Συνέντευξη

Συπριέν Κατσαρής: «Το πιστεύετε ή όχι, αυτή τη στιγμή η Ιαπωνία είναι ίσως η πιο μουσικόφιλη χώρα στον κόσμο»

Από -

© Καρλ Λάγκερφελντ
© Καρλ Λάγκερφελντ

Στη συναυλία «Ασκήσεις Φαντασίας» (Παρασκευή 15/10, στο Μέγαρο Μουσικής), η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών θα συμπράξει με τον φημισμένο πιανίστα Συπριέν Κατσαρή. Μια καλή αφορμή ώστε να μιλήσουμε μαζί του για την τεράστια άνοδο της κλασικής μουσικής στην Άπω Ανατολή, αλλά και για τον Μίκη Θεοδωράκη και το πώς έγινε κι έπαιξε κάποτε το περίφημο συρτάκι του «Ζορμπά» στον ίδιο τον Άντονι Κουίν.

Παίρνετε μέρος στις «Ασκήσεις Φαντασίας», μια ιδιαίτερη συναυλία με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών και τον διακεκριμένο μαέστρο Βιατσεσλάβ Βόλιτς. Πώς νοηματοδοτούνται για σας τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και το Έτος Καμίγ Σαιν-Σανς;
Τα 200 χρόνια της Επανάστασης είναι πολύ σημαντικά για μένα, ως Έλληνα της Κύπρου· διότι εδώ έχετε απελευθερωθεί, όμως κάπου αλλού συνεχίζεται η κατοχή. Έχω λοιπόν μια προσωπική ευαισθησία για το θέμα, αν κι έχω και πολλούς Τούρκους φίλους και φίλες. Κάθε φορά που παίζω στην Τουρκία, απευθύνομαι στο κοινό: όπως γνωρίζετε, λέω, έρχομαι από την Κύπρο. Χειροκροτήματα. Μετά λέω: σας φέρνω ένα μήνυμα ειρήνης. Χειροκροτούν ακόμα περισσότερο. Και καταλήγω: ας ελπίσουμε ότι αυτό το πολιτικό πρόβλημα θα λυθεί το γρηγορότερο. Πανηγυρικές αντιδράσεις, με φωνές και εκ νέου χειροκροτήματα. Οι άνθρωποι, θέλω να πω, είναι καλοί. Τα πολιτικά είναι το πρόβλημα. Και βέβαια το παρελθόν, το οποίο υπήρξε βαρύ.

Ακριβώς λόγω της σημασίας που δίνω στην επέτειο της Επανάστασης, είχα προτείνει στον Γιάννη Βακαρέλη –τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής– να παίξουμε στη συγκεκριμένη συναυλία ένα έργο που δεν έχει παιχτεί ποτέ στην Ελλάδα: τη φαντασία του Φραντς Λιστ για πιάνο και ορχήστρα πάνω σε μοτίβα από τα «Ερείπια των Αθηνών», γραμμένα από τον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (1812) για το ομώνυμο θεατρικό έργο του Άουγκουστ φον Κότσεμπου. Στο οποίο η θεά Αθηνά ξυπνά μετά από χιλιάδες χρόνια στην Αθήνα των αρχών του 19ου αιώνα και αντικρίζει τα ερείπιά της. Αυτό δείχνει ότι τόσο ο Μπετόβεν, όσο και οι διανοούμενοι της εποχής του, είχαν συνείδηση της κατάστασης που επικρατούσε.

Όσο για τον Καμίγ Σαιν-Σανς, θα σας πω κάτι που το λέω για πρώτη φορά δημοσίως εδώ στην Ελλάδα: έχω ηχογραφήσει ένα διπλό CD που θα εκδοθεί σε λίγους μήνες, με έργα για ορχήστρα διασκευασμένα για πιάνο. Εκεί συμπεριλαμβάνεται λοιπόν και η παγκόσμια πρώτη εκτέλεση της «Τρίτης Συμφωνίας» του Σαιν-Σανς (1886) σε αυτή τη μορφή.

Επίσης, κάτι που δεν ξέρει πολύς κόσμος είναι ότι ο Σαιν-Σανς υπήρξε ο πρώτος μουσουργός ο οποίος έγραψε πρωτότυπη μουσική για μια ταινία, συγκεκριμένα για τη «Δολοφονία του Δούκα της Γκουίζ» (1908). Για το ίδιο CD, λοιπόν, ηχογραφήσαμε με τον καταπληκτικό μηχανικό ήχου Νικόλαο Σαμαλτάνο μια ήδη υπάρχουσα πιανιστική διασκευή της, ενώ σκοπεύουμε να βάλουμε κι ένα bonus DVD στην έκδοση, ώστε να μπορεί ο ακροατής να βλέπει παράλληλα και το φιλμ, καθώς με ακούει να παίζω. Με τον Σαμαλτάνο, μάλιστα –ο οποίος είναι και πολύ καλός πιανίστας, πέρα από μηχανικός ήχου– κάναμε πρόσφατα δύο ακόμα CD, αποκλειστικά με Έλληνες συνθέτες, τα οποία θα βγουν εν καιρώ. Ενδιαφέρομαι όλο και περισσότερο τελευταία για τους εγχώριους συνθέτες, γιατί τους έχουν παραμελήσει. Και είναι αδικία.

Πόσο πιστός πρέπει να μένει κανείς σε μια σύνθεση, όταν καλείται να αποδώσει μέσω πιάνου τμήματα γραμμένα για ορχήστρα ή και για ανθρώπινη φωνή κάποιες φορές;
Υπάρχουν δύο τύποι μεταγραφών. Η κατά γράμμα, ας την πούμε, που προσπαθεί να μείνει πολύ πιστή στον τρόπο με τον οποίον παίζει μια ορχήστρα· κι εκείνη που θα ονόμαζα «υπερβατική μεταγραφή» –του είδους που έφτιαχνε ο Λιστ, για παράδειγμα. Αυτές οι μεταγραφές αναζητούν καινούριες πιανιστικές φόρμουλες για να αποδώσουν ένα ορχηστρικό ή ένα τραγουδιστικό μέρος. Ο Λιστ, εν προκειμένω, έκανε φανταστική δουλειά μεταγράφοντας τις εννέα συμφωνίες του Μπετόβεν. Ο Βλαντιμίρ Χόροβιτς, μάλιστα, δήλωσε κάποτε στους New York Times ότι τις θεωρούσε ως τα σπουδαιότερα πιανιστικά έργα. Προσωπικά, τις συγκρίνω με ό,τι έκανε ο Ζαν ντε λα Φονταίν πάνω στους Μύθους του Αισώπου, αποδίδοντάς τους σε καταπληκτική γαλλική γλώσσα.

banner

Σας άσκησε κάποια επίδραση στον θαυμασμό σας για τον Λιστ η δασκάλα σας, η Μονίκ ντε λα Μπρουσολερί;
Όχι, ο προσανατολισμός των μαθημάτων μαζί της ήταν προς όλους τους μεγάλους συνθέτες. Είχα δύο σπουδαίες καθηγήτριες στο πιάνο, την Αλίν βαν Μπαρεντζέν και τη Μονίκ ντε λα Μπρουσολερί. Η βαν Μπαρεντζέν ξεχάστηκε με τον καιρό σαν πιανίστρια, όμως βλέπω ότι οι δίσκοι της βγαίνουν τώρα ξανά. Η ντε λα Μπρουσολερί υπήρξε η πρώτη Δυτική σολίστ μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο που έπαιξε το πολύ δύσκολο Τρίτο Κοντσέρτο του Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Είναι ένα έργο που το μελετήσαμε πολύ κατά τη διάρκεια της μαθητείας μου, όπως και το Δεύτερο Κοντσέρτο του Γιοχάνες Μπραμς, το οποίο το έπαιζε εκπληκτικά.

Ήταν συμπαθέστατη η ντε λα Μπρουσολερί, αν και πολύ αυστηρή. Θυμάμαι την πρώτη φορά που τη συνάντησα, το 1967 –όταν ανέλαβε καθηγήτρια πιάνου στο Κονσερβατουάρ μετά τη συνταξιοδότηση της βαν Μπαρεντζέν– έπαιξα το Πρώτο Κοντσέρτο του Πιότρ Τσαϊκόφσκι. «Ωραία», μου λέει έπειτα, «την επόμενη εβδομάδα να μου φέρετε (πάντα στον πληθυντικό μιλούσε στους μαθητές) τη Χρωματική Φαντασία και Φούγκα του Μπαχ, τη Σονάτα Νο. 31 του Μπετόβεν και Ραψωδία πάνω σε ένα θέμα του Παγκανίνι για πιάνο και ορχήστρα του Ραχμάνινοφ». Τα ήθελε όλα αυτά σε μία εβδομάδα!

Ήταν όμως μια σπουδαία κυρία. Και δεν ξεχνώ τη συμβουλή της ότι ναι μεν οφείλεις να είσαι πολύ καλά προετοιμασμένος πριν την όποια ζωντανή εμφάνιση, αλλά, όταν βγεις πια πάνω στη σκηνή, πρέπει να ξεχάσεις και την προετοιμασία και τα προβλήματα μνήμης και τα όποια λάθη κάνεις και να δώσεις τα πάντα στους παρευρισκόμενους. Ακόμα και σήμερα, έτσι βλέπω τις συναυλίες: ως ένα πνευματικό παιχνίδι αγάπης σε δύο επίπεδα, πρώτα μεταξύ του συνθέτη και του εκτελεστή, έπειτα μεταξύ του σολίστ και του κοινού.

Ποιος είναι, για σας, ο μεγαλύτερος πιανίστας του 20ου αιώνα;
O Γκιόργκι Τζίφρα. Μπορεί να είναι περισσότερο γνωστός για τις εκτελέσεις του σε έργα Φραντς Λιστ και Φρεντερίκ Σοπέν, αλλά θα σας πω το εξής. Μια φορά πριν 33 ή 34 χρόνια, με είχε καλέσει η γαλλική ραδιοφωνία για μια ζωντανή εκπομπή. Και μου είπαν, φέρε όποιους δίσκους θέλεις. Μεταξύ άλλων, λοιπόν, τους πήγα και δύο σονάτες του Ντομένικο Σκαρλάττι από τον Τζίφρα. Όμως δεν τους είπα ποιος πιανίστας έπαιζε. Όταν μεταδόθηκαν, έγινε πανζουρλισμός. Αυτό συνέβη γιατί είχαν κι εκείνοι την εικόνα ότι ο Τζίφρα είναι ένας βιρτουόζος ειδικευμένος στον Λιστ.

Πρόκειται ωστόσο για έναν μεγάλο μουσικό. Αξίζει να τον ακούσετε λ.χ. και σε ηχογραφήσεις Μπετόβεν, Μότσαρτ ή και μπαρόκ συνθετών. Όταν έπαιζε κάτι γρήγορο, ο Τζίφρα ήταν ιδιαιτέρως εκφραστικός στις «φράσεις» του. Υπήρχε δηλαδή μια δημιουργική φαντασία, όπως και σε άλλους μεγάλους πιανίστες της παλαιότερης εποχής. Η προσέγγιση αυτή παραγκωνίστηκε σε κάποιο σημείο, όταν άρχισαν να προτιμώνται πιο «ίσια» παιξίματα, όμως νομίζω ότι επανέρχεται στο προσκήνιο.

Ζήσατε κάποια από τα παιδικά σας χρόνια στο Καμερούν, μια χώρα αρκετά μακρινή και άγνωστη για τους περισσότερους. Τι αναμνήσεις έχετε από το διάστημα εκεί;
Όταν βρέθηκα στο Καμερούν, ήταν ακόμα γαλλική αποικία. Μετά τους Γάλλους, όμως, η αμέσως μεγαλύτερη ευρωπαϊκή παροικία ήταν των Ελλήνων. Η οικογένεια του καλύτερου φίλου που είχα τότε εκεί, για παράδειγμα, προερχόταν από την Καβάλα. Έχω μόνο ωραίες αναμνήσεις από το Καμερούν, ήμουν παιδάκι άλλωστε. Στο σπίτι μιλούσαμε ελληνικά, αλλά στο σχολείο η διδασκαλία γινόταν στα γαλλικά. Εκεί ξεκίνησα μάλιστα και τα πρώτα μαθήματα πιάνου, με δασκάλα τη μαντάμ Ρουβέρς. Όταν έγινα 8 ετών, μετακομίσαμε στο Παρίσι.

Το 1992, ο ιαπωνικός τηλεοπτικός σταθμός NHK σας αφιέρωσε μια σειρά 13 εκπομπών. Τι συμβαίνει με σας και την Ιαπωνία; Ξέρετε πόσες φορές πήγα περιοδεία στην Ιαπωνία;
33! Και είχε προγραμματιστεί και μια 34η εμφάνιση για το 2020, αλλά ακυρώθηκε λόγω covid-19 (θα λάβει χώρα τον Μάρτιο του 2022). Το πιστεύετε ή όχι, αυτή τη στιγμή η Ιαπωνία είναι ίσως η πιο μουσικόφιλη χώρα στον κόσμο. Μόνο το Τόκιο πρέπει να έχει γύρω στις δέκα ορχήστρες, σε κάθε σχεδόν πόλη οι αίθουσες συναυλιών μοιάζουν στο δικό σας Μέγαρο Μουσικής και χιλιάδες νεαρές και νεαροί σπουδάζουν πιάνο. Το κοινό είναι πολύ ήσυχο στις εκδηλώσεις και αφήνει ίσως την εντύπωση ενός «τείχους». Παρ' όλα αυτά έχουν μεγάλη ευαισθησία, την οποία εκφράζουν απλώς με διαφορετικό τρόπο. Κάθε φορά που επιστρέφω από εκεί στη Γαλλία, επαναλαμβάνω σε όλους ότι υπάρχει ο πλανήτης Γη και ο πλανήτης Ιαπωνία.

Δεν συμβαίνει μόνο με την Ιαπωνία, πάντως. Είναι μυστήριο, αλλά και οι Κινέζοι και οι Κορεάτες δείχνουν ξετρελαμένοι με την ευρωπαϊκή κλασική μουσική και βγάζουν δεξιοτέχνες επιπέδου. Τον τελευταίο διαγωνισμό Σοπέν, ας πούμε, τον κέρδισε ένας Κορεάτης, o Seong-Jin Cho. Μόνο στην Κίνα, εντωμεταξύ, υπολογίζεται ότι μαθαίνουν πιάνο γύρω στα 70.000.000 παιδιά! Τα δε 20.000.000 από αυτά βρίσκονται σε επαγγελματικά ωδεία κι ελπίζουν ότι θα καταφέρουν να γίνουν κάτι σαν τον Lang Lang. Πρόκειται για φαινόμενο, που δυσκολεύει όμως την κατάσταση για όλους τους νεαρούς πιανίστες. Πώς θα μπορέσει η υπάρχουσα αγορά να απορροφήσει τόσους πολλούς;

Θα σας πάω τώρα ακόμα πιο πίσω στον χρόνο: 1978, Παρίσι, Κύπριοι πρόσφυγες και μια συναυλία στην οποία γνωρίσατε τον Μίκη Θεοδωράκη. Τι θυμάστε πιο έντονα από τότε;
Εκείνα τα χρόνια, ο Μίκης Θεοδωράκης είχε καημό να παιχτεί το Κοντσέρτο του για πιάνο και ορχήστρα. Μέσω ενός Ελληνογάλλου, λοιπόν, με σύστησαν στον ατζέντη του, ο οποίος και μου το πρότεινε. Κοίταξα την παρτιτούρα και είπα εντάξει, θα το κάνουμε. Το παίξαμε το 1982 στο Λουξεμβούργο, καθώς ήμουν τότε εκεί ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Φεστιβάλ του Έστερναχ (το οποίο δεν υπάρχει πλέον). Και μάλιστα με την ορχήστρα της Ραδιοτηλεόρασης του Μεγάλου Δουκάτου (RTL), σε διεύθυνση του ίδιου του Θεοδωράκη. Υπάρχει και ηχογράφηση, έχει βγει σε διπλό CD από το δικό μου label, το Piano 21, αλλά δυστυχώς έχει πια εξαντληθεί. Αργότερα παίξαμε το ίδιο πρόγραμμα, πάντα υπό τη διεύθυνση του Μίκη, τόσο στην Αμβέρσα, όσο και στην Ανατολική Γερμανία, στη Χάλλε.

Στο μεταξύ, το 1978 διοργανώθηκαν δύο συναυλίες Θεοδωράκη στο Παρίσι, αμφότερες σε μεγάλες αίθουσες. Η μία ήταν υπέρ των προσφύγων της Κύπρου και μου ζητήθηκε να συμμετάσχω κι εγώ –μου έδωσαν 20 λεπτά, να παίξω ό,τι ήθελα. Γι' αυτή τη συναυλία, λοιπόν, έγραψα το έργο «Κυπριακή Ραψωδία», το οποίο έχω παρουσιάσει έκτοτε μόνο δύο φορές, μία στη Λευκωσία και μία στην Αθήνα. Παρέμεινα ωστόσο στο πιάνο και μετά το πέρας των 20 λεπτών, συμμετέχοντας με αυτοσχεδιασμούς στο κυρίως πρόγραμμα του ίδιου του Μίκη.

Ο Θεοδωράκης είχε γενικά μεγάλο καημό να αναγνωριστεί το συμφωνικό του έργο, ίσως και γιατί άρχισε ως κλασικός μουσικός –σπούδασε μάλιστα στο Κονσερβατουάρ, ήταν στην τάξη του Ολιβιέ Μεσιάν. Η χώρα όμως στην οποία το εν λόγω έργο χαίρει της λιγότερης εκτίμησης, είναι η Ελλάδα. Ωστόσο, επειδή έχω ακούσει και ο ίδιος διάφορα, ας τονιστεί ότι οι συμφωνικές του δουλειές εξακολουθούν και παίζονται στο εξωτερικό. Και πιστεύω ότι, από τους μεγάλους συνθέτες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, αυτοί που θα συνεχίσουν να παίζονται στο μέλλον είναι ο Θεοδωράκης, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Αράμ Χατσατουριάν και το «West Side Story» του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, μαζί με κάποιους που έγραψαν κυρίως για τον κινηματογράφο, σαν π.χ. τον Ένιο Μορικόνε ή τον Μισέλ Λεγκράντ.

Αλήθεια, πώς έγινε και παίξατε το «Συρτάκι» του Ζορμπά για τον Άντονι Κουίν;
Συνέβη στο Μεξικό! Ήμουν στενός φίλος με την Carmen Romano, την τότε σύζυγο του José López Portillo, ο οποίος διατέλεσε πρόεδρος αυτής της χώρας από το 1976 ως το 1982. Ήταν μια λιγάκι εκκεντρική μα υπέροχη κυρία, η οποία αγαπούσε πολύ τη μουσική και έπαιζε και η ίδια πιάνο. Τον Φεβρουάριο του 1977, λοιπόν, με προσκάλεσε στα γενέθλιά της, στο Προεδρικό Μέγαρο του Μέξικο Σίτυ.

Εκεί γνώρισα τον πάντρε Πάμπλο –έναν Έλληνα Ορθόδοξο παπά, ο οποίος είχε ιδρύσει πολιτιστικό κέντρο και με τη χρηματική βοήθεια της Carmen ανέβαζε αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες (αργότερα έμαθα ότι δολοφονήθηκε)– ανάμεσα όμως στους καλεσμένους είδα σε ένα τραπέζι και τον Άντονι Κουίν. Έτσι, όταν η Carmen ζήτησε να παίξω κάτι στο πιάνο, αποφάσισα να δοκιμάσω το «Συρτάκι» του Ζορμπά. Και, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο Κουίν σηκώθηκε, πλησίασε, πήρε από το ένα χέρι τον Πρόεδρο López Portillo και από το άλλο την Carmen και τους έδειξε πώς να χορεύουν συρτάκι! Ήταν μοναδικό, δυστυχώς δεν έχω καμία φωτογραφία από τότε. Για λόγους ασφαλείας μου είπαν ότι δεν έδιναν.

Ας κλείσουμε την κουβέντα μας, στο πνεύμα με το οποίο την ανοίξαμε. Ως Έλληνας της Κύπρου, που διατηρείτε την κυπριακή υπηκοότητα μαζί με τη γαλλική, πώς βλέπετε τα πράγματα στην ανατολική Μεσόγειο των καιρών μας;
Είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Οι Κύπριοι τρέμουν μήπως χαθεί και το υπόλοιπο νησί, ενώ οι Τούρκοι είναι πεπεισμένοι ότι, αν δεν γινόταν τότε η εισβολή, θα είχαν υποστεί εθνοκάθαρση. Ευτυχώς, η χώρα μετέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η μόνη λύση είναι να δυναμώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, εξελισσόμενη και προς την κατεύθυνση μιας στρατιωτικής συμμαχίας. Ειδικά μετά τα όσα έγιναν πολύ πρόσφατα, με τη συμφωνία ασφαλείας AUKUS μεταξύ Άγγλων, Αμερικάνων και Αυστραλών, οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να καταλάβουν ότι είναι καιρός να γίνουν πιο ανεξάρτητοι. Είναι μια ευκαιρία. Γιατί, αν δεν δυναμώσει η Ευρώπη, μπορεί όντως να χαθεί και η Κύπρος. Ποιος άλλος θα τη βοηθήσει;

Αναλυτικές πληροφορίες από τον οδηγό μουσικής