύ θετική. Έξω πλανιέται μια αύρα μποέμ: από την αιώρα που κρέμεται ανάμεσα σε δυο δέντρα μέχρι το στιλάκι κάποιων προχώ ιντελέκτουαλ. Ατμόσφαιρα γειτονιάς που ηρεμεί το πνεύμα, πίσω από ακακίες, φίκους, μουσμουλιές και φοίνικες – αν είχε και λίγες γλάστρες με λουλούδια δεν θα με χάλαγε. Γύρω μας ως επί το πλείστον νέα παιδιά – αρκετούς από αυτούς τους έχω συναντήσει ως εργαζόμενους σε ξεχωριστά μπαρ και εστιατόρια της Αθήνας.

Και τώρα πάμε στο φαγητό: Προτού ακόμη δοκιμάσω, χαζεύοντας τον κατάλογο που αλλάζει κάθε μέρα και τα πιάτα που περνούσαν δίπλα μου, μου ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι του Απόστολου Καλδάρα στο «Λαϊκό τσατσά»: «Αν θες να ζήσεις καινούργιες συγκινήσεις να μ’ ακολουθήσεις σε κέντρα λαϊκά». Γκουρμέ λαϊκό θα το χαρακτήριζα, λοιπόν, καθώς τα πιάτα με στέλνουν κατευθείαν σε ταβέρνα, όπου όμως η κουζίνα όμως έχει ένα νακ το λιγότερο ασυνήθιστο. Πίσω από τη φράση «παλαμίδα με βλίτα», λ.χ., κρύβεται το sashimi ενός ντελικάτου, βελούδινου ψαριού με την ωμότητά του βουτηγμένη σε σάλτσα σόγιας και δίπλα του ταιριαστή πικάντικη μουστάρδα και μυρωδάτα βλίτα.

Οι γίγαντες φούρνου είναι μαγειρεμένοι με μια πυκνή, έντονα φρουτώδη πικάντικη σάλτσα ντομάτας που ντύνει τη φυσική τους γλύκα και τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους γίγαντες που τρώμε συνήθως. Πρωτότυπο το πασπάλισμά τους με ρίγανη, αλλά δεν το θεωρώ και πολύ καλοκαιρινό, κάποιο άλλο πιο δροσερό μυρωδικό θα ήταν προτιμότερο. Η ρίγανη, όμως, φαίνεται ότι αρέσει στους σεφ και την προσθέτουν γενναιόδωρα στα φαγητά. Να, όπως σε μια ωραία σιτεμένη, ελληνική μαντεύω, σπαλομπριζόλα με κρέας νοστιμότατο και ενδιαφέρον δάγκωμα, που η λαδορίγανη της πέφτει πολύ, συννεφιάζοντας τα ατού της· ευτυχώς ήταν εύκολο να την ξεχωρίσω από το κρέας που το απόλαυσα με σούπερ τραγανά τηγανητά τσιπς πατάτας.

Η προσέγγιση της κουζίνας να βάζει πάνω σε κλασικές αξίες εύστοχες, λαϊκές γαστρονομικές πινελιές απλώνεται σε όλο το μενού. Για παράδειγμα, πάνω στην απαλή μελιτζανοσαλάτα –παρεμπιπτόντως πιστεύω ότι θα της άξιζε περισσότερη άποψη προς το καπνιστό, το πικάντικό ή το ξιδάτο– βάζουν εξαιρετική, μελωμένη παστή σαρδέλα Καλλονής που είναι όλα τα λεφτά. Τη φρέσκια σαρδέλα, από την άλλη, την τυλίγουν ολόκληρη σε μεγάλο αμπελόφυλλο με αποτέλεσμα να νιώθεις έντονα τη χαρακτηριστική γευστική φρεσκάδα της χλωροφύλλης μαζί με το ραφιναρισμένο από το σχάρισμα ψάρι. Είδα στον κατάλογο έναν «σκάρο τηγανητό με αϊολί» και κόλλησα.

Ρώτησα αν τον φέρνουν με τα εντόσθιά του και όταν μου είπαν «όχι» απογοητεύτηκα. Παρ’ όλα αυτά τον παράγγειλα και ήρθε άψογα τηγανισμένος με πεντατράγανη πέτσα και τη γήινη νοστιμάδα της στακάτης σάρκας του άψογα ταιριασμένη με σκορδάτο πουρέ πατάτας. Την επόμενη φορά ελπίζω να τον χαρώ με τη δύναμη των εντοσθίων του. Το πιάτο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το γιουβέτσι με κολιουδάκια. Έρχεται σε σκεύος από μαντέμι με το κριθαράκι του γλυκοφάγωτο, υπαινικτικά θαλασσινό και ωραία ντοματένιο, τόσο που να σε μαγνητίζει και να κλέβει την παράσταση από τα γευστικά ψάρια. Το μόνο γλυκό που υπήρχε ήταν ένα γοητευτικά μαστιχώτο καϊμάκι φτιαγμένο με κατσικίσιο γάλα. Μια παρατήρηση για φινάλε. Η κουζίνα είναι πολύ γρήγορη και έστειλε τα πιάτα στο τραπέζι σχεδόν όλα μαζί. Ευτυχώς αναγνώρισαν το λάθος τους και ξαναέφεραν τα κύρια πιάτα αργότερα, κρατώντας σωστά το τέμπο του σερβιρίσματος.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 4/7.

ΦΙΤΑ Ντουρμ 1 & Κασομούλη 6-8, Νέος Κόσμος, 2114148624. Ωράριο λειτουργίας: Από 4 μ.μ. Σάβ. από 2 μ.μ. & Κυρ. από 1 μ.μ. Κλειστά Κυρ. βράδυ & Δευτ. Τιμή: € 18-22 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων