Κριτική

Dopios 13.6/20

Από -

Κάποτε η Αθήνα ήταν χωριό και είχε περισσότερα πλατάνια απ’ ό,τι σήμερα. Ο πλάτανος δίπλα στους Αγίους Θεοδώρους, όμως, με τα μπαρ και τα εστιατόρια που έχουν ανοίξει στην πλατεία γύρω από το ναό και τη Σκουλενίου τα τελευταία χρόνια, είναι ξεχωριστή περίπτωση και έγινε ακόμη πιο ιδιαίτερη με το άνοιγμα του «Dopios». Το αεράκι με τη δροσιά του πλατάνου και η αύρα του νέου κυρίως κόσμου που συχνάζει στα μαγαζιά δημιουργούν από κοινού ένα δυνατό επίκεντρο.


Η συνεισφορά του «Dopios» είναι ότι με το σιγοτρώγειν και πίνειν δίπλα στο σημαντικότερο βυζαντινό μνημείο της Αθήνας, αυτό το εκκλησάκι με την επιμελημένη ασυμμετρία που το ’χουμε στην καρδιά μας, νιώθουμε κάπως σαν να βγήκαμε στην πλατεία του χωριού για να συναντήσουμε τους συγχωριανούς και να μάθουμε τα νέα. Σαν να επιβιώνει, δηλαδή, μια μπουτίκ πολεοδομική και επικοινωνιακή συνθήκη στην καρδιά μιας μεγαλούπολης που τρέχει με ξέφρενους ρυθμούς. Και όχι μόνο για μας τους Έλληνες –νεολαία και μεγαλύτεροι, γυναικοπαρέες, και αρκετοί με διάθεση και εμφάνιση «είμαι διακοπές στο νησί»–, αλλά και ξένοι, αν και δεν τους συναντάς σε ορδές όπως το 2019.

Ο χώρος είναι κομψός και σ’ επαφή με την παράδοση –οι μοντέρνες μεταλλικές καρέκλες καφενείου, τα μαρμάρινα τραπέζια, τα απαλά χρώματα στους τόνους της ελιάς–, έχει άπλα που σε κάνει να νιώθεις άνεση και ασφάλεια, και μια επιγραφή που λέει πολλά για τις γευστικές αναζητήσεις του σήμερα: «Local cuisine with a twist» – την υποστηρίζουν 100% τα tailor made για το μαγαζί κεραμικά πιατάκια και μπολ της Xenia ceramics, σαν λαϊκή τέχνη με αρτίστικη τσαχπινιά. Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι ο Χριστόφορος Πέσκιας, ο οποίος μαζί με τον Ανδρέα και Γιώργο Πιτσιλή και τους γιους τους Πάτροκλο και Πέτρο, έστησαν το «Dopios».


Από τους σημαντικότερους εκφραστές της conceptual ελληνικής γαστρονομίας, ο σεφ ανοίγει μια νέα σελίδα στο μεζεδοπωλείο, δίνοντάς του μια αληθινά μητροπολιτική υπόσταση. Μιλάμε για τη γέννηση μιας νέας τάσης, δηλαδή, που αναμένεται να ανθίσει στο ιστορικό, και τουριστικό, κέντρο της πόλης και η οποία μιξάρει μέσα στη γαστρονομική «αγορά» του αθηναϊκού city τις ελληνικές παραδόσεις με ξένα γευστικά στοιχεία. Στην περίπτωση «Dopios» αυτό μαγειρεύεται από έναν μετρ του progressive fusion έτσι που να μη χάνεται η ελληνικότητα, αλλά ίσα ίσα να εκσυγχρονίζεται, μπολιασμένη με μετρημένα καινούργια δάνεια.

Τρως μια πιρουνιά από άψογα βρασμένα al dente αλμυρίκια, λόγου χάρη, με ψιλοκομμένο αγγουράκι και ντομάτα, και προσπαθείς να ερμηνεύσεις το γιαπωνέζικο λαδολέμονο. βρίσκεται μέσα στο πεντανόστιμο ζουμί από dashi όπου κολυμπάνε τα χόρτα και τους δίνει μια αβίαστη νοστιμάδα η οποία θυμίζει νερό ντομάτας. Τα ζουμερά κεμπάπ προβατίνας με μπούκοβο (δεν έχουν πάντως την αφράτη υφή που συναντάς σε Τουρκία και Εγγύς Ανατολή) έρχονται με μια γραμμή από πολύ πικάντικη κρέμα αβοκάντο η οποία καθόλου δεν ξενίζει, αλλά λειτουργεί αντιστικτικά δροσίζοντας και καίγοντας μαζί.


Σε αυτό το σημείο πρέπει να πω «chapeau» στον Πέσκια που, με την τόλμη του να προτείνει καυτερά, επαναφέρει μια ξεχασμένη στην πρωτεύουσα μεζετζίδικη βορειοελλαδίτικη παράδοση περιωπής. Την κάψα, θα τη συναντήσουμε και στην τόσο φινετσάτη, υπαινικτικά καπνιστή και ξιδάτη μελιτζανοσαλάτα που περικυκλώνεται από ντρέσινγκ πιπεριάς Φλωρίνης, και σ’ έναν σπάνιο μεζέ σαν τα τρυφερά γλυκάδια από αρνάκι γάλακτος σερβιρισμένα με μια νόστιμη πράσινη σάλτσα από πιπεριά κέρατο που καίει σαν διάβολος. Το τελευταίο πιάτο φέρει τη νοοτροπία των βάσκικων τάπας. το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγανότατα μπαρμπούνια, χάρη σε μια κρακελαριστή λεπτότατη φέτα ψωμιού που μπαίνει στο τηγάνι μαζί με τη χυμώδη σάρκα τους και μια θαλασσινή σάλτσα σαβόρο με απόηχο γαρίδας που τους κάνει παρέα.

banner

Πιάτα σαν τη ρεβιθάδα εκφράζουν τη μελωμένη παράδοση, αλλά η κρέμα μανούρι πάνω τους μου φάνηκε άχρωμη – ίσως το ξινοτύρι θα ήταν καλύτερο σε αυτή την περίπτωση; Η ταραμοσαλάτα έχει ωραία γευστική ένταση σερβιρισμένη μητροπολιτικά με απωανατολίτικα τσιπς γαρίδας. Η τυροκαυτερή σπαρταράει από χιουμοριστική διάθεση σερβιρισμένη σαν σαντιγί από κορνέ, μαζί με, άκουσον άκουσον, γλυκό του κουταλιού βύσσινο που ταιριάζει πολύ στην κάψα της. Από τα μεγάλα πιάτα χάρηκα το κριθαρότο θαλασσινών, διαπιστώνοντας άλλη μία φορά τη μαγειρική με άποψη του Πέσκια.


Το προτείνει με ωραία υφή ριζότο, εκφραστικές γαρίδες και καλαμάρι, και μια ελαφριά μπισκ που νοτίζει το ζυμαρικό με θαλασσινή νοστιμιά αλλά όχι με την ένταση της γαλλικής κουζίνας. Θα σας την πω λοιπόν την αμαρτία μου, είναι τόσο σοφά εκφραστικό, νόστιμο και προκλητικό το φαγητό του Πέσκια στο «Dopios», που σε κάνει να προβληματίζεσαι τι νόημα έχουν οι fine dining δικές του καινοτομίες που έχουμε χειροκροτήσει στο παρελθόν. Παίρνω αμέσως πίσω την αμαρτωλή μου σκέψη, διότι τώρα πλέον έχουμε την άνεση να υποκλινόμαστε τόσο στο αθέατα σοφιστικέ πνεύμα της λαϊκής κουλτούρας σε σύγχρονη απόδοση όσο και στη νοσταλγία ενός pop-up με πιάτα σαν το σούσι ντομάτας, το φουαγκρέτσι και το παστίτσιο με φουαγκρά. Από τα ωραία γλυκά ξεχώρισα ιδιαιτέρως την τριπλή καρυδόπιτα, και περιμένω πιο al dente υφή στο ρυζόγαλο με ταπιόκα, με τον φευγάτο συνδυασμό φράουλα και τριαντάφυλλο.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 6/7.
DOPIOS Σκουλενίου 1, πλ. Αγίων Θεοδώρων, 2103310049. Ωράριο λειτουργίας: Και μεσημ. Τιμή: € 25-30 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων