Κριτική

Alficon Speakeasy Gastronomy 13,5/20

Από -

Eίναι πολύ συμπαθητικό αυτό το boutique εστιατόριο σ’ έναν από τους πιο ήσυχους δρόμους του Παγκρατίου. Όσο ο καιρός είναι καλός μπορείς αν θέλεις να φας έξω, σ’ ένα από τα τέσσερα τραπεζάκια που βγάζουν πάνω στον πεζόδρομο της Ηρώνδα, και να χαζεύεις τα όμορφα αθηναϊκά σπίτια με τις αρ-ντεκό λεπτομέρειες, ανάμεσα στα οποία το «Άλφicon» ξεχωρίζει με τους γαλάζιους τοίχους και τα λευκά διακοσμητικά κεντίδια του. Τη χάρη του όμως τη νιώθεις στο ακέραιο αν κάτσεις μέσα. Στο εσωτερικό του αρχοντικού κτιρίου με τους ανθρακί τοίχους, τα λευκά γύψινα και τα παλιά κεραμικά πλακάκια στο πάτωμα, φυσάει αέρας κεντροευρωπαϊκός και έτσι όπως είναι γεμάτο με έργα τέχνης μοιάζει με γκαλερί.

Ένα απ’ αυτά, μάλιστα, στην πριβέ αίθουσά του, με τον τίτλο «Νόστος», αποτυπώνει με ελεύθερες γραμμές τη χαλαρή ευωχία του κυριακάτικου τραπεζιού. Καθισμένος εκεί βλέπεις και την κάβα φύλαξης των κρασιών για την οποία χρησιμοποιήθηκαν παλιά τούβλα σαν αυτά του σπιτιού. Ας ελπίσουμε ότι θα περάσουμε όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα και γρήγορα την κρίση του κορονοϊού, για να πάρει σάρκα και οστά η περαιτέρω εξέλιξη του Παγκρατίου σε πόλο υγιούς γευστικής και fine drinking εξόδου –στους αντίποδες δηλαδή αυτού που συνέβη στου Ψυρρή και στο Γκάζι– γύρω από την πλατεία Προσκόπων και το νέο μουσείο Γουλανδρή, κάτι που φαίνεται ήδη από τα ωραία μαγαζιά που έχουν δημιουργηθεί στην περιοχή.

Το «Άλφicon» είναι από αυτά τα εστιατόρια που, για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της περιόδου, έχουν λανσάρει ένα απλούστερο delivery/take away μενού με σουβλάκια και μπέργκερ που με δεδομένο το επίπεδο του εστιατορίου είναι ιδανική λύση όταν θέλεις κάτι ποιοτικό για το σπίτι. Όμως την κουζίνα των δύο ταλαντούχων δημιουργών του, Έλβι Δημήτρη Ζύμπα και Νίκου Βοργιά, η οποία σημειωτέον έχει εξελιχθεί, μπορείς να τη δοκιμάσεις μόνο στο εστιατόριο. Το μενού τους είναι μικρό –πέντε ορεκτικά και πέντε κυρίως– και αλλάζει κάθε που περνάμε σε άλλη εποχή, ενώ πολλές φορές υπάρχουν πιάτα ημέρας.

Όσον αφορά το στιλ της κουζίνας, τώρα, από τη μια κρατάει την επαφή της με την bistroνομία και από την άλλη έχει μια διάθεση ραφιναρίσματος που τη φέρνει κοντά σ’ ένα οικείο fine dining. Οι προτάσεις της δε είναι πιο μετρημένες, αφού λείπουν επιτυχημένα τολμηρές σπεσιαλιτέ της πρώτης περιόδου όπως το κριθαρότο με κρέμα μελιτζάνας, χταπόδι και αφρό λευκής σοκολάτας! Υπάρχουν βεβαίως άλλα ωραία πράγματα, όπως το άψογα ψημένο χτένι που σερβίρεται μέσα στο κέλυφός του, με ωραία αλαβάστρινη υφή και έξτρα φουντουκάτο άρωμα από το ζεστό beurre noisette με το οποίο το περιχύνουν. Μαζί του έρχεται πολύ ταιριαστός γλυκόξινος πουρές ξινόμηλου και μπρόκολο με αμύγδαλο που το προσγειώνουν στο έδαφος της απροσποίητης νοστιμιάς.

Το μαριναρισμένο πελαγίσιο λαβράκι είναι από τα πιάτα που δείχνουν την ανωτερότητά τους με την ποιότητα των υλικών. Βέβαια, παρότι είναι χάρμα οφθαλμών ο κύκλος από σπυριά ροδιού που γράφεται στην περιφέρειά του, ο χυμός του φρούτου που προσθέτουν μπροστά σου στο πιάτο δεν συντονίζεται με το ψάρι. Το αστέρι όμως του φθινοπωρινού μενού είναι η κρεμμυδόσουπα. Καμία σχέση με τη γαλλική. τούτη εδώ είναι γλυκόξινη, με πυκνή ματ υφή, και συνδυάζεται τόσο ωραία με κόντρες από homemade μοσχαρίσιο λουκάνικο, καπνιστό βελούδο από «σφαίρες» μετσοβόνε και βοτανική κάψα από ραπανάκι, που τη θεωρώ υπόδειγμα εξελιγμένης bistroνομίας. Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή η κουζίνα δείχνει ότι έχει πολλές δυνατότητες, κρίνω αυστηρά τη σαλάτα με παντζάρι, καρύδια, αχλάδι και μαρούλι, καθώς παραείναι απλή και της λείπει η σοφιστικέ πινελιά.

Κάτι που μου άρεσε πολύ και διαμορφώνει το φιλόξενο προφίλ του εστιατορίου, είναι το σερβίρισμα της σούπας και αρκετών από τις σάλτσες μπροστά σου. Το ένστικτό μου με έσπρωχνε να δοκιμάσω τον τραχανά με κολοκύθι, σαρδέλα και ελιά, αλλά δυστυχώς δεν ήταν διαθέσιμος. Μου άρεσαν όμως τα δύο άλλα κύρια πιάτα που πήραμε. Το ορτύκι έχει πολλά προτερήματα, έχει όμως και ένα μειονέκτημα: Το στήθος του είναι ζουμερότατο και νόστιμο, η φρέσκια τρούφα του ταιριάζει γάντι, η απολαυστικά αφράτη espuma πατάτας δίνει έντεχνο τόνο, αλλά το χειροποίητο ζυμαρικό γεμισμένο με το μπουτάκι του ορτυκιού είναι αταίριαστα ρουστίκ για τη χάρη του. Πολύ ισορροπημένο, αντιθέτως, το ναξιώτικο κατσικάκι πατάει γερά στη νοστιμιά του ωραίου κρέατος και τη γήινη απαλότητα της φάβας και δέχεται ευχάριστα πάνω του την τσαχπινιά του πορτοκαλιού και του ελληνικού καφέ που μοσχοβολάει καθώς φέρνουν μπροστά σου το πιάτο.

Σε ανάλογο ύψος με το φαγητό τα επιδόρπια. Όμορφη και παιγνιώδης η μηλόπιτα με το κρεμέ μήλου και την ελβετική μαρέγκα, άστοχο το σορμπέ βατόμουρο στο κανταΐφι με το καϊμάκι, και καλύτερη όλων η κρέμα μούστου με τριμμένο μουστοκούλουρο. Δικαίως, λοιπόν, το «Άλφicon» προτείνεται από τον οδηγό Michelin στην Αθήνα.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 14/10.

ALFICON SPEAKEASY GASTRONOMY Ηρώνδα 8, Παγκράτι, 2169005059. Ωράριο λειτουργίας: Κλειστά Δευτ. Τιμή: € 35-40 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεA: Όχι. Πάρκινγκ: Στους γύρω δρόμους.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων