Κριτική

CTC 15/20

Από -

Ψηνότανε εδώ και πάνω από ένα χρόνο η αλλαγή χώρου του «CTC», και τώρα που έφτασε η ώρα να επισκεφθώ τον πολύ όμορφο κήπο που παλιότερα φιλοξενούσε το «Αθήρι» έσκασε μονομιάς στο πρόσωπό μου αυθόρμητο σινεμασκόπ χαμόγελο. Ήταν Τρίτη και, στην άπλα της αυλής αυτού του πολύ ξεχωριστού νεοκλασικού κτιρίου στον Κεραμεικό, καμιά πενηνταριά άτομα διασκέδαζαν απολαμβάνοντας τη fine dining κουζίνα του Αλέξανδρου Τσιοτίνη. Ζευγάρια, γυναικοπαρέες, business συναντήσεις, οικογενειακές έξοδοι… Άλλοι ντυμένοι πιο καθημερινά και άλλοι φορώντας τα καλά τους, αποδεικνύουν το σουξέ του χρυσοσκουφάτου εστιατορίου, αλλά και το πόσο έχει διευρυνθεί γενικώς η δημοφιλία των γκουρμέ ρεστοράν στο αθηναϊκό κοινό. Υπάρχει ένα ήρεμο buzz, μια διάχυτη ευωχία που δεν φωνάζει.

Η ατμόσφαιρα που έχει δημιουργήσει ο αρχιτέκτονας Στάμος Χονδροδήμος του Interior Design Laboratorium είναι ιδιαιτέρως γοητευτική. Αντλώντας έμπνευση από τον κήπο, έφτιαξε στη σάλα μια φινετσάτη αντανάκλασή του, χρωματικά και διακοσμητικά (εξαιρετική ιδέα η ασπρόμαυρη ταπισερί-ζούγκλα στην αίθουσα με το τζαμωτό), με το φωτιστικό-πλανήτη να αποτελεί το κέντρο ισορροπίας, ευνοώντας το ονειρικό στοιχείο και τη μυθιστορηματική φαντασίωση. Κάθομαι σ’ ένα τραπέζι από πράσινο τηνιακό μάρμαρο με υπέροχα νερά, κάτω από ένα φουντωτό, περιποιημένο δέντρο τριγυρισμένο από λουλούδια, δυόσμο και άλλες πρασινάδες. Το χώρο οριοθετούν και γεμίζουν χτιστοί καναπέδες και διακοσμητικά παγκάκια, σταθμοί σέρβις από «βεντάλιες» κοκκαλί μαρμάρου με γκρίζα νερά και τα τραπέζια σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους, ενώ στο βάθος της αυλής υπάρχει ένα μπαρ που, όταν χαλαρώσουν τα μέτρα, προβλέπεται να λειτουργήσει με σνακ, κρασιά και ποτά. Η «καλλιέπεια» και το μέτρο κυριαρχούν παντού, ξεκινώντας από το χώρο και καταλήγοντας στην κουζίνα του Τσιοτίνη.

banner

Η τελευταία έχει πάρει φέτος σαφέστατη ελληνική στροφή. Αυτήν τη στιγμή σερβίρεται ένα μενού δώδεκα-δεκατριών σταδίων με τίτλο «CTC Voyage», που ξεκινάει με μια τριπλέτα «μεζέδων» ταβέρνας. Η προσομοίωση καταφέρνει να αποδώσει τη βαθύτερη ουσία της γεύσης της μια χαρά, αλλά μ’ ένα ραφινάρισμα που σε στέλνει σ’ έναν προχωρημένο γαστρονομικό κόσμο. Η μπουκιά του ψωμιού με τα σούπερ αέρινα, δαντελένια τραγανίσματα, σαν σύγχρονη βούτα στο ελαιόλαδο μιας χωριάτικης σαλάτας με βαρελίσια φέτα, σε κάνει να θέλεις κι άλλο ψωμί, κι άλλο ντοματένιο νερό. Το ριζότο-γεμιστά με παλαιωμένο ρύζι είναι μια βόμβα ηλιόλουστης γεύσης που σερβίρεται όπως της αρμόζει: δροσερή, για να κολακεύεται η ιδιοσυγκρασία της. Καλύτερη όλων είναι η ελεύθερη απόδοση της ταραμοσαλάτας, όπου μια πεντατράγανη βάφλα γεμίζεται με τυρί γαλένι, «χαβιάρι» λεμονιού που του δίνει ηλεκτρισμένη οξύτητα, κομματάκια αβγοτάραχου στη θέση του ταραμά και, για κλου, τζίντζερ κονφί που σκορπάει αντιστικτικά τη φρουτώδη κάψα του. Προτού περάσουμε στα επόμενα κύρια στάδια τρώμε «ντολμάδες», αλλά όχι όπως τους ξέρουμε. έρχονται σαν βουτυράτο μπριός, αρωματισμένο με αμπελόφυλλο και γιαούρτι με ταμάρινθο και γλυκόξινο σταφύλι τουρσί, προκαλώντας όμορφα τη γευστική μας μνήμη. Αμέσως μετά, ακολουθούν τα δύο καλύτερα πιάτα του μενού, τα οποία βρίσκονται σε άλλο επίπεδο από τα υπόλοιπα.

Η βελουτέ καλαμποκιού με αστακό, αφρό από τρούφα και άρωμα περγαμόντο είναι το εμβληματικότερο πιάτο του «CTC», με ζηλευτή αρμονία, φινέτσα υψηλού επιπέδου και εκπληκτικά αρωματικά ξεσπάσματα, που αξίζει δύο και γιατί όχι τρία αστέρια Michelin! Το δεύτερο είναι ένα καινούργιο αστέρι που συνδυάζει λεπτεπίλεπτα στακάτα σπαγγέτι από kohlrabi (γογγυλοκράμβη), μαγειρεμένα στην κορυφαία ρετσίνα Δάκρυ του Πεύκου, με τον θαλασσινό αισθησιασμό στρειδιού με λάδι άνηθου και χαβιάρι. Παρότι τεχνικά άψογο, βρήκα σκληρό το συνδυασμό της παλαμίδας, μαριναρισμένης σε νερό ντομάτας, με βατόμουρο και ωραίο παγωτό μουστάρδα. Η συνέχεια γράφεται με βουτιά σε βαθιά ελληνικά νερά. Κορυφαία η εικονική πανσέτα, που αναπλάθεται από τραγανιστή «πέτσα» πατάτας, «λιπάκι» από τυροκαυτερή και «σάρκα» από τερίνα χοιρινής κεφαλής και λαιμού πάνω σ’ ένα βρώσιμο λαδόχαρτο, έχοντας δίπλα μια αιθέρια μυρωδάτη μαρουλοσαλάτα πάνω σε λεμονάτη πατάτα κονφί. Η αργοψημένη, μελωμένη σέλα αρνιού με την ντοματένια μυρωδάτη σάλτσα συνδυάζεται με εικονικά φασολάκια, πράσινα ραβιόλια, δηλαδή, γεμισμένα με κρέμα φασολιών. Ωστόσο, παρότι η ιδέα αυτού του ποπ παιχνιδιού έχει πλάκα, στην πράξη δεν καταφέρνει να εκφράσει κάτι καλύτερο από το πρωτότυπο. Η παραδοσιακή ρεβιθάδα με αφρό λουίζας, τσορίθο θαλασσινών και χαβιάρι είναι όντως πολύ νόστιμη, ο ρουστίκ χαρακτήρας της, όμως, δεν κολλάει με το στιλ της υπόλοιπης κουζίνας. Το φινάλε είναι εντυπωσιακό. Ένα παιχνιδιάρικο ξυλάκι με παγωτό λέμονγκρας και κρεμέ λάιμ-μαστίχας και κόκκινα φρούτα ανανεώνει τον ουρανίσκο. Οι υφές από ροδάκινο και πικραμύγδαλο είναι μια εξαιρετική πολυσύνθετη ποπ δημιουργία, που έχει ως θεάρεστο ατού ένα τολμηρό τραγανό αλμυρό κραμπλ λευκής σοκολάτας. Τα γλυκάκια του, τέλος, είναι πολύ ξεχωριστά. Υπογραμμίζω ότι το συνταίριασμα κρασιών-φαγητού που προτείνει ο σομελιέ Μιχάλης Θεοδωράκης είναι δελεαστικό και αξίζει να το τιμήσετε.

CTC Πλαταιών 15, Κεραμεικός, 2107228812. Ωράριο λειτουργίας: Κλειστά Κυρ., Δευτ. Τιμή: € 72 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Στο εστιατόριο.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων