Ήμουν εκεί

Το μαλερικό ταξίδι της ΚΟΑ προς το τέλος του: Καθηλωτική 1η Συμφωνία με τον ’Εσενμπαχ

Από -

Ο Γερμανός αρχιμουσικός Κρίστοφ Έσενμπαχ διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στην 1η Συμφωνία του Μάλερ («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 29/1) © Μαρία Γραμματικού
Ο Γερμανός αρχιμουσικός Κρίστοφ Έσενμπαχ διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στην 1η Συμφωνία του Μάλερ («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 29/1) © Μαρία Γραμματικού

Προς το τέλος οδεύει το ταξίδι της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στο μοναδικό -μουσικό, συναισθηματικό και αισθητικό- σύμπαν των συμφωνιών του Γκούσταβ Μάλερ, που αποτέλεσε βασική προγραμματική στόχευση του διευθυντή της. Ο Στέφανος Τσιαλής θα διευθύνει σε λίγους μήνες την επική 8η Συμφωνία «των Χιλίων», με την οποία αυτό ολοκληρώνεται. Η νέα χρονιά άνοιξε με τον προτελευταίο σταθμό, την υποβλητική 3η Συμφωνία, που διηύθυνε ο Ούρος Λάγιοβιτς.

Τις προάλλες (29/1), οι φιλόμουσοι κατέκλυσαν την «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής για να απολαύσουν τον διάσημο Γερμανό αρχιμουσικό Κρίστοφ Έσενμπαχ να διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στην 1η Συμφωνία του Μάλερ. Τυπικά, η συναυλία δεν εντασσόταν στον «Κύκλο Μάλερ» της ΚΟΑ: η 1η Συμφωνία είχε ήδη παιχθεί το 2015 σε μουσική διεύθυνση Κρίστοφ Πόππεν, ενώ και ο Βασίλης Χριστόπουλος την είχε ερμηνεύσει το 2011, κατά το πρώτο έτος της θητείας του.

Παρότι θεωρείται από τις μουσικά και νοηματικά πιο προσιτές μαλερικές συμφωνίες, η 1η (ο επονομαζόμενος «Τιτάν») περιέχει εν σπέρματι όλα εκείνα τα συστατικά που συνιστούν το μεγαλείο του Βοημού συνθέτη. Μια πολυεπίπεδη, ανήσυχη δραματουργία, ένα ετερόκλητο πλην απαιτητικό μουσικό συντακτικό, μία αβίαστη μελωδικότητα, τα οποία ο 80χρονος Έσενμπαχ, εκλεκτός ερμηνευτής του Μάλερ και της συγκεκριμένης συμφωνίας ειδικότερα, ανέδειξε θαυμάσια και σε βάθος λεπτομέρειας.

Η εκτέλεση διέθετε υψηλό τεχνικό επίπεδο (που δοκιμάσθηκε μόνο στα δύσκολα περάσματα/μεταβάσεις των πρώτων μέτρων του καταληκτικού μέρους) και συνοχή. Πεντακάθαρη συνολική εποπτεία του έργου αλλά και φροντισμένη οργάνωση της παραγραφοποίησης της μουσικής μέσα από αυξομειώσεις ταχυτήτων και επιπέδων δυναμικής, πειστικά σταθμισμένες εμφάσεις και αντιπαραθέσεις καταλλαγών και δράσης αξιοποιήθηκαν με τέχνη, τονώνοντας την αφηγηματική ρευστότητα και τον θεατρικό αντίκτυπο της ερμηνείας.

Μετά από καιρό, ο γεμάτος, περισσότερο εστιασμένος ήχος των εγχόρδων επέτρεψε αρτιότερη μελωδική φραστική, αλλά και πιο ισορροπημένες σχέσεις με τα χάλκινα πνευστά. Παρά κάποιες μικροαστάθειες, αυτά τα τελευταία έκλεψαν τις εντυπώσεις, ιδίως τα κόρνα υπό τον Σίσκο. Από τα ξύλινα ξεχώρισαν περισσότερο οι Βάμβας (όμποε) και Αλέξ. Οικονόμου (φαγκότο), αλλά και το σκοτεινό (ιδίως ως κλέτζμερ στο τρίτο μέρος) κλαρινέτο του -μετακληθέντος- Ισπανού Κάρλος Καζανόβα. Θαυμάσια στο σύνολό της ήταν η ομάδα των κρουστών, με επικεφαλής τον Λάμπουρα.

Όλο το μυστήριο της νοσταλγικής παρτιτούρας (οι ήχοι της φύσης, οι παιδικές μνήμες, το ευγενές συναίσθημα, η παρωδία του θανάτου κλπ) φωτίσθηκε με σπάνια γλαφυρότητα, κυρίως όμως με εκφραστική γενναιοδωρία, καθιστώντας την ερμηνεία μία από τις πληρέστερες συμφωνίας του Μάλερ που έχει προσφέρει η πρώτη ορχήστρα της χώρας…

Στιγμιότυπο από την εκτέλεση της 3ης Συμφωνίας του Μάλερ από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον αρχιμουσικό Ούρος Λάγιοβιτς με σολίστ τη μεσόφωνο Λίλι Παασικίβι («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 10/1) © Μαρία Γραμματικού
Στιγμιότυπο από την εκτέλεση της 3ης Συμφωνίας του Μάλερ από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον αρχιμουσικό Ούρος Λάγιοβιτς με σολίστ τη μεσόφωνο Λίλι Παασικίβι («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 10/1) © Μαρία Γραμματικού

Εξίσου ενδιαφέρουσα, αλλά πιο άνιση, υπήρξε η ερμηνεία της μεγαλειώδους 3ης Συμφωνίας του Μάλερ, που διηύθυνε, μερικές εβδομάδες νωρίτερα (10/1), ο εμπειρότατος Ούρος Λάγιοβιτς, ένας σταθερά μετακαλούμενος από την ΚΟΑ, φερέγγυος Σλοβένος αρχιμουσικός. Αποκύημα μιας βαθιά φιλοσοφικής, οιονεί θρησκευτικής αναζήτησης γύρω από τη Δημιουργία και τα αισθήματα που αυτή προκαλεί (από την άψυχη φύση μέχρι την αγάπη του Θεού), το έντονα επηρεασμένο από τις νιτσεϊκές ιδέες έργο απηχεί την κοσμοθεωρία του τότε 36χρονου συνθέτη.

Η κολοσσιαία σύνθεση με τα 6 -αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους- μέρη προϋποθέτει αρχιμουσικό ικανό να αποδώσει με καθαρότητα την περίτεχνη αρχιτεκτονική της αλλά και με θεατρικό ειρμό τη δραματουργία, τη μεταφυσική της διάσταση. Ο 75χρονος Λάγιοβιτς έχει επανειλημμένα αποδείξει με πόση τάξη και οργάνωση δουλεύει με την ΚΟΑ, εκμαιεύοντας το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Αυτό φάνηκε και πάλι στο δυσκολότατο πρώτο μέρος, μια μουσική αποτύπωση του αχανούς και του άμορφου, η πλουσιότατη ενορχήστρωση του οποίου αποκωδικοποιήθηκε με σαφήνεια -και σε επίπεδο αφήγησης- και τη δέουσα παροξυστική ένταση. Με επαρκή ηχητική διαφάνεια δόθηκε το ανέμελο δεύτερο μέρος (με το τρυφερό λαίντλερ), με ρυθμική ζωντάνια το μάλλον ελλιπώς σαρκαστικό τρίτο, ένα σκέρτσο, στο οποίο έλαμψε -από θεωρείο- με το ατμοσφαιρικό σόλο ταχυδρομικού κόρνου ο προσκεκλημένος Αμερικανός τρομπετίστας Κρις Κολέττι (μέλος των Canadian Brass). Σε όλη αυτήν την πανδαισία ήχων της φύσης ευχαρίστησαν ιδιαίτερα τα ξύλινα και χάλκινα πνευστά με τις ουκ ολίγες, ποιητικές ή/και αιχμηρές, εκτεθειμένες σολιστικές συνεισφορές, από τις οποίες αξίζει να επαινεθεί αυτή του τρομπονιού του Κώστα Αυγερινού.

Άρτια αλλά χωρίς τις δέουσες εκλεπτύνσεις ήχησαν τα τελευταία τρία μέρη, στα οποία για πρώτη φορά ακούγεται η ανθρώπινη φωνή, σηματοδοτώντας τον κόσμο του Ανθρώπου. Εδώ η παρουσία των εγχόρδων (ως γνωστόν, αχίλλειας πτέρνας του συνόλου) είναι καθοριστική: η έλλειψη ενός ήχου περισσότερο καλλιεργημένου, με μεγαλύτερη προσωπικότητα (παρά το καλό σόλο του εξάρχοντος Γιώργου Μάνδυλα στο τέταρτο μέρος) στοίχισε μοιραία στη γλαφυρότερη μετάδοση της μυστηριακής αίσθησης ακινησίας που δημιουργεί η μουσική. Η ευγένεια άρθρωσης και τραγουδιού της Φινλανδής μεσοφώνου Λίλι Παασικίβι υπηρέτησε -και νοηματόδοτησε- όμορφα τους αδόμενους στίχους, αλλά ένα θερμότερο τίμπρο θα ήταν προτιμότερο, όπως και ένα πιο σβέλτο και εστιασμένο από πλευράς εκφοράς λόγου και φραστικής τραγούδι των γυναικείων τμημάτων των Χορωδιών της ΕΡΤ και του Δήμου Αθηναίων και της Παιδικής και Νεανικής Χορωδίας «Rosarte» στο πέμπτο μέρος.

Το ανυπέρβλητης ομορφιάς καταληκτικό μέρος δόθηκε προσεγμένα, με ευγένεια, λυρισμό και επαρκή ανάδειξη της χρωματικής κινητικότητας, αλλά σπάνια εκτόνωνε την αγωνιώδη συμφωνική διαδρομή, ώστε να προκαλέσει την αναμενόμενη συγκίνηση. Συνολικά, μια εκτέλεση τεχνικά πλήρης, αλλά εκφραστικά κάπως ανολοκλήρωτη.

Ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος ερμηνεύει το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.5 – Αυτοκρατορικό» του Μπετόβεν, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Κρίστοφ Έσενμπαχ («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 29/1) © Μαρία Γραμματικού
Ο πιανίστας Βασίλης Βαρβαρέσος ερμηνεύει το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ.5 – Αυτοκρατορικό» του Μπετόβεν, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Κρίστοφ Έσενμπαχ («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 29/1) © Μαρία Γραμματικού

Κατά τα λοιπά, η υπό τον Έσενμπαχ συναυλία δεν έμεινε στην ιστορία για την ερμηνεία από τον Βασίλη Βαρβαρέσο του πρώτου έργου του προγράμματος, του 5ου Κοντσέρτου για πιάνο του Μπετόβεν. Αντίθετα απ’ό,τι μας έχει συνηθίσει σε άλλες εμφανίσεις του, ο άξιος σολίστ δεν φαίνεται να κατέχει ακόμη σε βάθος τα μυστικά του περίφημου «αυτοκρατορικού» κοντσέρτου.

Οι ενστάσεις δεν αφορούν το ξεκάθαρα ρομαντικό στίγμα της εκτέλεσης, κατανοητό μέχρις ενός βαθμού λόγω της «πρωτορομαντικής» αισθητικής της γραφής. Εξάλλου, παρά τον εύλογα περιορισμένο αριθμό δοκιμών, ο Έσενμπαχ φρόντιζε να εκμαιεύει ορχηστρικό ήχο αρκετά ευκρινή και ευέλικτο και να παρακολουθεί προσεκτικά τον πιανίστα. Η ποιότητα όμως του μεταξύ τους διαλόγου δεν ήταν η ενδεδειγμένη, ενώ και το παίξιμο του Βαρβαρέσου δεν ήχησε εκφραστικά ισορροπημένο και σαφές. Παρά τον επαρκώς μεγάλο ήχο και την σε γενικές γραμμές τεχνική ασφάλεια του παιξίματός του, ούτε τιθάσευσε τη μεγαλοπρέπεια της γραφής (ειδικά στο εναρκτήριο allegro), ούτε απέφυγε ολισθήματα (και νότες που «έπεφταν») στα ακραία γρήγορα μέρη, ενώ και η απόδοση του μεσαίου λυρικού adagio un poco mosso πρόβαλε κάπως γλυκερή και επιτηδευμένη.

Τούτων δοθέντων, ακόμη πιο προβληματική υπήρξε η ερμηνεία του ίδιου έργου στην ίδια αίθουσα, ενάμιση μήνα νωρίτερα (5/12/2019), από τον Γάλλο πιανίστα Σιμόν Γκραϊσύ, στο πλαίσιο συναυλίας της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ υπό τον εγκατεστημένο στη Γαλλία Έλληνα αρχιμουσικό Διονύσιο Δέρβη [Δερβιτσιώτη]-Μπουρνιά. Ο ταλαντούχος σολίστ με τις λιβανέζικες και μεξικάνικες καταβολές έδωσε μιαν άκρως προσωπική ερμηνεία, στα όρια του …ροκοκό: απίστευτα λεπταίσθητη σε φραστική, άρθρωση και δυναμικές, μάλλον αυθαίρετη σε -σταθερά σβέλτα- τέμπι και όχι ελεύθερη λαθών! Το αποτέλεσμα ήταν διαρκώς ερεθιστικό, πλην υφολογικά μετέωρο, αφού θα μπορούσε ίσως να δικαιωθεί μόνο με τη συνοδεία ορχηστρικού συνόλου οργάνων εποχής! Ο αρχιμουσικός έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει συντονισμένη την Ορχήστρα με τον πιανίστα, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να γίνει λόγος περί συνεκτικής ερμηνείας…

Λόγοι ανωτέρας βίας δεν μας επέτρεψαν την παρακολούθηση του δεύτερου έργου της βραδιάς, της 40ής Συμφωνίας του Μότσαρτ, που θα επέτρεπε εντελέστερη εκτίμηση των ικανοτήτων του αρχιμουσικού.

Έμεινε τουλάχιστον κανείς υπό τη γοητεία μιας μαγευτικής ανάγνωσης από τον 34χρονο Γκραϊσύ της -εκτός προγράμματος- πιανιστικής μεταγραφής των «Αναμνήσεων από την Αλάμπρα» του Τάρρεγα.