Ήμουν εκεί

Υποδειγματικό, υποβλητικό «Μέντιουμ» στο Beton7

Από -

Η δραστηριοποίηση καινούργιων ομάδων στο χώρο του λυρικού θεάτρου βαίνει αμείωτη σε καιρούς κρίσης.Τα αίτια του φαινομένου είναι ευδιάκριτα: η ανυπαρξία άλλης όπερας πλην της Λυρικής, η ανάγκη των νέων καλλιτεχνών να δοκιμασθούν και βελτιωθούν, ή ακόμη η φιλοδοξία μιας «εναλλακτικής», και πάντως διαφορετικής, προσέγγισης (ενός μέρους) του ρεπερτορίου. Η επιλογή της «μικρής φόρμας» σε διάρκεια έργων, αριθμό συντελεστών και μουσικών οργάνων, χώρους παραστάσεων, κόστος παραγωγής είναι εύλογη. Επειδή, όμως, και στην τέχνη, πολλά -αν όχι όλα- κρίνονται εκ του αποτελέσματος, σημασία έχει πάντοτε το παραγόμενο καλλιτεχνικό προϊόν.
Η πλέον πρόσφατη προσθήκη στα λυρικά δρώμενα ακούει στο όνομα «The Medium Project» και επέλεξε να μας συστηθεί με το σκηνικό ανέβασμα ...του «Μέντιουμ», μονόπρακτης όπερας του Τζαν Κάρλο Μενόττι. Η διαφορά της συγκεκριμένης ομάδας από άλλες ομόλογές της έγκειται στο ότι πολλά από τα μέλη της έχουν ήδη δώσει «δείγμα γραφής» στα μουσικά πράγματα. Αυτονόητα, η παράσταση στο υπόγειο του μουσικού χώρου Beton7 στον Βοτανικό (11/10) αναμενόταν με ενδιαφέρον, πολλώ δε μάλλον που το «Μέντιουμ» δεν είχε παρουσιασθεί στην Αθήνα την τελευταία δεκαετία.
Από την αρχή έγιναν αντιληπτά το βάθος και η ποιότητα της δραματουργικής και της μουσικής προετοιμασίας, που δικαίωσε το ιδιαίτερο στίγμα γραφής του Ιταλο-αμερικανού συνθέτη. Η σκηνοθέτις Ράϊα Τσακηρίδη ανέδειξε με εύστοχη θεατρική διδασκαλία τον πυρήνα του έργου, δηλαδή την αέναη διαπάλη του μεταφυσικού με το πραγματικό, εστιάζοντας με χειρουργική ακρίβεια στην πάντοτε επίκαιρη σαγήνη -αλλά και στο αδιέξοδο- της ψευδαίσθησης και του ψέματος, του φόβου και των προκαταλήψεων. Αξιοποιώντας έξοχα το -υποβλητικά φωτισμένο από την Εβίνα Βασιλακοπούλου- σκοτεινό τσιμεντένιο υπόγειο, τα σπαράγματα επίπλων και φωτογραφιών, τις βιντεοπροβολές του Πάτροκλου Σκαφίδα, ανέπλασε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, έναν κόσμο ωμό στην αφέλεια και τον κυνισμό του. Λιτά και ακριβή ήταν τα σκηνικά και τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου.
Θαυμάσια υπήρξε, εξάλλου, και η σκηνική καθοδήγηση της ολιγομελούς ομάδας των πρωταγωνιστών, που έκλεψε τις εντυπώσεις. Χωρίς να διαθέτει το φωνητικό ηχόχρωμα της κοντράλτο που απαιτεί ο ρόλος, η μεσόφωνος Μαργαρίτα Συγγενιώτου υπήρξε μία συναρπαστική Μαντάμ Φλώρα, με προσεγμένο, ορθοτονικά ανεπίληπτο τραγούδι και υπόκριση πρωτοφανούς έντασης, που άγγιζε ενίοτε τα όρια του εξπρεσιονισμού. Η υψίφωνος Λητώ Μεσσήνη σκιαγράφησε ένα ιδανικό πορτρέτο της Μόνικας, με δροσερή φωνή, λεπταίσθητες αποχρώσεις που αντιδιέστειλαν ζηλευτά τις δύο σημαντικότερες άριες (βαλς, νανούρισμα) του έργου, κυρίως όμως με ανεπιτήδευτη δραματική αλήθεια. Εξαιρετικός, με φίνα κίνηση και μεγάλη εκφραστικότητα, υπήρξε ο Αλέξης Ζερβάνος στον κομβικό ρόλο του μουγγού υπηρέτη Τόμπυ. Πολύ καλή παρουσία είχαν οι Ειρήνη Φωτεινάκη, Μιχάλης Ψύρρας (Κα και Κος Γκομπινώ) και Αντωνία Δεσπούλη (Κα Νόλαν).
Την μελωδικής υφής και αρμονικής δομής τονική μουσική απέδωσε στο πιάνο ο Δημήτρης Μαρίνος, τοποθετημένος σε υψηλότερο επίπεδο από τη σκηνή και στερούμενος οπτικής επαφής με τους μονωδούς! Τον μεταξύ τους συντονισμό διασφάλισε άψογα ο αρχιμουσικός Ανδρέας Τσελίκας. Παρότι ρευστή και ακριβής, η πιανιστική ερμηνεία στερείτο, πάντως, των ρυθμικών εναλλαγών, των αντιθέσεων και του σασπένς που θα αύξαναν τον απόηχο μιας μουσικής πρωτίστως θεατρικής. Τέλος, η εγγύτητα των θεατών προς τη σκηνική δράση στον περιορισμένου εμβαδού και ύψους χώρο επέτεινε τις δυνατές συγκινήσεις από αυτήν την υποδειγματική δουλειά μουσικού θεάτρου...

ΥΓ
: Το «Μέντιουμ» θα παίζεται κάθε Παρασκευή και Σάββατο μέχρι τις 16/11 στο Βeton7 (Πύδνας 7, Βοτανικός). (credit φωτογραφίας: ΣΚΑΦΙΔΑΣ)