Δοκιμάσαμε

«Athens Capital Hotel-MGallery»: Μπήκαμε στο ολοκαίνουργιο πεντάστερο ξενοδοχείο

Από -

Ρεμβάζω στην ταράτσα του νεότευκτου «Athens Capital Hotel-MGallery» μ’ ένα άψογο extra Dry Martini στο χέρι και αφήνομαι να χαρώ από άλλη οπτική γωνία τα διάσημα τοπόσημα της πόλης. Μπροστά μου η εντυπωσιακή πισίνα, απέναντι η αδελφή «Μεγάλη Βρεταννία» υπογραμμίζει τέλεια το κάδρο με πρωταγωνιστή τον Παρθενώνα. Δεξιά, η Πανεπιστημίου φωτισμένη και ο Λυκαβηττός θριαμβευτικός. Αριστερά, η πλαϊνή όψη της Βουλής αναδεικνύει την ωραία δυναμική του νεοκλασικού κτιρίου. Πολύ σημαντικό για την ψυχολογία της Αθήνας το άνοιγμα αυτού του νέου κομψού 5άστερου· δίνει το σήμα για την ανάκαμψη της τουριστικής ανάπτυξης της Αθήνας. Γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι τα συμβαίνοντα σ’ αυτό το ξενοδοχείο είναι πολύ σημαντικά.

Κομψή γαστρονομία

Βλέπω απέναντί μου μια μεγάλη παρέα νέων να χαίρεται το φαγητό της. Το άκρως χαλαρωτικό lounge είναι θεάρεστο σ’ αυτή την ταράτσα. Σε λίγες μέρες θα λειτουργήσει και το instagram point του «Athens Capital», στο πιο ψηλό μπαλκόνι του με ακόμη πιο φανταστική θέα, ό,τι πρέπει για ρομαντικά δείπνα. Ωστόσο πιστεύω ότι πρέπει να επεκταθούν άμεσα τα τραπέζια του εστιατορίου –στο ντεκ της πισίνας ας πούμε– για να δοθεί στους Αθηναίους η ευκαιρία να απολαύσουν μετ’ Ακροπόλεως την πολύ, μα πολύ καλή κουζίνα του σεφ του ξενοδοχείου Δημήτρη Μπούτσαλη.

Σερβίρεται βεβαίως και στο –όμορφο σαν κομψό μπιστρό– εστιατόριο «MFlavours» έναν όροφο πιο κάτω, που βλέπει στη Βουλή και στο «Mappemonde», έργο ζωής του γλύπτη Γεώργιου Λάππα που διατρέχει τους δέκα ορόφους στο αίθριο, αλλά είναι προφανές ότι το φαγητό στην ταράτσα είναι άλλο πράγμα. Και ο Μπούτσαλης δεν είναι τυχαίος σεφ· βραβευμένος με Χρυσό Σκούφο στο «GB Roof», δείχνει το ταλέντο του ακόμη και σ’ ένα μενού με τους περιορισμούς του κορονοϊού. Το τριαντάφυλλο από λαβράκι καρπάτσιο είναι μεστό και χαριτωμένο, με δροσιστικό αφρό γκρέιπφρουτ να το συνοδεύει· έρχεται σαν amuse bouche μαζί μ’ έναν αλλιώτικο μουσακά σε μορφή μιλφέιγ με ωραία διάφανα τσιπς πατάτας που έχουν ανάμεσά τους μελιτζανοσαλάτα και μοσχαρίσιο ταρτάρ και από πάνω κρέμα, δίνοντας εύστοχα το μέτρο της ραφιναρισμένης οικειότητας της κουζίνας.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το ντιπ φασολάδας που συνοδεύει τα νόστιμα ψωμιά. Ανάμεσα σε Ελλάδα και Μεσόγειο βρίσκεται το στίγμα της, με κάποιες εξωτικές πινελιές πού και πού. Να, όπως αυτό το «μωσαϊκό» από καρπάτσιο σολομού και τόνου με κρέμα αβοκάντο-wasabi, μακαντέμια, φύκια wakame και shiso να δίνουν κάψα και θάλασσα, ενώ ένα τσίπουρο Bloody Mary το ντύνει με μεσογειακή ζωηράδα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στο vitello tonnato, όπου το ντελικάτο μοσχάρι συνδυάζεται έξυπνα με πλούσιο τόνο tataki, κρέμα τόνου, γλυκάνισο και τρούφα. Το χειροποίητο tortelli παρουσιάζει μια ανανεωτική μετάφραση της carbonara με κρόκο αβγού κονφί, κρέμα παρμεζάνας με πολύ δυνατή umami νοστιμάδα και τσιπς από guanciale, προσούτο και μορταδέλα.

Τα σιγομαγειρεμένα χοιρινά μάγουλα, τώρα, μας δείχνουν τι μπορεί να σημαίνει νόστιμο κρέας με ασυνήθιστο γευστικό βάθος – ωραίο το κοντράστ κρέμας ψητού κουνουπιδιού με τις κορυφές του σε ζωηρό τουρσί. Εκείνο όμως που με ενθουσίασε είναι η μετάφραση παραδοσιακών λαδερών μας σπεσιαλιτέ: Ένας πουρές από πατάτες γιαχνί που μου θυμίζει τη μάνα μου (ύστερα από stage στον Ducasse βέβαια) και μια φανταστική γλυκόπικρη μελιτζάνα με απίθανα καραμελωμένη ντομάτα κλέβουν την παράσταση στο πιάτο με το αρνάκι, το καπνιστό γιαούρτι και το μαύρο σκόρδο.

Ρουφάς την πόλη

Κατεβαίνοντας προς το «Galerie Café» του ισογείου, βολτάρω στους διαδρόμους και σε κάποια δωμάτια και σουίτες του ξενοδοχείου, όπου η ελληνική τέχνη είναι παντού. Μόραλης, Αδαμάκος, Βασιλείου, Τέτσης, Κοκκινίδης, Σπαθάρης, ΝΑΝΟ, Σταύρου, Παπανελόπουλος, Χώνιας, Μπαλούκος, Μπαλαμπανίδης εκφράζουν την μπουτίκ αισθητική των Hotel-MGallery της Accor. Το «Ακροκέραμο» του Βαγγέλη Χουρσόγλου σε προθήκες των διαδρόμων είναι το iconic object του ξενοδοχείου συνδυάζοντας το παραδοσιακό μοτίβο με την αισθητική της street art. Στην ντιζαϊνάτη ελεγκάντσα του λόμπι μια «Ελληνική σημαία» σε ταξιδεύει σε γαλάζια νερά και ουρανούς.

Βγαίνω στα τραπεζάκια του Café γωνία Πανεπιστήμιου και Κριεζώτου και ρουφάω την ψυχή της πόλης χαζεύοντας την εμβληματική «Μεγάλη Βρεταννία», από μια γωνία που μόνο οι παλιότεροι ίσως είχαν την ευκαιρία να χαρούν στο θρυλικό ξενοδοχείο «King’s Palace» τη δεκαετία του 1960. Εδώ μπορείς να φας πολύ καλή πίτσα με τραγανή φίνα ζύμη 24ωρης ωρίμανσης (μου άρεσε αυτή με αβοκάντο-αγκινάρες και σάλτσα από ντομάτες San Marzano) κι ένα πλούσιο μπέργκερ σε απαλό μπριός. Αυτό το πόστο μπορεί να εξελιχθεί σε επίκεντρο όπου μπορείς να τσιμπήσεις νοστιμιές και να απολαύσεις τα γλυκά του διακεκριμένου Γάλλου patissier Arnaud Larher που συνεργάζεται ήδη με τη «Μεγάλη Βρεταννία» και το «King George». Μου άρεσαν πολύ το ντελικάτο μακαρόν μαστίχα με μαρμελάδα εσπεριδοειδών, το άγλυκο εκλέρ φιστικιού Αιγίνης και η δυναμική σοκολατένια τάρτα Bali. Θέλω να έρχομαι συχνά εδώ και το ίδιο πιστεύω θα κάνουν πολλοί Αθηναίοι.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων