Ήμουν Εκεί

«Powder her face» – «Πέερ Γκυντ»: ερεθιστικές προσθήκες στα μουσικά μας πράγματα

Από -

Η κυρία Φρήλινγκ (Τζαστίν Βιάνι, αριστερά) αναμένει την άφιξη του Δούκα του Αργκάιλ, αποτελώντας αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ ενός Επαγγελματία Εραστή (Χρήστος Κεχρής) και μιας έμπιστης φίλης της (Χρύσα Μαλιαμάνη, δεξιά): από την 2η Σκηνή  της όπερας «Powder her face» του Άντες που παρουσιάσθηκε (μεταξύ 25/10 και 9/11) στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη  © Valeria Isaeva
Η κυρία Φρήλινγκ (Τζαστίν Βιάνι, αριστερά) αναμένει την άφιξη του Δούκα του Αργκάιλ, αποτελώντας αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ ενός Επαγγελματία Εραστή (Χρήστος Κεχρής) και μιας έμπιστης φίλης της (Χρύσα Μαλιαμάνη, δεξιά): από την 2η Σκηνή της όπερας «Powder her face» του Άντες που παρουσιάσθηκε (μεταξύ 25/10 και 9/11) στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη © Valeria Isaeva

Σημαντικά εμπλούτισε τη μουσική μας ζωή από πλευράς ρεπερτορίου το δεύτερο μισό του Οκτώβρη. Στο επίκεντρο βρέθηκε η πανελλήνια πρώτη, στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, της όπερας του Βρετανού Τόμας Άντες «Powder her face» («Πούδρα στο πρόσωπό της»).

Το γραμμένο το 1995 έργο αποτελεί ένα από τα λαμπρότερα δείγματα σύγχρονης όπερας, εξασφάλισε δε στον νεαρότατο τότε συνθέτη τη φήμη του «τρομερού παιδιού» της βρετανικής μουσικής σκηνής: λόγω των «ακατάλληλων» ερωτικών σκηνών, βρετανικός ραδιοφωνικός σταθμός είχε μάλιστα απαγορεύσει τη ραδιοφωνική μετάδοσή του! Έκτοτε, ο -48χρονος σήμερα- Άντες θεωρείται ο διάδοχος ενός Μπρίττεν, ενώ συγκαταλέγεται διεθνώς μεταξύ των -λίγων- ανανεωτών της λυρικής τέχνης.

Το «Powder her face» έγινε κυρίως γνωστό για το τολμηρό του θέμα, την αφήγηση (κατά περίπτωση προκλητική, αιχμηρή ή/και διδακτική) της πολυτάραχης ερωτικής ζωής της Μάργκαρετ Κάμπελ, δούκισσας του Αργκάιλ, με αφορμή ένα σεξουαλικό σκάνδαλο που συντάραξε τη βρετανική κοινή γνώμη της δεκαετίας του ’60. Μπολιάζοντας ένα θέμα τόσο αυθεντικά «βρετανικό» με πάμπολλες αναφορές στις σχέσεις μεταξύ σεξ, πολιτικής, εξουσίας και κοινωνικών τάξεων, το λιμπρέτο του Χένσερ συνιστά ουσιαστικά μια κυνική σάτιρα για τον αμοραλισμό/ψευδοπουριτανισμό, την παρακμή της αριστοκρατίας και τη δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας. Όλα αυτά αναλύθηκαν διεξοδικά και με ακρίβεια στο υποδειγματικό προγραμματικό τομίδιο της παράστασης.

Η επικαιρότητα της θεματικής (που εκτείνεται και σε ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων ή κριτικής των έμφυλων ταυτοτήτων) δικαιολογεί, μέχρις ενός σημείου, και το γεγονός ότι αποτελεί μια από τις βρετανικές όπερες που ανεβαίνουν συχνά την τελευταία εικοσαετία.

Ίση, αν όχι μεγαλύτερη αξία έχει η όπερα και σε μουσικό επίπεδο, ιδίως στην έκταση που η μουσική της γλώσσα είναι ανεξίτηλα δεμένη με (και υπηρετεί) τη δραματουργία. Αφενός, η εξαιρετικά πλούσια ενορχήστρωση αξιοποιεί και γονιμοποιεί, με σπάνια οικονομία και ευθυβολία, πληθώρα ετερόκλητων μουσικών κινημάτων και αισθητικών, από τη μαζική ποπ κουλτούρα, την τζαζ, το τάνγκο και το καμπαρέ μέχρι αναφορές στην όπερα, είτε «παραδοσιακή» (Ρίχ. Στράους, Μπρίττεν, Πουλένκ, Πρεβέν) είτε «μοντερνιστική» (Μπεργκ, Στραβίνσκυ, Μπέρτγουισλ). Αφετέρου, σε φωνητικό επίπεδο (αχίλλειο πτέρνα κάθε έργου σύγχρονου μουσικού θεάτρου!), συναρπάζει η γραφή για τους μόλις 4 ρόλους: διακριτή ως προς κάθε τύπο και ηχόχρωμα φωνής, απαιτητική ως προς τις χρησιμοποιούμενες ποικιλόμορφες τεχνικές (μελωδική γραμμή στραουσσικής φραστικής για τη δούκισσα ή πιο κοφτή/ταχεία για τους άλλους ρόλους, πολύ υψηλά τονικά ξεσπάσματα, γρήγορες κολορατούρες στο όριο της υστερίας κλπ), εντυπωσιακά υποδηλωτική της ψυχολογίας των χαρακτήρων.

Το φιλικό καλωσόρισμα της Δούκισσας του Αργκάιλ (Τζαστίν Βιάνι) στον Σερβιτόρο (Χρήστος Κεχρής): η περίφημη blowjob aria από την 4η Σκηνή της όπερας «Powder her face» του Άντες που παρουσιάσθηκε (μεταξύ 25/10 και 9/11) στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ   © Valeria Isaeva
Το φιλικό καλωσόρισμα της Δούκισσας του Αργκάιλ (Τζαστίν Βιάνι) στον Σερβιτόρο (Χρήστος Κεχρής): η περίφημη blowjob aria από την 4η Σκηνή της όπερας «Powder her face» του Άντες που παρουσιάσθηκε (μεταξύ 25/10 και 9/11) στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ © Valeria Isaeva

Απέναντι σε τέτοιου εύρους και δυσκολίας προκλήσεις, η παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής (την οποία παρακολουθήσαμε στις 2/11) κατάφερε να δώσει ένα απολύτως ακριβές στίγμα του έργου, χωρίς πάντως να συνεπάρει. Βασική αιτία υπονόμευσης της καλά προετοιμασμένης παράστασης ήταν η τοποθέτηση του ορχηστρικού συνόλου σε υπερυψωμένο βάθρο ακριβώς πίσω από τη σκηνή. Παρά τα λίγα (μόλις 15) όργανα, η ενορχήστρωση είναι αρκούντως πυκνή, κυρίως λόγω του σημαίνοντος ρόλου πνευστών και κρουστών. Τούτο είχε σαν αποτέλεσμα να καλύπτονται συχνά οι φωνές των μονωδών και να θολώνει η πρόσληψη της μουσικής. Αν και «όπερα δωματίου», το «Powder her face» παρουσιάζεται διεθνώς σε κανονικές λυρικές σκηνές, και πάντως σε μεγαλύτερες αίθουσες από αυτές της Εναλλακτικής.

Το συγκεκριμένο μειονέκτημα άμβλυνε και τον αντίκτυπο της σοβαρής δουλειάς που έκανε ο αρχιμουσικός Νίκος Βασιλείου, επικεφαλής των εξαιρετικών μουσικών του «Ergon Ensemble», όπου προεξάρχοντα ρόλο είχαν μέλη της ΚΟΑ. Η εξόχως απαιτητική παρτιτούρα με τις πολύπλοκες ρυθμικές και ενορχηστρωτικές τεχνικές αποκωδικοποιήθηκε μεν άρτια, αλλά έλειψε η μεγαλύτερη -αν και όχι αυτονόητη- ρευστότητα φραστικής και αφήγησης.

Πολύ αξιόλογη ήταν η διανομή, που επιλέχθηκε με γνώση και προσοχή. Το σύνολο των μονωδών απέδωσε δίχως πρόβλημα τη συχνά ακραία φωνητική γραφή, δικαιώνοντας και το ακριβές υποκριτικό στίγμα κάθε ρόλου. Η Αυστραλοβρετανή υψίφωνος Τζαστίν Βιάνι ενσάρκωσε με άνεση και γενναιόδωρο τραγούδι την παραδομένη στη λαγνεία δούκισσα, υπογραμμίζοντας φίνα τη ματαιοδοξία και τη μοναξιά του χαρακτήρα. Σταθερά αξιόπιστος, ο βαθύφωνος Γιάννης Γιαννίσης περιενέδυσε τους ρόλους του Δούκα, του δικαστή και του διευθυντή ξενοδοχείου με την αναγκαία κυνική αποστασιοποίηση. Διαθέτοντας αμφότεροι τα ενδεδειγμένα -και υγιή!- τίμπρα, η υψίφωνος Χρύσα Μαλιαμάνη και ο τενόρος Χρήστος Κεχρής σκιαγράφησαν επιτυχημένα τους κρίσιμους ρόλους ανθρώπων που εκπροσωπούν τη μεσαία αστική τάξη: αν ο δεύτερος δεν απέφυγε μια κάποια υποτονικότητα, η Μαλιαμάνη αναμετρήθηκε άξια, για μία ακόμη φορά, με τις μουσικοδραματικές προκλήσεις των χαρακτήρων που ερμηνεύει.

Σε ό,τι αφορά, τέλος, τη σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, αυτή υπήρξε ευανάγνωστη (ακόμη και στις επίμαχες, «άσεμνες» ερωτικές σκηνές), ανέδειξε με σαφήνεια τη σπονδυλωτή δραματουργία, διέθετε ρυθμό και χιούμορ, αλλά πρόβαλε μάλλον συντηρητική για ένα τόσο διαχρονικό, μεταμοντέρνο έργο, που βασίζεται στην πρόκληση. Παρά την εύστοχη ανάλυσή του και την οξυδερκή κατανόηση των συμφραζομένων, η όλη προσέγγιση βοούσε για περισσότερη τόλμη, φαντασία, ιδέες. Το θέαμα δεν βοηθήθηκε ούτε από το κιτς σκηνικό του Γιάννη Κατρανίτσα (μέσα σ’ένα μουντό περιβάλλον, που παρέπεμπε περισσότερο σε ξενοδοχεία της εποχής του υπαρκτού σοσιαλισμού), ούτε από τους «ψυχεδελικούς» φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα (που αναπαρήγαγαν συστηματικά ατμόσφαιρες αισθησιακών ταινιών των 70s). Καμία ένσταση για τα ωραία κοστούμια (δια χειρός Κατρανίτσα), αλλά εντελώς άστοχη η επιλογή να ντυθούν με φράκα -και χρυσούς γιακάδες!- οι μουσικοί του «Ergon», αναπαράγοντας αίσθηση και αισθητική μιας ελαφράς «concert orchestra»…

Ανεξαρτήτως των όποιων επιφυλάξεων, θα ήταν ευχής έργο εάν η παραγωγή επαναλαμβανόταν, βελτιωμένη, στο άμεσο μέλλον…

Το φινάλε από τον «Πέερ Γκυντ» του Ίψεν που παρουσιάσθηκε με τη σκηνική μουσική του Γκρηγκ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαίδη στο «Ολύμπια - Δημοτικό Θέατρο Μαρία Κάλλας» (15/10): αριστερά, ο ώριμος Πέερ (Θανάσης Κουρλαμπάς) κείται στην αγκαλιά της αγαπημένης του Σολβέιγ (Μαριάνθη Σοντάκη) και δεξιά, ο νεαρός Πέερ (Ορέστης Τρίκας) σε αυτήν της μητέρας του Άαζε (Ευγενία Μαραγκού)   © Νικόλας Κομίνης/ΟΠΑΝΔΑ
Το φινάλε από τον «Πέερ Γκυντ» του Ίψεν που παρουσιάσθηκε με τη σκηνική μουσική του Γκρηγκ, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαίδη στο «Ολύμπια - Δημοτικό Θέατρο Μαρία Κάλλας» (15/10): αριστερά, ο ώριμος Πέερ (Θανάσης Κουρλαμπάς) κείται στην αγκαλιά της αγαπημένης του Σολβέιγ (Μαριάνθη Σοντάκη) και δεξιά, ο νεαρός Πέερ (Ορέστης Τρίκας) σε αυτήν της μητέρας του Άαζε (Ευγενία Μαραγκού) © Νικόλας Κομίνης/ΟΠΑΝΔΑ

Μια εξίσου ευπρόσδεκτη -όσο και διαφορετική- μουσικοθεατρική πρόταση προσέφερε ο ΟΠΑΝΔΑ (Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων) στα μέσα Οκτώβρη στα «Ολύμπια». Το εμβληματικό θεατρικό έργο «Πέερ Γκυντ» του Χένρικ Ίψεν σε μουσική Έντβαρντ Γκρηγκ παρουσιάσθηκε σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη, από ομάδα ηθοποιών και τα Μουσικά Σύνολα (Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία) του Δήμου Αθηναίων υπό τον αρχιμουσικό Ελευθέριο Καλκάνη. Και οι τρεις παραστάσεις (παρακολουθήσαμε αυτήν της 15/10) δόθηκαν με δωρεάν είσοδο για το κοινό. Η ίδια ομάδα συντελεστών είχε παρουσιάσει και πέρσι -στα εγκαίνια των «Ολυμπίων» ως «Δημοτικό Θέατρο Μαρία Κάλλας»- ένα αντίστοιχο έργο, το «Όνειρο θερινής νυκτός» του Σαίξπηρ, πλαισιωμένο από τη σκηνική μουσική που έγραψε γι’αυτό ο Μέντελσον.

Εμπνευσμένος από λαϊκά νορβηγικά παραμύθια (ήρωας ενός από τα οποία αποτελεί, άλλωστε, και ο ίδιος ο ήρωας), ο «Πέερ Γκυντ» γράφτηκε από τον Ίψεν ως δραματικό ποίημα προορισμένο αρχικά για ανάγνωσμα. Για τις ανάγκες του πρώτου σκηνικού του ανεβάσματος, ο Ίψεν ζήτησε από τον επιφανή Νορβηγό συνθέτη του καιρού του Γκρηγκ να γράψει τη μουσική.

Ο συγγραφέας ενέδωσε τελικά στις πιέσεις να προσαρμόσει το δραματικό ποίημα για το θέατρο (το έργο αναγνωρίσθηκε, μάλιστα, ως αριστούργημα της σκανδιναβικής λογοτεχνίας), αλλά δυστυχώς η θεατρική εκδοχή χάθηκε. Η μουσική του Γκρηγκ έμεινε, πάντως, διάσημη και πολυαγαπημένη μέχρι σήμερα, κυρίως μέσα από τις 2 ορχηστρικές Σουίτες που ο συνθέτης άντλησε από τη σκηνική μουσική.

Παρότι το θεατρικό του Ίψεν έχει παρουσιασθεί (όχι συχνά, πάντως) σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ήταν -αν δεν σφάλλουμε- η πρώτη φορά που απολαύσαμε στην Ελλάδα εκτενέστατα χαρακτηριστικά αποσπάσματα του σε συνδυασμό με τη σκηνική μουσική του Γκρηγκ. Θέατρο και μουσική αποτέλεσαν έτσι ένα αδιάσπαστο σύνολο, στο οποίο οι μελωδίες του Γκρηγκ προεξέτειναν το λόγο του Ίψεν. Αυτός ακούσθηκε στην ελληνική γλώσσα, στη θαυμάσια νέα μετάφραση που επιμελήθηκε ο Γιώργος Δεπάστας για το προπέρσινο (2017), τρίτο ιστορικά, ανέβασμα του έργου στο Εθνικό Θέατρο. Το αμέσως προηγούμενο (2002) στον ίδιο χώρο είχε υπογράψει ο Νικολαΐδης. Η προφανής αγάπη και κατανόηση του έργου από τον έμπειρο σκηνοθέτη, όσο και η εξίσου ευδόκιμη προϋπηρεσία του στο χώρο του λυρικού θεάτρου, εξασφάλισαν καλή ισορροπία μεταξύ θεατρικού λόγου και μουσικής.

Η παράσταση κύλησε ανάλαφρα, παρά την τρίωρη διάρκειά της, ακροβατώντας, διαρκώς και επιδέξια, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Οι περιπλανήσεις του ονειροπόλου και ασυμβίβαστου νεαρού ήρωα από τα χιονισμένα Νορβηγικά βουνά μέχρι την Βορειοαφρικανική έρημο έλαβαν χώρα μέσα στα ατμοσφαιρικά …ψηφιακά σκηνικά που σχεδίασε ο Ανδρέας Μουρτζούκος (Saxelectro) και με τη βοήθεια των κοστουμιών -κατά περίπτωση σύγχρονων ή «εποχής»- της Γεωργίας Μπούρδα. Εξίσου καθοριστική στάθηκε η χορογραφική διάσταση της κινησιολογίας (Αρετή Μώκαλη).

Η σκηνοθεσία του Νικολαΐδη φώτισε τον πυρήνα του έργου, που συνίσταται στην αέναη αναζήτηση -μέσα από το όνειρο και τους πειρασμούς- της αυτογνωσίας αλλά και την οδυνηρή συνειδητοποίηση της ματαιότητας της περιπλάνησης. Κληθέντες να σκιαγραφήσουν τις πέντε ηλικίες του Πέερ Γκυντ κατά τα ισάριθμα στάδια (πράξεις) της διαδρομής του, οι ηθοποιοί Ορέστης Τρίκας και Θανάσης Κουρλαμπάς απέδωσαν γλαφυρά την εξέλιξη του χαρακτήρα. Πλάι τους η Μαριάνθη Σοντάκη βρήκε το σωστό στίγμα του ρόλου της Σόλβεϊγ, η Ευγενία Μαραγκού υπήρξε μια θαυμάσια (μητέρα) Άαζε, ενώ άρτια ενσάρκωσαν τους καρατερίστικους ρόλους τους οι Γιώργος Γαλίτης (Άρχοντας του Έγκσταντ/Βασιλιάς των Τρολ) και Χρήστος Ντόβας (Παράξενος επιβάτης/Κουμποχύτης [Θάνατος], Εμπόδιο). Με κέφι και ακρίβεια σκιαγραφήθηκαν και οι πολυάριθμοι δευτεραγωνιστικοί ρόλοι.

Σ’ένα τέτοιο πλαίσιο, το κείμενο και η κίνηση-χορογραφία έδιναν λόγο ύπαρξης στην πανέμορφη μουσική, που απάρτιζαν φολκλορικοί και εξωτικοί χοροί, χορωδιακά, ύμνοι, λυρικά τραγούδια και αρμονικά ευφάνταστα ορχηστρικά μέρη. Στην άχαρης ακουστικής αίθουσα, όλα αυτά αποδόθηκαν αξιοπρεπώς, χωρίς όμως τις δέουσες αποχρώσεις και εκλεπτύνσεις κυρίως ως προς τη μελωδική φραστική, από την Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων υπό την κάπως αδρομερή, συμφωνικής οπτικής διεύθυνση του Καλκάνη. Καλή ήταν η Χορωδία του Δήμου (διεύθυνση: Σταύρος Μπερής), από τις τάξεις της οποίας προερχόταν η υψίφωνος Μαρία Μαυρομμάτη που ερμήνευσε με μουσικότητα τα γνωστά τραγούδια, έστω κι αν το μεστό φωνητικό της ηχόχρωμα δεν ηχούσε όσο αιθέρια θα ανέμενε κανείς.