Συνέντευξη

Κώστας Λειβαδάς: «Εκκρεμεί η επινόηση του δικού μας σόου»

Από -

Ο δημιουργός του «Πιάσε με», του «Σαν να μην πέρασε μια μέρα» και δεκάδων άλλων επιτυχιών, εμφανίζεται την Πέμπτη 8/5 στο «Plus» του «Σταυρού του Νότου» με την Ελεωνόρα Ζουγανέλη (για πρώτη φορά μετά την τεράστια επιτυχία του δίσκου «Μετακόμιση τώρα») και τη Μαριάννα Πολυχρονίδη. Με αυτήν την αφορμή μας μιλάει για το τι σημαίνει η σαρωτική επιτυχία του τραγουδιού «Η επιμονή σου» σε προσωπικό και όχι μόνο επίπεδο, για το κορίτσι-αποκάλυψη από τη Μύκονο, για τον τρόπο που γράφει και για το φάρμακο της ποίησης.

«Η επιμονή σου», το τραγούδι που έγραψες για την Ελεωνόρα Ζουγανέλη και το τραγουδάτε μαζί, είναι εδώ και έξι εβδομάδες στην κορυφή του airplay chart. Γιατί νομίζεις ότι έχει συμβεί αυτό;

Παρόλο που από πολύ μικρός συνειδητοποιούσα ότι η ραδιοφωνική επιτυχία δεν σημαίνει απαραίτητα και εξαργύρωση στην καρδιά ή τοποθέτηση στις αναμνήσεις και το soundtrack κάποιου. Πίστευα πάντα στις απεριόριστες δυνατότητες αυτού που ο Έλληνας εσφαλμένα μετέφρασε και από ξερολισμό στιγμάτισε ως ποπ τραγούδι, δηλαδή το καθημερινό τραγούδι, το ευρέως λαϊκό τραγούδι. Πίστευα στη δύναμη τού πώς μέσα σε τρία λεπτά και δεκαπέντε δευτερόλεπτα μπορεί κάποιος να νιώσει τη ζωή του ευγενέστερη, φωτεινότερη, δυνατότερη, να πάρει μια ιδέα για να πάρει μπροστά και να εμπνευστεί κάτι καλύτερο για τη ζωή του. Αντιλαμβανόμουν από την αρχή τι σημαίνει το καθημερινό τραγούδι και η μεγάλη μου αγωνία ήταν πώς θα ανανέωνα τη γλώσσα αυτού του τραγουδιού, πώς θα τολμούσα παράταιρα πράγματα κι ας μην πετύχαιναν. Το έκανα στο «Σαν να μην πέρασε μια μέρα»: είχε τόσα πολλά λόγια, τα μισά μιλητά, με ένα ρεφρέν μεγάλο, κι αυτό το περίεργο κράμα αποτύπωνε μια σκηνή ενός εφήμερου έρωτα στην πλατεία Μαβίλη σαν μια μικρή σεκάνς. Το έκανα επίσης στο «Πιάσε με» και στα «Παιδιά των δρόμων» της Τσαλιγοπούλου… σ’ αυτά τα δύο ήταν η πρώτη φορά που νιώθω ένα παράδοξο, ότι δηλαδή ένα τραγούδι ποιητικά κοινωνικό μπορεί να σκαρφαλώσει στα charts και να διασκεδάζει ανθρώπους που γλεντάνε ακόμη και σε γαμήλια γλέντια. Όταν συνέβη, λοιπόν, αυτή η επιτυχία σε πολύ σκληροπυρηνικές ραδιοφωνικές εποχές της πίστας είχα και πάλι συγκινηθεί. Αυτό είναι το συναίσθημα. Αλλά μόνο όταν συνοδεύεται απ’ αυτό που σου λέω. Όταν δηλαδή βλέπεις ότι ένα τραγούδι υφίσταται στην καθημερινή χρήση και λειτουργία του ανθρώπου και ότι για κάποιο λόγο έχουν όλα συνωμοτήσει για ένα σωστό timing, οι συγκυρίες, η εποχή, η ενορχήστρωση, η ερμηνεία.

Πώς γράφτηκε το συγκεκριμένο τραγούδι;

Για πολλά χρόνια υπήρχε στο σημειωματάριό μου –και το θυμούνται οι κοντινοί μου άνθρωποι– ο συγκεκριμένος τίτλος, ακριβώς γιατί αγαπημένο μου θέμα είναι η καλλιέργεια της πίστης και η υπενθύμιση ότι όλοι έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία σ’ αυτό που ονειρευόμαστε. Είχα στο μυαλό μου δύο παραμέτρους. Η μία, η διαπροσωπική μάχη στο ζευγάρι, το πόσο αργεί η αγάπη και το πόσο πρέπει να επιμένουν δύο άνθρωποι μέχρι να φτάσει ο ένας να περιέχει τον άλλο. Η δεύτερη είναι ότι όταν ο τόπος σου γίνεται αφιλόξενος και όταν από την κούραση και την εξουθένωση τα μάτια σου δεν μπορούν να δουν την ομορφιά του, πρέπει να προσπαθήσεις να καθαρίσεις τη ματιά σου και να τον αγαπήσει ξανά. Εκεί παίζεται το παιχνίδι της ζωής, ειδικά όταν οι εξωγενείς παράγοντες είναι αμείλικτοι. Πάνω σ’ αυτούς τους δύο άξονες έγραψα την «Επιμονή σου», που ήθελα να είναι μπάλος, για ένα κορίτσι που κατάγεται από τη Μύκονο. Ήθελα να είναι ένας μπάλος που χορεύεται, αλλά και έχει κάτι να πει. Δηλαδή να ξεσηκώνει το σώμα και την ψυχή. Είμαι ευγνώμων για την επιτυχία, ιδιαίτερα γιατί δεν περίμενα τόσοι πολλοί άνθρωποι που υφίστανται μεγάλες δοκιμασίες να έχουν συνδεθεί με το τραγούδι.

Και η λέξη και η θεματολογία της «Επιμονής σου» είναι κόντρα σε μια εποχή που ευνοεί την ταχύτητα.

Ο νέος ανθρωπότυπος έχει φτιαχτεί πάνω σ’ αυτό. Στο να μην υπάρχει χρόνος για σημεία αναφοράς, συνδέσεις και διαλόγους γόνιμους και επί μακρόν. Αλλά αυτή είναι η μεγάλη τραγωδία της εποχής. Το στοίχημα ήταν να διώξουμε την οπισθοδρόμηση και τη συντήρηση, ειδικά στην Ελλάδα με τα τόσο κολλημένα μυαλά και τη διαρκή ανακύκλωση των ίδιων πραγμάτων, χωρίς όμως να χάσουμε ορισμένα μαγικά στοιχεία της κοινωνίας των αργών ρυθμών, όπως η αλληλεγγύη, η εγκαρδιότητα, το ενδιαφέρον για τον διπλανό. Έχουμε πολλά ψωμιά ακόμη να φάμε μέχρι να το καταφέρουμε.

Θα μου μιλήσεις για την Ελεωνόρα;

Είναι μία πολύ ξεχωριστή περίπτωση. Θυμάμαι ακόμη το βράδυ που μου είπε ο Γιάννης Κούτρας «Έλα να τη δεις στο “Δίπλα στο ποτάμι” πώς έχει εξελιχθεί και δεν θα το πιστεύεις». Ήταν μια αποκάλυψη εκείνο το βράδυ. Από τον πρώτο της δίσκο συζητούσαμε για πιθανή συνεργασία. Πρώτα έγινε το «Εσύ μου θύμησες πώς είναι» στο live cd «Είπα στους φίλους μου», με το οποίο κλείσαμε μαζί τη συναυλία στο Θέατρο των Βράχων. Η συνεργασία μας εδραιώθηκε πάνω στο γεγονός ότι η Ελεωνόρα έχει την αγάπη του κόσμου και το λαϊκό έρεισμα και ότι υπερασπίζεται ένα τραγούδι που μπορεί σε μια σύγχρονη σκηνή να διασκεδάζει κιόλας. Σε μια τόσο δύσκολη ιστορική περίοδο, προβληματιστήκαμε για την πρόκληση να μιλήσουμε πρώτα για τον εαυτό μας θεραπευτικά και λυτρωτικά, κι έπειτα για τον ακροατή. Έτσι ξεκίνησε το «Μετακόμιση τώρα». Αναφέρεται στο πώς μετακομίζει μέσα του κάποιος πρώτα από τους προσωπικούς φόβους, γιατί αν δεν έχει γίνει πρώτα η εσωτερική μετακόμιση, όσες εξωτερικές κι αν γίνουν καμία δεν θα πετύχει. Το «Μια ξεχασμένη αλήθεια» από την άλλη, που είναι πολύ φορεμένο πάνω της, μιλά για τη γενιά της, μια γενιά που συναισθηματικά δεν είναι εκπαιδευμένη στον πόνο και τους δρόμους μεγάλων αποστάσεων. Κι αυτή η γενιά έχει την επιθυμία να ζήσει τη δική της ζωή, να πραγματώσει τον εαυτό της, να πληγωθεί, να πει το δικό της «σ’ αγαπώ» με τα δικά της λόγια κι όχι με των άλλων που της έχουν φυτέψει. Είναι πολύ ευχάριστο που μου δίνεται στο live του «Σταυρού» η δυνατότητα να υπερασπιστούμε για πρώτη φορά στη σκηνή αυτά τα τραγούδια, καθώς και παλιότερα δικά μου που εκείνη αγαπάει ή άλλα που αγαπάμε και οι δύο.

Μήπως η επιτυχία της «Επιμονής σου» είναι άλλο ένα σημάδι της απομάκρυνσης του κόσμου απ’ αυτή την ασυδοσία διασκέδασης άλλων εποχών;

Θα ήθελα να το πιστεύω. Πιο πολύ όμως πιστεύω, παρατηρώντας και την επιτυχία τραγουδιών όπως το «Θάλασσά μου σκοτεινή» του Πορτοκάλογλου, ότι πάντα θα υπάρχει ο τρόπος, ο χρόνος και ο χώρος για να συναντηθούν γιορτινά αυτό που αποκαλείται τραγούδι με περιεχόμενο, για να μην το πω ποιοτικό, με την ευρεία εμπορικότητα. Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι από την επιτυχία τέτοιων τραγουδιών-εξαίρεση είναι αυτό. Λυπάμαι που μιλάω με καχυποψία και επιφυλακτικότητα, αλλά έχω δει πόσο πολύ εθίστηκε ο Έλληνας τις δύο τελευταίες δεκαετίες σ’ ένα ξέσκασμα που δεν είχε να κάνει με το ταμπεραμέντο του λαού μας ούτε με το ξόρκισμα του θανάτου, με τη λύτρωση, με τη χαρμολύπη ή με την επιμονή, αλλά με το νωθρό ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα για να το πω χαριτωμένα. Δεν υπήρξε τίποτα εκτός από έναν ατελείωτο χαβαλέ, μόστρα και εκτόνωση ενστίκτων. Η επαναφορά της νύχτας σε πιο ανθρώπινα πλαίσια ως προς τη διάρκεια και τις τιμές έχει δείξει κάτι πολύ ελπιδοφόρο. Επανέφερε πολύ κόσμο και με ροή σε προγράμματα ρεπερτορίων σε προγράμματα ακροάσεων, σε προγράμματα από τα οποία παίρνεις κάτι μαζί σου φεύγοντας το βράδυ. Εννοείται βέβαια ότι υπερασπίζομαι πάντα ορισμένα ζωτικά χαρακτηριστικά της διασκέδασης. Για πάρα πολλά χρόνια, η πλευρά των τραγουδοποιών που ο κόσμος κωδικοποίησε ως έντεχνους, είχε ταμπουρωθεί πίσω από μία ακόμη και ασυνείδητη σοβαροφάνεια, που απέκλειε σημαντικά πράγματα για τη ζωή του νέου ανθρώπου. Ένα από αυτά είναι ο χορός, το σωματικό στοιχείο, αλλά και το όνειρο. Πέρα από τον βαθύ λυρικό λόγο και την περιγραφή ενός δραματικού τοπίου, υπάρχει και το όνειρο. Αν αυτά δεν προέλθουν από την εδώ όχθη, την «έντεχνη», φυσικά θα τα αναζητήσει ο κόσμος κάπου αλλού. Το έλεγαν χρόνια πολύ σοβαρά πρόσωπα του τραγουδιού μας και συμφωνούσα ότι για χρόνια εκκρεμούσε και εν μέρει εκκρεμεί η επινόηση του δικού μας σόου, μιας δικής μας παράστασης, που από τη μία θα εμπεριέχει τη μουσική, την κίνηση, τη συγκίνηση της καρδιάς κρατώντας ταυτόχρονα τα μπόσικα στα όρια της αξιοπρέπειας. Το κυνήγι του εαυτού ξεκινάει από τη στιγμή που θέλεις να τον πραγματώσεις. Δεν ξεκινάει από μια διαρκώς ανακυκλούμενη ευκολία, βολή και αναβολή. Αυτό δεν το λέω για να κάνω μάθημα, αλλά για να τα θυμάμαι κι εγώ ο ίδιος μέσα σ’ αυτή την τόσο αμείλικτη και εξουθενωτική εποχή.

Χωρίς διδακτισμό αλλά με διακριτικότητα, αναζητάς και πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις με τα τραγούδια σου.

Λειτουργώ κάπως σαν ρεπόρτερ της εποχής. Συμβαίνει συχνά χωρίς να το καταλαβαίνω εκείνη τη στιγμή που γράφω και χωρίς να το ελέγχω. Μπορεί να είμαι εμποτισμένος από τα διαψευσμένα όνειρα του πατέρα μου, ή επειδή ζω τις αγωνίες του αδερφού μου ή του καλύτερού μου φίλου, ή γιατί εγώ ο ίδιος δεν πιστεύω από τι τούνελ βγήκα. Πάντα όμως έχω στο νου μου κάτι που έχει πει ο Στίβεν Κινγκ: τις περισσότερες φορές όταν αρχίζεις να γράφεις την ιστορία δεν διανοείσαι ποιο είναι το θέμα. Γιατί υπάρχει κι ένας άλλος κίνδυνος αγκύλωσης. Να θες σώνει και καλά να προγραμματίσεις να γράψεις ένα τραγούδι για συγκεκριμένο θέμα και το αποτέλεσμα να είναι άψυχο και εγκεφαλικό.

Έχεις μια ιδιαίτερη αγάπη για τις γυναικείες φωνές.

Αλήθεια είναι. Έχει να κάνει με τις πολύ έντονες γυναίκες που υπήρχαν στην οικογένειά μου. Πάντα με ενδιέφεραν οι γυναίκες ηρωίδες είτε μέσα στην παράδοση του τραγουδιού, που έπλασε θαυμάσια από την αρχή η Νικολακοπούλου, είτε μέσα στην παράδοση άλλων τεχνών.

Έχουμε περισσότερες καλές γυναικείες φωνές απ’ ό,τι αντρικές;

Μοιάζει να είναι έτσι, αλλά μπορεί να είμαστε άδικοι. Αλλά μόνο τον Λιδάκη να ακούσεις σε φόρμα, θα το ξεχάσεις αμέσως αυτό.

Η τελευταία σου δουλειά είναι μελοποιημένα ποιήματα στον δίσκο «Του λόγου το αληθές, Μέρος 1ον: Γραμμένο με κόκκινο».

Πάνω από δέκα χρόνια τριβέλιζα αυτήν τη δουλειά. Πολλά τραγούδια απ’ αυτά τα είχα ολοκληρώσει. Αλλά η εποχή τότε ήταν πιο σκληρή και αλλεργική απέναντι σε ό,τι είχε δίπλα τη λέξη ποίηση, κι ας έχει εμπορικά δυνατή παράδοση η χώρα μας στην ποίηση. Τελικά, με τη βοήθεια του Γιώργου Ζαχαρίου που είναι πολύ έμπειρος ενορχηστρωτής, όλα έδεσαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και στην ώρα τους. Αυτή η δουλειά συνδέει μια μεγάλη γραμμή διαδρομής και περιπέτειας της γλώσσας από τον Ευρυπίδη μέχρι τη Μαρία Κούρση, μια εξαιρετική ποιήτρια που ζει στα Πατήσια, ανάμεσά μας. Η ποίηση μπορεί να είναι καθημερινό φάρμακο, παρηγοριά και πυξίδα.

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό Night Live