Ήμουν Εκεί

«Σκαλκώτας και σύγχρονοί του»: για το φινάλε ενός πολύτιμου, πλην άνισου κύκλου

Από -

Η Κινέζα βιολίστρια Τιάνγουα Γιανγκ ερμηνεύει το «Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα - στη μνήμη ενός αγγέλου» του Μπεργκ, συνοδευόμενη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Στέφανο Τσιαλή («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 10/5)  © Μαρία Γραμματικού
Η Κινέζα βιολίστρια Τιάνγουα Γιανγκ ερμηνεύει το «Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα - στη μνήμη ενός αγγέλου» του Μπεργκ, συνοδευόμενη από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Στέφανο Τσιαλή («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 10/5) © Μαρία Γραμματικού

Με δύο επιτυχημένες πλην ενίοτε άνισες συναυλίες στην «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής ολοκλήρωσε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών το αφιέρωμα στο «Νίκο Σκαλκώτα και τους συγχρόνους του». Με αφορμή τη φετινή 70ή επέτειο από τον πρόωρο χαμό του σημαντικού Έλληνα συνθέτη, το σύνολο και ο καλλιτεχνικός του διευθυντής Στέφανος Τσιαλής συνεχίζουν την εκ παραλλήλου συναυλιακή και δισκογραφική εξερεύνηση μέρους του -εν πολλοίς, αγνώστου ακόμη- έργου του.

Στις 10/5, το πολύ ενδιαφέρον πρόγραμμα -που ηχογραφήθηκε και μεταδόθηκε από τη γερμανική ραδιοφωνία- φιλοξένησε μιαν απρόσμενη αντιπαράθεση συνθέσεων του Σκαλκώτα και του Μπεργκ, αμφοτέρων μαθητών του Σαίνμπεργκ, με διαφορετικές όμως καταβολές και ταμπεραμέντο.

Αρχικά ακούσθηκε το συμφωνικό έργο «Un Hommage» [«Φόρος τιμής»] (στον πρωτοπόρο Σκαλκώτα) που παρήγγειλε η Ορχήστρα στον Ορέστη Παπαϊωάννου. Το σύντομο κομμάτι πιστοποίησε τις μεγάλες δυνατότητες του μόλις 26χρονου, πολυβραβευμένου συνθέτη: τη δημιουργική αφομοίωση ποικίλλων μουσικών επιρροών - ρομαντικό ιδίωμα, τάσεις της σημερινής δυτικής έντεχνης μουσικής, (εξπρεσιονισμός, σπεκτραλισμός, μικροπολυφωνία), ελληνική και ινδονησιακή («γκαμελάν») μουσική παράδοση-, την εμπνευσμένη διάπλαση του ορχηστρικού ήχου (πυκνώσεις/αραιώσεις, ηχοχρώματα), την οικονομία εκφραστικών μεγεθών. Το γεγονός ότι όλα αυτά συνθέτουν ένα προσωπικό ιδίωμα είναι εξαιρετικά ευοίωνο. Πάντως, και ανεξαρτήτως του τι συνιστά για τον καθένα ένας «φόρος τιμής», μάταια αναζητούσε κανείς κάποια ουσιαστική μουσική αναφορά στις εξαιρετικά προσωπικές δημιουργικές αναζητήσεις του τιμώμενου…

Τέτοιες συγκρίσεις κατέστησαν περισσότερο εφικτές στη συνέχεια, όταν η Τιάνγουα Γιανγκ ερμήνευσε, στην πέμπτη σύμπραξή της με την ΚΟΑ επί θητείας Τσιαλή, το συγκινητικό «Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα - στη μνήμη ενός αγγέλου» του Μπεργκ. Στο τυπικά δωδεκαφθογγικό έργο αυτού του κορυφαίου εκπροσώπου της λεγόμενης Β’ Σχολής της Βιέννης -η οποία επηρέασε καταλυτικά σημαντικό μέρος της σκαλκωτικής δημιουργίας- η χρήση συγκεκριμένης σειράς φθόγγων επέτρεψε το μπόλιασμά του με τονικό μουσικό υλικό.

Για μίαν ακόμη φορά, η σπουδαία Κινέζα βιολίστρια επιβεβαίωσε τη μεγάλη κλάση και τη βαθιά μουσική αντίληψή της. Με πόση γλαφυρότητα αποδόθηκε η διαδοχή παραγράφων εσωστρεφούς στοχαστικότητας και χαριτωμένων αυστριακών λαϊκών χορευτικών θεμάτων του πρώτου μέρους (μιας μουσικής προσωπογραφίας της Μανόν Γκρόπιους), με πόση δεξιοτεχνική και εκφραστική πληρότητα η διαδρομή από τον πόνο μέχρι τη λυτρωτική υπέρβασή του στο δεύτερο μέρος… Υπό την πρωτόγνωρα ευαίσθητη και νηφάλια ορχηστρική συνοδεία, η ερμηνεία αξιοποίησε στο έπακρο τον μοναδικής ορθοτονίας και ανάλαφρα παλλόμενο ήχο και το ευγενές, διακριτικό συναίσθημα, δικαιώνοντας αβίαστα την τρυφερότητα και τον ιδιότυπο ποιητικό λυρισμό της μοντερνιστικής γραφής.

Ολόκληρο το δεύτερο μέρος της βραδιάς κάλυψε η πρώτη σειρά (δωδεκάδα) από τους «36 Ελληνικούς Χορούς για ορχήστρα» του Σκαλκώτα. Τα σύντομα αυτά αλλά εξαιρετικά πλούσια σε μορφή και περιεχόμενο τονικά έργα αποτελούν ευφάνταστες επεξεργασίες υλικού (σκοποί, ρυθμοί) από την ελληνική δημοτική παράδοση. Από τους απόλυτα εξοικειωμένους με αυτό το έργο μουσικούς της ΚΟΑ, ο Τσιαλής άντλησε μιαν αναλυτική ερμηνεία, που αποκωδικοποίησε άριστα το πυκνό μουσικό συντακτικό, αλλά ηχούσε κάπως «εγκεφαλική» και εκ του ασφαλούς. Η αδυναμία μετάδοσης της λανθάνουσας μεν πλην δυνατής συγκινησιακής φόρτισης των μικρογραφιών αυτών και η απουσία εκφραστικών διαφοροποιήσεων (σε διαθέσεις, ατμόσφαιρες) κάθε μιας άφηναν διαρκώς μιαν έντονη αίσθηση ομοιομορφίας…

Ο Νορβηγός πιανίστας Άιναρ Στέεν Νέκλεμπεργκ ερμηνεύει το «Κομμάτι κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα» του Βέμπερ, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Ισραηλινό αρχιμουσικό Γιόαβ Τάλμι («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 17/5)  © Μαρία Γραμματικού
Ο Νορβηγός πιανίστας Άιναρ Στέεν Νέκλεμπεργκ ερμηνεύει το «Κομμάτι κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα» του Βέμπερ, συνοδευόμενος από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Ισραηλινό αρχιμουσικό Γιόαβ Τάλμι («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής, 17/5) © Μαρία Γραμματικού

Η τέταρτη και τελευταία συναυλία του κύκλου υπό τον πολύπειρο Ισραηλινό αρχιμουσικό Γιόαβ Τάλμι (17/5) είχε ακόμη λιγότερη σχέση με τον Σκαλκώτα, περιοριζόμενη σε ένα έργο του δασκάλου του Σαίνμπεργκ, και μάλιστα αυτό που θεωρείται ως το πρώτο ατονικό του έργο για ορχήστρα. Γραμμένα το καλοκαίρι του 1909, τα «Πέντε κομμάτια για ορχήστρα» -που ακούσθηκαν εν προκειμένω στην εκδοχή του 1949- δεν αποκλείουν, βέβαια, και εξπρεσιονιστικές/ υστερορομαντικές ερμηνευτικές προσεγγίσεις, ιδίως στο βαθμό που συνιστούν μια αδιάκοπη εναλλαγή χρωμάτων, ρυθμών και διαθέσεων. Η ακριβής διεύθυνση του Τάλμι ανέδειξε επαρκώς τις ιδιαίτερες ατμόσφαιρες αυτών των σύντομων συνθέσεων με την κατακερματισμένη δομή και τη συχνά ευρηματική ενορχήστρωση.

Όλο το υπόλοιπο πρόγραμμα κάλυψαν έργα του κεντροευρωπαϊκού ρομαντισμού, πρώιμου και ύστερου. Αρχικά προσφέρθηκε το σπάνια παιζόμενο στις μέρες μας «Κομμάτι κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα» του Βέμπερ, που απαιτεί μεγάλες δεξιοτεχνικές και εκφραστικές αρετές από τον σολίστ. Έστω και με το τίμημα κάποιων μικροολισθημάτων αλλά έχοντας ν’αντιπαλέψει και τα πολύ γρήγορα τέμπι του Τάλμι, ο εμπειρότατος Νορβηγός πιανίστας Άιναρ Στέεν Νέκλεμπεργκ διέθετε όλο το απαιτούμενο ερμηνευτικό οπλοστάσιο: τον πλούσιο, ρωμαλέο ήχο, την ωραία, μελωδικών ποιοτήτων φραστική, κυρίως όμως την αίσθηση του ύφους και τη συναισθηματική γενναιοδωρία. Εκτός προγράμματος ο 75χρονος σολίστ ερμήνευσε έξοχα τη σύνθεση «Από το καρναβάλι» του Γκρηγκ, τα πιανιστικά άπαντα του οποίου έχει ερμηνεύσει συναυλιακά και ηχογραφήσει.

Τη βραδιά ολοκλήρωσε μία ερεθιστική -αν και όχι πάντοτε ανεπίληπτη- εκτέλεση της 2ης Συμφωνίας του Μπραμς, έργου που η ΚΟΑ έχει ερμηνεύσει επανειλημμένα κατά την τελευταία πενταετία. Μακράν του να ασπάζεται την κρατούσα οπτική που την θεωρεί ως την «ποιμενική» συμφωνία του μεγάλου Γερμανού ρομαντικού μουσουργού, ο Ισραηλινός μαέστρος φώτισε, με πολλές διακινδυνεύσεις σε ταχύτητες και δυναμικές, τις πιο ανήσυχες όψεις της δραματουργίας της.

Μολονότι οι επιλεγείσες αγωγικές κατευθύνσεις έφερναν συχνά την ορχήστρα στα όριά της, ο έλεγχος δεν χάθηκε ποτέ: σ’αυτό συνέβαλαν τα σβέλτα αντανακλαστικά όλων των ορχηστρικών υπο-ομάδων (κυρίως δε των εγχόρδων) και το προσεγμένης φραστικής και ρυθμομελωδικής ευελιξίας παίξιμο. Εύλογα, η συγκινησιακή αμεσότητα της ανάγνωσης ανέδειξε μεν επιτυχημένα τις μεταπτώσεις διαθέσεων (εντάσεις/ υφέσεις) του έργου, αλλά διέρρηξε κάπως τη συνοχή -και την αριστοτεχνική ισορροπία- του μουσικού ειρμού, αμβλύνοντας τον κυρίαρχο μελαγχολικό λυρισμό του. Σε αυτό συνέβαλε και το γεγονός ότι οι σολιστικές συνεισφορές από ξύλινα (κυρίως αυτές του ομποΐστα Γιάννη Οικονόμου) και χάλκινα δεν ήχησαν εντονότερα ποιητικές…