Ήμουν Εκεί

Συμφιλίωση γενεών και thrash λύσσα στο live των Slayer

Η Λεωφόρος Αλεξάνδρας είναι στενά συνδεδεμένη με τη rock ιστορία της πόλης. Ξεκινώντας από την επεισοδιακή εμφάνιση των Rolling Stones τις παραμονές της Χούντας, η ιστορική έδρα του Παναθηναϊκού έχει δει Blue Öyster Cult, Black Sabbath, Alice Cooper, Iggy Pop, Jethro Tull, David Bowie, Lou Reed, Elvis Costello, The Cure και πολλά άλλα μυθικά ονόματα. Ήταν μεγάλη η συγκίνηση λοιπόν όταν ανακοινώθηκε ότι η τελευταία ευρωπαϊκή περιοδεία των Slayer θα ολοκληρωθεί εκεί. Αλλά ήταν ακόμα μεγαλύτερη η ανακούφιση όταν η διοργάνωση αποφάσισε να ΜΗΝ κάνει τη συναυλία εκεί! Όποιοι και αν ήταν οι λόγοι πίσω από την απόφαση, το δεδομένο είναι πως θα ήταν κρίμα να μην απολαύσουμε το τελικό show των Slayer όπως του άξιζε. Σε μια μεγάλη, κλειστή αρένα. Είχαμε τέτοια τελικά; Κοίτα να δεις...

Aπό τις πρώτες βόλτες στο χώρο οι όποιοι προβληματισμοί (δροσιά, άπλα, μπίρες, τουαλέτες) είχαν λυθεί εμφατικά. Επίσης ήταν σημαντικό ότι ένα μεγάλο μέρος του κόσμου αποφάσισε να τιμήσει και τις τέσσερις μπάντες. Έτσι όταν οι Αθηναίοι Suicidal Angels (μια από τις καλύτερες σύγχρονες thrash metal περιπτώσεις παγκοσμίως) ξεκίνησαν με το «hit» τους «Apokathilosis» δημιουργήθηκε άμεσα το πρώτο από τα πολλά mosh pits της βραδιάς. Με επιβλητικό στήσιμο και αφοσίωση στη σημειολογία του thrash (αμάνικα, ραφτά συγκροτημάτων, λευκά μποτάκια, ακόμα και το μπλουζάκι που φορούσε ο frontman Νίκος Μελισσουργός έγραφε THRASH).

Βέβαια και οι ίδιοι ξέρουν ότι έχουν εξελίξει αισθητά το μείγμα Slayer-Kreator των πρώτων δίσκων, όπως έκαναν στο πιο προοδευτικά δομημένο «Divide and Conquer» album του 2014 από όπου έπαιξαν το «Seed of Evil» ή το επερχόμενο, μάλλον πιο μελωδικό τους album, από όπου μας παρουσίασαν το «Born of Hate». Η παρουσία του έμπειρου κιθαρίστα Gus Drax δίπλα στον Μελισσουργό έχει δώσει επιπλέον ηχητικό χρώμα και δυναμισμό επί σκηνής. Αλλά όλα αυτά είναι θεωρίες για τον φανατικό οπαδό που όταν άκουσε το «Moshing Crew» έκανε αυτό που το κομμάτι επέβαλλε. Mosh-αρε δίχως αύριο.

Δεν ξέρω αν θα μπορούσε να υπάρξει πιο αταίριαστο σχήμα για το συγκεκριμένο event από τους Leprous, και οι ίδιοι οι Νορβηγοί φρόντισαν να «τεντώσουν» τις διαφορές τους με το καλημέρα. Απολύτως clean cut με τον αρχηγό, κιμπορντίστα και υψίφωνο τραγουδιστή Einar Sodberg να φοράει καζάκα και γραβατούλα. Ωχ ωχ! Flashback 21 χρόνια πριν στην εμφάνιση των Slayer στο Κλειστό του Περιστερίου που έμεινε στην ιστορία και για τα διαφόρων ειδών σουβενίρ τα οποία το «φιλικό» κοινό πετούσε στη σκηνή στη διάρκεια του σετ των αγνώστων ακόμα τότε System of a Down.

Επιστροφή στο σήμερα, όπου παρακολουθώντας την εμφάνισή των Leprous από κοντά, το μόνο που πρόσεξα ήταν κάνα δύο νεαρούς Slayer-άδες να κάνουν ότι χασμουριούνται! Ο σεβασμός είναι πλέον νόρμα ακόμα και στον υποτίθεται αντί-politically correct κόσμο του κοινού των Slayer. Έπαιξε βέβαια και το ρόλο του ότι οι Leprous ήταν φανταστικοί! Ένα μοναδικό progressive σχήμα που χρησιμοποιεί pop μεθόδους (οι αγγελικές φωνές, οι αιθέριες μελωδίες) σαν μέλι που τραβάει τους πάντες έτσι ώστε μετά να είναι έρμαια των ξεσπασμάτων τους. Με έναν εκπληκτικό drummer να δονεί, οι Leprous αγνόησαν την αμηχανία του κοινού, παίζοντας κυρίως κομμάτια από τα τελευταία δύο albums (αλλά και το αριστούργημα «The Valley» από το «Coal») και τελικά έφυγαν ατσαλάκωτοι και θριαμβευτές στη μικρή τους μάχη.

Πλέον το κλειστό ήταν γεμάτο, και μετά το σύντομο διασκεδαστικό ζωντάνεμα επί σκηνής του Ντίνου από το ιστορικό metal κόμικ «Ο Κήπος του Προφήτη» που μοίρασε χαρτάκια thrashini στο κοινό (μεγάλη σύλληψη!), ήρθε η ώρα των Rotting Christ. Παρά το μόνιμο «πουτάνα όλα» του Σάκη Τόλη και το τελείως συναυλιακό στήσιμο της υπόλοιπης μπάντας, η ατμοσφαιρικότητα είναι πια βασικός τους στόχος. Το ξέρουμε από την κατεύθυνση των τελευταίων δίσκων, το είδαμε από το εντυπωσιακό φωτιστικό show, το νιώσαμε από την εισαγωγή με το «Hallowed be thy Name» (το δικό τους, όχι των Maiden) ή το υποβλητικό tribal άσμα «Apage Satana» που για μένα ήταν το highlight της εμφάνισης.

Φυσικά συναυλία Rotting Christ επί αθηναϊκού εδάφους σημαίνει τρομερή διάδραση με τον κόσμο, έτσι κομμάτια όπως το «King of a Stellar War” ή το «Non Serviam» έκαναν το στάδιο να χοροπηδάει. Για ένα συγκρότημα που ξεκίνησε από την ελληνική black metal σκηνή και το tape trading κίνημα των αρχών των 90s (μια εποχή που τίμησαν παίζοντας το «The Forest of N' Gai»), η μετατροπή του σε παγκόσμια metal μηχανή που μπορεί να χειριστεί κάθε stage είναι πάντοτε μια εντυπωσιακή συνειδητοποίηση.

Αλλά για κάτι άλλο μαζευτήκαμε τόσες χιλιάδες άνθρωποι στο ΟΑΚΑ, έτσι δεν είναι; Για την τελευταία εμφάνιση των Slayer όχι απλά στην Ελλάδα, αλλά στην Ευρώπη. Εδώ να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε ότι δηλώσεις οριστικού τέλους έχουν κάνει τόσοι και τόσοι (από τον Ozzy ως τους The Cure) και συνήθως διαψεύδονται πανηγυρικά. Τώρα όμως κάτι μέσα μας το έκρινε αυθεντικό. Ο απρόσμενα συγκινητικός επίλογος της συναυλίας με τον Tom Araya να στέκεται ακίνητος σε διαφορετικά σημεία της σκηνής απλά απορροφώντας την ενέργεια του κοινού και λέγοντας «θα μου λείψετε» στα ελληνικά, το επιβεβαίωσε. Όμως πριν φτάσουμε ως εκεί, είχαμε ολοκληρωθεί ως οπαδοί. Υπάρχουν διάφορες εξηγήσεις για τη συναισθηματική έκρηξη που προηγήθηκε.

Το πρώτο ήταν η απόδοση των Slayer. Οι τελευταίες φορές που τους είχαμε δει σε ανοιχτό χώρο άφησαν μια αίσθηση διεκπεραίωσης από τη μεριά τους, αν και την πιο πρόσφατη ήταν σίγουρα επηρεασμένοι από την απώλεια του Jeff Hanneman. Τώρα όμως δεν υπήρχε κανένας φραγμός. Μέχρι και λαθάκια από τον Paul Bostaph έγιναν πάνω στον ενθουσιασμό της thrash λύσσας. Ο Kerry King και ο Gary Holt (με την «Kill the Kardashians» μπλούζα του) σαν εργάτες βαρούσαν riff after riff και εξαπέλυαν evil solos όμως ήταν ο Tom Araya που ηγεμόνευε. Με το βλέμμα του να πιάνει ό,τι κινείται γύρω του και τη φωνή του να βγαίνει με πεντακάθαρη αγριότητα.

Μετά ήταν το setlist. Ξεκινώντας με το τελευταίο «Repentless» και εναλλάσσοντάς το με το «Evil Has No Boundaries» από τον πρώτο δίσκο ήταν σαν να ήθελαν να μας υποδείξουν το νήμα που συνδέει ό,τι έκαναν όλα τα χρόνια. Όπως οι AC/DC, που όχι τυχαία παίζονταν από τα ηχεία πριν ξεκινήσουν οι Slayer, έχουν έναν δικό τους τρόπο να φτιάχνουν μουσική, και δεν έχει σημασία ακριβώς ποιο κομμάτι ακούς γιατί εκείνη τη στιγμή είσαι in the Slayer zone. Γι' αυτό οι όποιες εκπλήξεις του set («Gemini», «Payback», «Temptation», «Born of Fire») δεν μπόρεσαν να κόψουν το μαζικό ενθουσιασμό. Ο οποίος προφανώς κορυφώθηκε στην τελική εφτάδα κομματιών («Seasons in the Abyss», «Hell Awaits», «South of Heaven», «Raining Blood», «Black Magic», «Dead Skin Mask», «Angel of Death») που καλύτερη δεν γινόταν.

Κι ήταν και όλες αυτές οι φωτιές που έκαιγαν σαν τεράστιο μπάρμπεκιου πάνω στη σκηνή και που έδιναν κάτι το απόκοσμο (ή μήπως υπό-κοσμο) στην όλη κατάσταση. Τέλος – και ίσως πιο σημαντικό – ήταν η μίξη των ηλικιών που στα τεράστια pits έβλεπες να έρχονται κατά πάνω σου και οι προφανείς τρελαμένοι πιτσιρικάδες (αυτοί που λείπουν συχνά από τα metal live, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία) και οι θείοι/θείες που ήξεραν ότι ακόμα και αν αφήσουν τα κόκαλά τους ή αν την επόμενη μέρα θα είναι άρρωστοι δεν θα έχουν άλλη ευκαιρία να το ζήσουν. Ένα είδος συμφιλίωσης γενεών, μιας παράξενης αδελφότητας, την ώρα που τραγουδούσαμε για τα εγκλήματα των Ναζί στο Άουσβιτς ή για το τι έχουν στο μυαλό τους οι serial killers όταν σκοτώνουν! Και αυτό το παράδοξο του metal, το να περνάς μέσα από ό,τι πιο σκοτεινό και άγριο για να βγεις πίσω στη ζωή σου εξαγνισμένος και χαμογελαστός, οι Slayer το ενσαρκώνουν όσο κανείς. Ή, για να είμαστε ακριβείς, το ενσάρκωναν. Κι ευτυχώς, ήμασταν τυχεροί που το βιώσαμε στο 100%. Ευχαριστούμε sirs!

Από τον Λεωνίδα Αρβανίτη (περιοδικό Metal Hammer)
© φωτογραφιών: Αφροδίτη Ζαγγανά