Ήμουν Εκεί

Το βράδυ που οι Manowar χάρισαν μια καταπληκτική, 100% metal βραδιά

Ανάλογα με το ποιο σκεπτικό υιοθετεί κανείς, οι Manowar είναι η πιο κεντρική και η πιο ακραία περίπτωση heavy metal συγκροτήματος. Η πρώτη οπτική στηρίζεται στο ότι οι Manowar μουσικά, αισθητικά και θεματολογικά αποτελούν το απόλυτο heavy metal στερεότυπο. Σπαθιά και δερμάτινα βρακάκια, αντρίλα, δυνατός ήχος, τσιρίδες, ρυθμοί για headbanging, ρομαντικοποίηση της μάχης, όλα αυτά που οι Manowar περισσότερο από όλους συνέδεσαν με τη metal κουλτούρα. Και με τις συνεχείς τους επικλήσεις στο heavy metal στα τραγούδια τους, σχεδόν το οικειοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα αν δηλώνεις μεταλλάς να οφείλεις με κάποιο τρόπο να αποδέχεσαι και πολλές από τις παραπάνω αξίες. Είτε σου αρέσουν είτε δεν σου αρέσουν οι Manowar. Και εδώ έρχεται η δεύτερη οπτική που λέει ότι οι Manowar είναι «ακραίοι» γιατί είναι μακράν το πιο διχαστικό group του χώρου. Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν μεταλλάδες που τους αντιμετωπίζουν σαν θεούς και μεταλλάδες που τους σιχαίνονται. Προσθέστε στο μείγμα και τους «προδομένους» fans που κάποτε τους προσκυνούσαν και σήμερα τους θεωρούν ξεπουλημένους ή απλά άκυρους και έχετε την εικόνα.

Με όλα αυτά σαν βάση σκέψης, αλλά και με δεδομένο ότι οι περισσότερες συναυλίες τους στη χώρα μας, από το 1992 όταν πρωτοήρθαν στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, είχαν σημαδευτεί από κάποιου είδους παρατράγουδο, ήταν εντυπωσιακό το πόσο πολύς κόσμος (κοντά στους 10 χιλιάδες) μαζεύτηκε στην Πλατεία Νερού για την αποχαιρετιστήρια (;) εμφάνισή τους. Γιατί δεν ήταν μόνο οι φανατικοί Manowarriors που ήρθαν να προσκυνήσουν. Υπήρχε πολύς κόσμος που αποφάσισε να αγνοήσει το γεγονός ότι η μπάντα είναι στην ουσία ανενεργή τα τελευταία χρόνια ή να προσπεράσει την υπόθεση της σύλληψης του πρώην κιθαρίστα Karl Logan για κατοχή πορνογραφικού παιδεραστικού υλικού (προς τιμήν της η μπάντα τον απέλυσε αμέσως μόλις έγινε γνωστή η ιστορία). Κόσμος που ήθελε απλά να νιώσει, και όχι να κρίνει. Να θυμηθεί την επική, μεγαλειώδη αίσθηση που μπορούν να σου μεταδώσουν όπως κανένας άλλος. Αν αυτό ήταν το ζήτημα, τότε η απάντηση είναι ότι το live των Manowar στην Πλατεία Νερού ήταν μια μεγάλη επιτυχία, και άξιζε την ομοβροντία των πυροτεχνημάτων με την οποία έκλεισε η βραδιά.

Η οποία ξεκίνησε πολύ δυναμικά με την εμφάνιση των Battleroar, μιας ιδιαίτερα έμπειρης ελληνικής μπάντας του epic/power metal ήχου, που ο κόσμος των Manowar δικαιολογημένα αγαπάει. Με τον Γιάννη Παπανικολάου των Diviner στα φωνητικά (που έχει ξαναβοηθήσει τους Battleroar στο παρελθόν) δημιουργήθηκε μια ακόμα συνθήκη ιδιαιτερότητας. Όσοι ήταν μπροστά από τη σκηνή το χάρηκαν δεόντως. Όσοι πάλι έκοβαν βόλτες στον εξαιρετικά στημένο χώρο της διοργάνωσης ίσως παρατήρησαν ότι τα t-shirts των Manowar κόστιζαν 45€, αλλά αυτή η αίσθηση εμπορευματοποίησης δεν θα ενόχλησε κανέναν, καθώς όλοι ξέρουμε ότι οι Manowar δεν είναι απλά band, αλλά κι ένα πολύ δυνατό brand. Η συνέχεια με τους Ολλανδούς Imperia προκάλεσε μια σχετική αμηχανία όχι λόγω του συμφωνικού/οπερετικού metal ήχου που ήταν όχι απόλυτα συμβατό με τους Manowar, αλλά λόγω της παρουσίας της Helena Iren Michaelsen με αυτό το περίεργο δικτυωτό σύμπλεγμα ρούχων και το ακόμα πιο περίεργο βλέμμα. Το πάλεψαν όμως μέχρι τέλους παρά τη ζέστη και αυτό τους το δίνουμε. Το βασικό support σχήμα ήταν οι Ιταλοί Rhapsody of Fire οι οποίοι παρότι έχουν χάσει διάφορα ιδρυτικά μέλη (όπως οι Luca Turilli και Fabio Lione οι οποίοι μάλιστα έχουν ξεκινήσει τους δικούς τους Rhapsody!) παραμένουν δυνατό όνομα του ευρωπαϊκού συμφωνικού power metal. Και στο πρόσωπο του κιμπορντίστα Alex Staropoli έχουν ακόμα ένα θρυλικό μέλος του χώρου. Οι γνώστες του ήχου διαβεβαίωσαν πάντως ότι ο «νέος» τραγουδιστής (από το 2016 στην μπάντα) Giacomo Voli ήταν κάτι παραπάνω από επαρκής ενώ το set list προς το τέλος που γύρισε στα classics («Holy Thunderforce», «Emerald Sword») έδωσε στους οπαδούς αυτό που ήθελαν.

Από το τέλος των Rhapsody of Fire ως την αρχή των Manowar μεσολάβησαν περίπου 75 λεπτά, διάρκεια που θύμισε σε πολλούς παλαιότερους τη συναυλία των Guns 'n' Roses στο ΟΑΚΑ το 1993, μέσα στην οποία είδαμε στις οθόνες τον ηγέτη των Manowar Joey De Maio να διαφημίζει την Walltopia, την εταιρεία που έστησε το μεγαλοπρεπές σκηνικό του live. Λογικό μιας και οι Manowar, που στις 11 βγήκαν στη σκηνή μπροστά σε μια θάλασσα από γηπεδικά καπνογόνα και οθόνες κινητών τηλεφώνων, είχαν ένα τεράστιο stage να διαχειριστούν, το πάνω μέρος του οποίου ήταν το setup για να εμφανίζονται ηθοποιοί με ασπίδες, σημαίες χωρών κλπ ενώ σε σημεία έσκαγαν καπνοί και φλόγες. Αυτή η πολεμική φαντασμαγορία δεν ήταν εκεί για να αποσπάει την προσοχή από την απόδοση της μπάντας – παρότι μάλλον υπήρχαν προηχογραφημένα μέρη κυρίως για να βοηθήσουν τον 66χρονο Eric Adams να μαγέψει με τον γνώριμο τρόπο των δίσκων. Αν και ο κόσμος έκανε ό,τι μπορούσε για να τον βοηθήσει σκίζοντας ο καθένας το λαρύγγι του την ώρα που παίζονταν classics όπως το «Blood of my Enemies», το «Battle Hymn» ή το «Thor». Το ότι αυτά, συν το προβλεπόμενο εισαγωγικό «Manowar», ήταν τα μόνα που εκπροσώπησαν την ιερή τετράδα των πρώτων albums ήταν κάτι λογικό. Οι Manowar της τριετίας 1982-1984 ήταν μια απίστευτη δύναμη έμπνευσης και επικής μαγείας που άφησαν το στίγμα τους στην παγκόσμια μουσική (καμία υπερβολή) όμως τα επόμενα χρόνια ήταν που δημιούργησαν την πραγματική τους ταυτότητα. Αυτή στην οποία το επικό στοιχείο ζει μαζί με την αυτοαναφορικότητα (ή μετά από ένα σημείο την αυτοπαρωδία). Αυτή που τους κάνει πιο πολύ ταυτισμένους με τα δημαγωγικά λογύδρια του DeMaio («υπάρχουν δύο ανθρώπων στον κόσμο, οι Έλληνες και αυτοί που θα ήθελαν να είναι Έλληνες» μας είπε φέτος) ή με στίχους όπως «other bands play Manowar kill» παρά με το αυθεντικό επικό συναίσθημα. Αυτή είναι μια αλήθεια, και αν αγαπάς τους Manowar γι' αυτό που είναι, μπορείς να επιτρέπεις σε αυτά τα δύο να συνυπάρχουν χωρίς να ενοχλείσαι.

Πολύ σημαντικά και κάποια ακόμα στοιχεία. Πρώτον η καταιγιστική ροή του set list, τουλάχιστον μέχρι το «Hail and Kill», όπου πραγματικά δεν μας άφησαν να πάρουμε ανάσα. Δεύτερον, η παρουσία του νέου κιθαρίστα E.V. Martel που τον πήραν μεταγραφή από τα τσικό (από tribute μπάντα στους Manowar δηλαδή) ο οποίος μετέδωσε μια φρέσκια διάθεση και ήταν άριστος στα solos. Τρίτον, η στιγμή που έπαιξαν το «Hector's Final Hour», απόσπασμα από το 28λεπτο «Achilles, Agony and Ecstasy in Eight Parts», το οποίο ήταν μια βαθιά συναισθηματική έκπληξη-προσφορά για το ελληνικό κοινό.

Από την άλλη μεριά, μετά το «The Power of thy Sword» έπεσε πια η δυναμική του live, ενώ στα τελευταία 20 λεπτά του encore ακούστηκε μόνο ένα κομμάτι («Black Wind, Fire and Steel») στριμωγμένο ανάμεσα στο μπλα-μπλα του De Maio, τα πυροτεχνήματα και τους ροκσταρικούς αποχαιρετισμούς. Ο De Maio που έβγαζε τελετουργικά μία-μία τις χορδές του μπάσου του για να λαμβάνει κάθε φορά την αποθέωση ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική Manowar στιγμή. Γιατί αυτοί είναι οι Manowar. Μπορείς να τους κατηγορήσεις για χίλια πράγματα. Από σεξισμό (η φράση «rape the women as they cry ha ha», έστω και μέσα στο context των στίχων του «Hail and Kill» που είναι γραμμένα από τη σκοπιά του δολοφόνου πολεμιστή άλλων εποχών, μοιάζει αδιανόητη εν έτει 2019) και συντηρητικές αντιλήψεις μέχρι ότι οι στίχοι τους έχουν 20-30 λέξεις που εναλλάσσονται σε διαφορετικούς συνδυασμούς. Δεν μπορείς όμως να τους προσάψεις υποκρισία. Οι Manowar ποτέ δεν προσπάθησαν να σου κρύψουν ποιοι είναι. Άρα; Πώς έπρεπε να νιώσεις στο τέλος της ημέρας που καταδιασκέδασες, ίσως και ευφράνθηκες πραγματικά, με αυτά ακριβώς τα δεδομένα; Όλος αυτός ο κόσμος πάντως που έφυγε χαρούμενος από την Πλατεία Νερού δεν κάθησε να το αναλύσει. Σίγουρα όμως θα θυμάται ότι πέρασε μια καταπληκτική, 100% metal βραδιά.

Λεωνίδας Αρβανίτης (περιοδικό Metal Hammer)