Κριτική

Aleria 15/20

Από -

Τι γειτονιά κι αυτή! Υποβαθμισμένη από τη μία, αλλά ευτύχησε να έχει, μεταξύ άλλων, στους κόλπους της δύο εξαιρετικά εστιατόρια, το «Funky Gourmet» (που μετακομίζει στο «Hilton» πια) και το «Aleria», που συνεχίζει απτόητο τη γαστρονομική του πορεία. Μετά το 2004 υπήρχαν σχέδια ανάπλασης με στόχο να γίνει το Μεταξουργείο hype περιοχή, όπως συνέβη με την TriBeCa στη Νέα Υόρκη και το Marais στο Παρίσι, αλλά δεν ευοδώθηκαν. Κρίμα, διότι η περιοχή έχει πολλά νεοκλασικά αλλά και τη φανταστική Πλατεία Αυδή...

Παρ’ όλα αυτά και πάλι δεν το βάζει κάτω. Ο νεοαφιχθείς «Proveleggioς» και το «Beauty killed the beast», τα θέατρα Από Μηχανής, Μεταξουργείο και Άττις, η γκαλερί της Ρεβέκκας Καμχή, συγκροτήματα loft κατοικιών, το κτίριο της –υποτονικής στη ζωή της πόλης, αλλά με έργα σημαντικά– Δημοτικής Πινακοθήκης, ένα από τα πιο παλιά νεοκλασικά της Αθήνας διά χειρός του Δανού αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν, είναι στοιχεία μιας εν δυνάμει εξέλιξης, η οποία ωστόσο δεν βρίσκει ακόμη ευτυχή κατάληξη.


Το «Aleria», πάντως, είναι σταθερό σημείο αναφοράς στο Μεταξουργείο από τον Μάρτιο του 2007, τολμώντας μια ιδιοσυγκρασιακή αισθητική που όμοιά της δεν υπάρχει στην Αθήνα. Έχει δουλέψει με συνέπεια τη γαστρονομική του πρόταση στα 13 χρόνια της πορείας του, φιλοξενώντας στην κουζίνα του πολύ καλούς σεφ όπως ο Λεωνίδας Κουτσόπουλος και ο Κομνηνός Μουφλουζέλης και καταλήγοντας τα τελευταία πέντε στην καλύτερή του περίοδο, με τον Γκίκα Ξενάκη να βραβεύεται πέρυσι με Χρυσό Σκούφο.

Παράλληλα είναι από τα εστιατόρια με την πιο σοβαρή πρόταση κρασιού στην πόλη, τόσο με τη wine list του, δουλεμένη από την ψυχή του «Aleria», τον Νικηφόρο Κεχαγιαδάκη, όσο και με σπέσιαλ γαστρο-οινικά δείπνα. Η απήχησή του φαίνεται στον κόσμο που το γεμίζει ακόμη και ημέρες που δεν το περιμένεις. Καλοβαλμένοι εξοδούχοι απολαμβάνουν τη βραδιά τους στις σάλες με το γεμάτο ετερόκλητα θεατρικά στοιχεία μαξιμαλιστικό ντεκόρ: από την μπεζ αίθουσα «βιβλιοθήκης» μέχρι το μοναδικό αίθριο με την ταπετσαρία του Fornasetti, η κομψότητα και η αριστοκρατική σπιτική αύρα είναι διάχυτες.

Το «Aleria» προωθεί σταθερά τη λογική των menu dégustation (7 πιάτα/€ 75, 5 πιάτα/€ 55) και της αρμονίας με κρασί που έχουν αρκετή πέραση και σου δίνουν τη δυνατότητα να ευχαριστηθείς με ευρύτητα μια πολύ δημιουργική ελληνική γαστρονομία. Όσο για τις σπεσιαλιτέ του Ξενάκη, είναι από αυτές που ψυχαναλύουν τη συλλογική γευστική μας μνήμη δημιουργώντας σύγχρονα κομψοτεχνήματα. Πάρτε λ.χ. τη signature αποδομημένη «χορτόπιτα», μια παιγνιώδη αρωματική βόμβα που σκάει στο στόμα με κάπου δώδεκα διαφορετικά χόρτα, βότανα και λαχανικά μαγειρεμένα και τις κορφές τους ωμές, με εκφραστικά μυρωδάτη χλωροφύλλη δηλαδή, πάνω σε ένα τραγανό φύλλο μαζί με κρέμα φέτας και πούδρα ελαιόλαδου.

Και αν το προηγούμενο είναι πολύ έντεχνο, το «γιουβαρλάκι» ταρτάρ ανήκει στις προχωρημένες post-mama σπεσιαλιτέ που αναπλάθουν με δύναμη και φινέτσα την παράδοση: ταρτάρ μοσχαριού Ω3 ζυμωμένο τη στιγμή της παραγγελίας μαζί με γιαπωνέζικο ρύζι για σούσι βρασμένο σε νερό ντομάτας, «αβγολέμονο» χωρίς αβγό κι ένα τελικό αποτέλεσμα που ξυπνάει μνήμες και θαλπωρή. Οι «πατάτες στη στάχτη» είναι πιάτο με μεγάλη συναισθηματική δύναμη, εκτός από τη γευστική του αξία. Έτσι μελωμένες και με εκρηκτικό γευστικό βάθος –σαν κάστανο έμοιαζαν–, μου έφεραν ασυναίσθητα στο μυαλό τους μυστηριακούς «Πατατοφάγους» του Βαν Γκογκ. Σερβιρισμένες μαζί με ζουμερά άγρια μανιτάρια, παν­τζάρια, λιωμένη καπνιστή γραβιέρα από τη Νάουσα και μια ψεύτικη «στάχτη» από λάδι φουντουκιού και τρούφας δημιουργούν ένα πολύ αρμονικό, γευστικό τοπίο.

Πέρα από αυτήν τη μεταμοντέρνα παρουσίαση κλασικών ελληνικών ιδεών, ο Ξενάκης προχωράει και σε ελληνικούς νεολογισμούς που ανεβάζουν τον πήχη, δίνοντας το μέτρο εξέλιξης της κουζίνας του. Δεν μιλάω απλώς για την πολύ επιτυχημένη αρμονία της βελούδινης μους από κολοκύθα με κάστανα, απάκι και μαύρη τρούφα, αλλά και για τις γαρίδες Κοιλάδας σε έναν φανταστικό συνδυασμό από το ζωμό των κεφαλιών τους (μπισκ) μαζί με αμύγδαλο και κεράσι, όπου κάθε γευστική νότα ακούγεται ξεχωριστά και η συγχορδία τους ενθουσιάζει ή ακόμη γι’ αυτόν τον fine indie συνδυασμό ενός άψογα ψημένου ορτυκιού με πανακότα φάβας, κάππαρη, ψητό αχλάδι, ξινούτσικο κόκκινο λάχανο, πίκλα κρεμμυδιού, σταφύλι και «χώμα» από κακάο κι ελληνικό καφέ. Ακόμη καλύτερο το φανταστικό χριστόψαρο με το ζωμό του, που εναλλάσσει τη γεύση του με πιπεριά Φλωρίνης, γήινη-καπνιστή γλύκα ψητού καλαμποκιού, φρέσκα φασολάκια και καρότο.


Αυτά τα τελευταία πιάτα δείχνουν τη fine dining εξέλιξη του σημερινού «Aleria» εν συγκρίσει με ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά του πιάτα σαν το πολύ καλό και δημοφιλέστατο παστίτσιο, που όμως βρίσκεται ένα βήμα πίσω. Αντάξια των φαγητών τα γλυκά: μεταμοντέρνος μπακλαβάς, που έχει ανάμεσα στα τραγανά φύλλα του κρέμα φιστικιού Αιγίνης και δίπλα σορμπέ βατόμουρου, και ακόμη καλύτερη λευκή σοκολάτα με γιαούρτι, αμύγδαλο και φρούτα του δάσους. Το σέρβις επιπέδου συμπληρώνει τη δυνατή εμπειρία.

Η επίσκεψη του κριτικού στο εστιατόριο έγινε στις 23/12/19.

ALERIA Μ. Αλεξάνδρου 57, Μεταξουργείο, 2105222633. Ωράριο λειτουργίας: Κλειστά Κυρ. Τιμή: € 40-50 (το άτομο χωρίς ποτά και κουβέρ). Πρόσβαση ΑμεΑ: Όχι. Πάρκινγκ: Valet service.

Επεξήγηση βαθμολογίας
Κακό: κάτω από 11,5/20
Μέτριο: 12/20-12,5/20
Καλό: 13/20-13,5/20-14/20-14,5/20
Πολύ καλό: 15/20-15,5/20-16/20
Εξαιρετικό: 16,5/20-17/20-17,5/20
Άριστο: 18/20-18,5/20-19/20-19,5/20-20/20
Βέλος προς τα πάνω (π.χ. 13/20 ): το εστιατόριο είναι καλύτερο από το βαθμό του, χωρίς να αγγίζει το επόμενο βαθμολογικό σκαλοπάτι.
Οι κριτικοί του «α» επισκέπτονται ανώνυµα τα εστιατόρια και όλα τα έξοδα καλύπτονται από το περιοδικό.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό εστιατορίων