Ήμουν εκεί

«Σταχτοπούτα» - «Αρκούδα»: ανανεώνοντας το λυρικό θέατρο και τους συντελεστές του

Από -

Ποιες είναι οι προοπτικές των νέων καλλιτεχνών -μουσικών και όχι μόνο- στη σημερινή λυρική πραγματικότητα εν μέσω κρίσης; Η Εθνική Λυρική Σκηνή αποτελεί, ως γνωστόν, τη μοναδική όπερα της χώρας. Αν ληφθεί υπ’όψιν, ότι οι ετήσιες παραγωγές της είναι σχετικά περιορισμένες σε αριθμό, ότι σε αυτές αξιοποιούνται συνήθως μονωδοί από το μόνιμο δυναμικό της, αλλά και ότι λόγω οικονομικών περιστολών οι περιορισμένες μετακλήσεις αφορούν κυρίως ξένους τραγουδιστές, η κατάσταση δεν προβάλλει ευοίωνη.

Από την «Σταχτοπούτα» της Βιαρντό στο Θέατρο «Skrow» και από αριστερά προς τα δεξιά: πάνω ο Βαρόνος ντε Πικτορντύ (Γιώργος Ματθαιακάκης) και ο Πρίγκηπας (Χρήστος Δεληζώνας)˙ κάτω ο αρχιθαλαμηπόλος Μπαριγκούλ (Χρήστος Κεχρής), η Νεράϊδα (Μάϊρα Μηλολιδάκη), η Σταχτοπούτα (Αναστασία Κότσαλη) και οι αδελφές Μαγκελόν (Λητώ Μεσσήνη) και Αρμελίντ (Μιράντα Μακρυνιώτη)
Από την «Σταχτοπούτα» της Βιαρντό στο Θέατρο «Skrow» και από αριστερά προς τα δεξιά: πάνω ο Βαρόνος ντε Πικτορντύ (Γιώργος Ματθαιακάκης) και ο Πρίγκηπας (Χρήστος Δεληζώνας)˙ κάτω ο αρχιθαλαμηπόλος Μπαριγκούλ (Χρήστος Κεχρής), η Νεράϊδα (Μάϊρα Μηλολιδάκη), η Σταχτοπούτα (Αναστασία Κότσαλη) και οι αδελφές Μαγκελόν (Λητώ Μεσσήνη) και Αρμελίντ (Μιράντα Μακρυνιώτη)

Εδώ και μερικά χρόνια έχουν κάνει την εμφάνισή τους ολιγομελείς ομάδες ή σχήματα νέων καλλιτεχνών, που διεκδικούν δυναμικά θέση -έστω και περιφερειακή- στο εγχώριο λυρικό τοπίο. Οι προτάσεις τους ολοένα και συχνότερα αφορούν σύντομες όπερες, που μπορούν ν’ανεβούν με λιτά μέσα και περιορισμένο αριθμό συντελεστών σε μικρότερες, εναλλακτικές «σκηνές». Αυτό που ξεκίνησε ως άσκηση και περιπέτεια εξελίσσεται, πάντως, σταδιακά σε απολύτως ευπρόσδεκτο εμπλουτισμό του λυρικού χάρτη σε ρεπερτόριο και καλλιτεχνικό δυναμικό. Η σοβαρότητα και το ταλέντο που επενδύονται συμβάλλουν, εξάλλου, στη συνεχή εξέλιξη ιδίως των τραγουδιστών, με αποτέλεσμα και η όποια αποτίμηση να πρέπει να γίνεται χωρίς εκπτώσεις. Οι δύο παραγωγές που θα σχολιασθούν παρακάτω έλαβαν χώρα σχεδόν παράλληλα -τα Δευτετότριτα του τελευταίου μήνα- σε θεατρικές σκηνές στο Παγκράτι και την Καλλιθέα. Ήσαν δε απολύτως επιτυχημένες, γιατί συνδύασαν τη σπανιότητα των έργων με την ποιότητα της δουλειάς σε μουσικοδραματικό επίπεδο.

Στο θέατρο Skrow, η ομάδα «Ραφή» πρότεινε φέτος την όπερα δωματίου (ακριβέστερα, «σαλονιού») «Σταχτοπούτα» της Πωλίν Βιαρντό. Αδερφή της σπουδαίας Μαλιμπράν, διασημότατη μεσόφωνος αλλά και ολοκληρωμένη μουσικός, η Βιαρντό δέσποσε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, αλλά και στα σαλόνια της γαλλικής μπελ-επόκ. Έργο του 1904, η ανάλαφρη αυτή παρωδία του παραμυθιού του Περρώ δόθηκε -πιθανότατα σε πανελλήνια πρώτη- στην 50λεπτη εκδοχή της, χωρίς μέρος των πεζών διαλόγων και με περικοπές στο μουσικό σκέλος του 2ου ταμπλώ.

Οι υπεροπτικές αδελφές Μαγκελόν (Λητώ Μεσσήνη) και Αρμελίντ (Μιράντα Μακρυνιώτη)
Οι υπεροπτικές αδελφές Μαγκελόν (Λητώ Μεσσήνη) και Αρμελίντ (Μιράντα Μακρυνιώτη)

Ο Θέμελης Γλυνάτσης υπέγραψε μία ευφυή, στιλιζαρισμένη σκηνοθεσία, που «εκσυγχρόνισε» το έργο, σεβόμενη απόλυτα το πνεύμα και την εποχή του. Η αφαιρετική, στατική -πλην του ρόλου της Νεράϊδας- παρουσία και η ψαγμένη, ακριβής κινησιολογία (με στοιχεία παντομίμας) του συνόλου της διανομής σε δύο σκηνικά επίπεδα, η χρήση γκαγκς (ενίοτε υπερβολικών, όπως το σταθερά χάσκον στόμα της Σταχτοπούτας), το χιούμορ και η λεπτή ειρωνεία της προσέγγισης δικαίωσαν θαυμαστά την dérision της παρισινής μπελ-επόκ. Παρά το στιλιζάρισμα, η όλη παράσταση έσφυζε από θεατρικότητα και ρυθμό (έξοχη «χορογραφία» του μενουέτου!), ενώ οι χαρακτήρες αναδείχθηκαν με σαφήνεια. Ένα εντυπωσιακό πρώτο οπερατικό δείγμα από το νεαρό σκηνοθέτη, ανώτερο αυτών περισσότερο καταξιωμένων συναδέλφων του.

Εξίσου λαμπρή -αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο και από προηγούμενες εμφανίσεις του- υπήρξε η μουσική διεύθυνση από το πιάνο του Μιχάλη Παπαπέτρου. Η ανάλαφρη, μπελ-καντίστικη παρτιτούρα της Βιαρντό έχει δεδομένη «ορχηστρική» διάσταση, την οποία ο ταλαντούχος πιανίστας απέδωσε σε βάθος λεπτομέρειας, με αποχρώσεις, ευγένεια, σπάνια αφηγηματική ευφράδεια και αίσθηση του δραματικού χρονισμού (ακόμη και στο βίαιο χτύπημα των σελίδων που σηματοδοτούσε την αλλαγή ταμπλώ).

Πολύ καλές ήταν και οι επιδόσεις σε φωνητικό επίπεδο. Από τους 7 -σχεδόν ισοδύναμους- ρόλους, δύο (Μπαριγκούλ & Βαρόνος ντε Πικ-τορντύ) δόθηκαν σε διπλή διανομή. Παρακολουθήσαμε την παράσταση δύο φορές (20/10 και 10/11) και η απόδοση ήταν σταθερά υψηλή. Κομβικές αποδείχθηκαν η αξιοπρεπής, τοπικά δε και πολύ καλή, άρθρωση του αδόμενου λόγου και η συνακόλουθα φροντισμένη φραστική, ζητούμενα αδιαπραγμάτευτα στη γαλλική όπερα. Η μεσόφωνος Αναστασία Κότσαλη, με σαφή φωνητική βελτίωση και σταθερές ψηλές νότες (σε ένα ρόλο γραμμένο για υψίφωνο!) ενσάρκωσε μία Σταχτοπούτα με μέτρο, όμορφη και συμπαθητική. Αξιοποιώντας το ζεστό τίμπρο και την ασφαλή κολορατούρα, η υψίφωνος Μάϊρα Μηλολιδάκη σκιαγράφησε μία μυστηριώδη, πλην ανθρώπινη Νεράϊδα, ενώ επιμελήθηκε και την εξαιρετική μετάφραση του λιμπρέτου!

Καλά συντονισμένες σε (ρυθμικό) τραγούδι και κίνηση υπήρξαν οι δύο αδελφές, η Αρμελίντ της μεσοφώνου Μιράντας Μακρυνιώτη και η Μαγκελόν της υψιφώνου Λητώς Μεσσήνη, που χάρισε ακόμη ένα δείγμα θαυμαστής φωνητικής ευελιξίας και σπάνιας για νέα καλλιτέχνιδα αίσθησης του ύφους. Ο τενόρος Χρήστος Κεχρής έλαμψε κυριολεκτικά ως Μπαριγκούλ, με γενναιόδωρο τραγούδι, άρτια εκφορά του λόγου και γερή σκηνική παρουσία. Οι σημαντικότερες αναθέσεις δεν πρέπει να αργήσουν, ενώ στο γαλλικό ρεπερτόριο ίσως δεν έχει αντίπαλο εντός συνόρων! Τον ίδιο -δύσκολο- ρόλο απέδωσε ικανοποιητικά και ο τενόρος Κωνσταντίνος Ζαμπούνης. Στο ρόλο του Βαρόνου ντε Πικ-τορντύ ο βαρύτονος Κώστας Μαυρογένης προσέφερε πιο εκφραστικό και μαλακό τραγούδι από τον ομότεχνό του Γιώργο Ματθαιακάκη, που διέθετε όμως σαγηνευτικότερο ηχόχρωμα. Τέλος, αποκάλυψη υπήρξε ο Πρίγκηπας του Χρήστου Δεληζώνα, με ποιότητες τενόρου di grazia και πεντακάθαρη άρθρωση της γαλλικής (παρά τα κάποια ανοικτά φωνήεντα). Συνολικά, μία απολαυστική παράσταση!

Από την «Αρκούδα» του Γουώλτον στο Θέατρο «Σημείο» (28/10) και από αριστερά προς τα δεξιά: ο υπηρέτης Λούκα (Μιχάλης Κατσούλης), η χήρα Πόποβα (Ειρήνη Αθανασίου) και ο Σμιρνόφ/Αρκούδα (Μιχάλης Ψύρρας)
Από την «Αρκούδα» του Γουώλτον στο Θέατρο «Σημείο» (28/10) και από αριστερά προς τα δεξιά: ο υπηρέτης Λούκα (Μιχάλης Κατσούλης), η χήρα Πόποβα (Ειρήνη Αθανασίου) και ο Σμιρνόφ/Αρκούδα (Μιχάλης Ψύρρας)

Στο θέατρο «Σημείο» (28/10) προτάθηκε η «Αρκούδα» του Βρετανού συνθέτη Γουίλιαμ Γουώλτον, 11 και πλέον χρόνια μετά την πρώτη της παρουσίαση στην Ελλάδα από την ΕΛΣ. Ο Βρετανός συνθέτης μετέγραψε το ομώνυμο βωντβίλ του Τσέχωφ σε μονόπρακτη όπερα, την οποία χαρακτήρισε extravaganza: αν και οι μόλις 3 χαρακτήρες αποδίδονται σχεδόν σαν καρικατούρες, οι καταστάσεις και τα αισθήματα διατυπώνονται υπερβολικά, αλλά φαντάζουν ή είναι αληθινά.
Αυτή την αμφιθυμία ανέδειξε έξοχα ο σκηνοθέτης Νίκος Διαμαντής, με μία πραγματικά λεπτοδουλεμένη θεατρική διδασκαλία. Χωρίς να χάνει στιγμή το χιούμορ της, η παρά κάτι ωριαία παράσταση ισορρόπησε θαυμαστά ανάμεσα σε υπερβολή και σουρεαλισμό, ενώ είχε ρυθμό και ουσία. Οι τραγουδιστές αλώνισαν κυριολεκτικά τον λιτό σκηνικό χώρο με ακρίβεια και άνεση, ζωντανεύοντας ανάγλυφα ρόλους και σκηνές.

Το πρωταγωνιστικό δίδυμο εντυπωσίασε τόσο μουσικοδραματικά, όσο και με την καθαρή εξαγγελία και άρθρωση της αγγλικής γλώσσας. Η μεσόφωνος Ειρήνη Αθανασίου υπήρξε μία σαγηνευτική Πόποβα. Η φίνα σκηνική της παρουσία συνοδεύθηκε από μία υγιή φωνή, ομοιογενή σε υψηλή και χαμηλή περιοχή, αλλά και από αφηγηματικές αρετές, όπως απέδειξε η ερμηνεία της μεγάλης της άριας. Σε κατακόρυφη πρόοδο, ο βαρύτονος Μιχάλης Ψύρρας (Σμιρνόφ) χάρισε επιβλητική υπόκριση και φροντισμένο τραγούδι, διανθισμένο με καλόγουστα «ρωσική» προφορά. Αμφότεροι απέδωσαν πειστικά, χωρίς υπερβολές, τους «ακραίους» χαρακτήρες που υποδύονταν, ενώ διέθεταν και καλή χημεία. Ο έμπειρος βαθύφωνος Μιχάλης Κατσούλης συμπλήρωσε επάξια τη διανομή, βρίσκοντας το σωστό στίγμα του αεικίνητου υπηρέτη Λούκα.
Στο Νίκο Βασιλείου πρέπει να πιστωθεί η πολύ σοβαρή μουσική διδασκαλία. Η πιανιστική του συνοδεία δεν άρθηκε, ατυχώς, στα ίδια ύψη, όντας μάλλον αδρή και αρκετά στιβαρή. Δεν είναι, πάντως, διόλου εύκολη η απόδοση στο πιάνο μιας παρτιτούρας με ιδιαίτερη, πολυστιλιστική ενορχήστρωση (παρωδίες μουσικών φράσεων από γνωστές όπερες, επιρροή από κινηματογραφική μουσική και καμπαρέ) και μοναδική δραματική οικονομία…

Credits φωτογραφιών: Μάριος Γιαμπιεράκης («Σταχτοπούτα») – Πάτροκλος Σκαφίδας («Αρκούδα»)