Ήμουν εκεί

Πιανιστικές συγκρί(ού)σεις κορυφής στο Μέγαρο: συγκλονιστικός Κίσσιν, ιδιοσυγκρασιακοί Μπουνιατισβίλι και Πογκορέλιτς

Από -

Με τρία εξαιρετικά ενδιαφέροντα ρεσιτάλ διάσημων πιανιστών στην κατάμεστη «Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης» εγκαινιάσθηκε στα τέλη του Σεπτέμβρη η νέα καλλιτεχνική περίοδος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, που σηματοδοτείται από τους εορτασμούς για τα 30 χρόνια λειτουργίας του.

Εβγκένι Κίσσιν, Χάτια Μπουνιατισβίλι και Ίβο Πογκορέλιτς, τρεις πραγματικοί «Piano Masters» (όπως διαφημίσθηκαν) ανατολικοευρωπαϊκής καταγωγής αλλά διαφορετικών γενεών, επιβεβαίωσαν το κύρος τους σε προγράμματα ωριαίας διάρκειας, τα οποία επέτρεψαν να αποτιμηθούν οι σημερινές τους οπτικές σε έργα που ανήκουν στον πυρήνα του ρεπερτορίου τους.

Ο Εβγκένι Κίσσιν υποκλίνεται στο κοινό της «Αίθουσας Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (24/9)  © Χάρης Ακριβιάδης
Ο Εβγκένι Κίσσιν υποκλίνεται στο κοινό της «Αίθουσας Χρ. Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (24/9) © Χάρης Ακριβιάδης

Πρώτος και …καλύτερος, ο Κίσσιν εντυπωσίασε στο εναρκτήριο ρεσιτάλ (24/9) του, τεκμήριο της αξιοζήλευτης ωριμότητας που έχει κατακτήσει το άλλοτε παιδί-θαύμα. Η βραδιά ξεκίνησε με τη γνωστή «Τοκκάτα και φούγκα σε ρε ελάσσονα BWV 565» του Γ.Σ. Μπαχ σε μεταγραφή του Καρλ Τάουζιγκ: η ορμή, η πολυφωνική διαφάνεια και η ακρίβεια του παιξίματος σε σύγχρονο πιάνο Steinway πρόδιδε μεγάλη αντίληψη του ύφους της μουσικής, χωρίς να αμελείται το πνευματικό της βάθος. Στο ίδιο μήκος κύματος, δηλ. με ένα περίτεχνο συνδυασμό απλότητας, αυστηρότητας και απόγνωσης (με τι ευφράδεια εκτυλίχθηκε η καταληκτική φούγκα!) αποδόθηκε η προτελευταία, 31η Σονάτα του Μπετόβεν. Σε αμφότερα τα κομμάτια η στέρεη τεχνική συμπορεύθηκε αγαστά με μοναδική εκφραστικότητα.

Εκεί όμως που ο 50χρονος Ρωσοεβραίος πιανίστας καθήλωσε κυριολεκτικά ήταν στις ερμηνείες του σε συνθέσεις του Σοπέν, που κάλυψαν το δεύτερο μισό του προγράμματος. Πόσο φωτεινές και ευέλικτες ήχησαν οι 4 Μαζούρκες, με πόσο μπρίο και ανεπίληπτη δεξιοτεχνία παίχθηκε το «Αντάντε σπιανάτο και η Μεγάλη λαμπερή Πολωνέζα»! Πέραν του πλούσιου, πλην γεμάτου αποχρώσεις ήχου και των γλαφυρών διαβαθμίσεων δυναμικής, ο Κίσσιν ξεδίπλωσε αβίαστα όλες τις αρετές που τον έχουν καταστήσει έναν από τους πιο περιζήτητους διεθνώς ερμηνευτές του Σοπέν: σπάνια μουσικότητα, λεγκάτο παίξιμο, αυθορμητισμός αφήγησης, λυρισμός, ευγενές και ανυπόκριτο συναίσθημα!

Ελάχιστες φορές ήσαν τόσο δικαιολογημένες οι standing ovations του πολυπληθούς ακροατηρίου! Σε αυτές αντιχάρισε κι άλλες δημιουργίες του Σοπέν (την 10η Σπουδή του έργου 25, ένα Βαλς) αλλά και ένα μαγικό Χορικό Πρελούδιο BWV 639 των Γ.Σ. Μπαχ/Μπουζόνι, επιτομή ευγένειας και στοχαστικότητας…

Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ της Χάτιας Μπουνιατισβίλι στο πλαίσιο του κύκλου «Piano Masters» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (26/9)  © Χάρης Ακριβιάδης
Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ της Χάτιας Μπουνιατισβίλι στο πλαίσιο του κύκλου «Piano Masters» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (26/9) © Χάρης Ακριβιάδης

Δύο μέρες αργότερα (26/9) εξίσου θερμής υποδοχής έτυχε η Γεωργιανή πιανίστα Χάτια Μπουνιατισβίλι, που έδωσε ένα ρεσιτάλ με δώδεκα, κατά βάση εξαιρετικά δημοφιλείς συνθέσεις από την προκλασική εποχή μέχρι τον ρομαντισμό.

Από την αρχή κατέστη σαφής η αναζήτηση του όμορφου ήχου μέσα από μυριάδες εκλεπτύνσεις, η εκπληκτική δεξιοτεχνική άνεση και ποιότητα αλλά άρθρωσης/φραστικής και οι συνεχείς διακυμάνσεις ταχυτήτων και δυναμικών, που πρόδιδαν, πάντως, μια κάποια διάθεση εκζήτησης στην αναζήτηση ενός προσωπικού στίγματος για τόσο πολυπαιγμένες δημιουργίες.

Η πλουσιότατη εκφραστική παλέτα πρόβαλε ιδανική για το ρομαντικό ρεπερτόριο. Στα πιο αργά κομμάτια, όπως η 1η Γυμνοπαιδία του Σατί, ο 3ο Εμπρομπτύ (Αυτοσχεδιασμός) του έργου 90 του Σούμπερτ, η μεταγραφή από τον Λιστ της «Σερενάτας» από το «Κύκνειο Άσμα» του Σούμπερτ ή ακόμη η 3η Παρηγοριά του Λιστ, το άφατης μελωδικότητας, τρυφερό παίξιμο ήταν έξοχο. Μια έντονη ρυθμική ανησυχία κυριάρχησε στα 4 κομμάτια του Σοπέν (το 4ο Πρελούδιο, το 3ο Σκέρτσο, την κοσμαγάπητη ‘Ηρωϊκή’ «Πολωνέζα» και την 4η Μαζούρκα), αλλοιώνοντας ενίοτε τις ισορροπίες της γραφής.

Τα εξεζητημένα τέμπι και η ρομαντική θεώρηση θόλωσαν την καθαρότητα δομής και τον απέριττο χαρακτήρα έργων του μπαρόκ, όπως η «Άρια στη σολ χορδή» από την 3η Ορχηστρική Σουίτα του Γ.Σ. Μπαχ και «Τα μυστηριώδη οδοφράγματα» του Φρανσουά Κουπρέν, ενώ αρκετά βίαιη και νευρική ήχησε η μεταγραφή από τον Λιστ του «Πρελούδιου και Φούγκας BWV 543» του Γ.Σ. Μπαχ. Αντιθέτως, καμία ένσταση για τη λαμπερή, υπερδεξιοτεχνική απόδοση της 2ης Ουγγρικής Ραψωδίας του Λιστ, που αποτέλεσε το αποκορύφωμα της βραδιάς.
Συνολικά, και ενώ ούτε το ετερόκλητο πρόγραμμα (που αναπαρήγαγε μέρος του πρόσφατου CD της Μπουνιατισβίλι με τίτλο «Λαβύρινθος») ούτε οι ερμηνείες στερούνταν γοητείας, έμενε κανείς με την εντύπωση μιας μάλλον ιδιοσυγκρασιακής, αν όχι επιτηδευμένης προσέγγισης, που διερρήγνυε συχνά τον ειρμό -και το ενδιαφέρον- της αφήγησης. Τα δύο ανκόρ, η αδόκητη «Ζαβαναίζ» του Γκαινσμπούρ και το ποιητικό «Αντάτζιο» των Αλεσσ. Μαρτσέλο/Γ.Σ. Μπαχ, δεν μετέβαλαν τις κάπως αμήχανες εντυπώσεις

banner
Ο Ίβο Πογκορέλιτς ερμηνεύει έργα Σοπέν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης», 30/9)  © Χάρης Ακριβιάδης
Ο Ίβο Πογκορέλιτς ερμηνεύει έργα Σοπέν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών («Αίθουσα Χρ. Λαμπράκης», 30/9) © Χάρης Ακριβιάδης

Ακόμη μεγαλύτερο, αν και εν πολλοίς αναμενόμενο, προβληματισμό προκάλεσε το ρεσιτάλ του Ίβο Πογκορέλιτς (30/9) αποκλειστικά με έργα Σοπέν, με το οποίο ολοκληρώθηκε ο κύκλος.

Η σχέση του Κροάτη πιανίστα με τον Πολωνό συνθέτη είναι σχέση ζωής, ήδη από το μακρινό 1980, όταν οι θυελλώδεις ερμηνείες του δίχασαν την κριτική επιτροπή του διεθνούς διαγωνισμού πιάνου «Σοπέν» της Βαρσοβίας. Έκτοτε, επανέρχεται σταθερά στο πιανιστικό του σύμπαν, ψάχνοντας πλέον, κατά δήλωσή του, να αναδείξει τη διανοητική διάσταση της μουσικής του, πέραν αυτής αισθηματικής ή/και ποιητικής. Η στόχευση αυτή κατέστη προφανής στις αναγνώσεις του κατά σειρά της 3η Σονάτας και της «Φαντασίας» (αμφότερες σε ελάσσονα τονικότητα), και της «Πολωνέζας-Φαντασίας» και της «Βαρκαρόλας», έργων σε μείζονα τονικότητα, όπως και το εκτός προγράμματος «Νανούρισμα».

Κάνοντας επίδειξη πολυτελούς ήχου, άριστης τεχνικής και υψηλής, ορθολογικά οργανωμένης εποπτείας του μουσικού συντακτικού, η εξαντλητικά αναλυτική ματιά του 63χρονου σολίστ και οι γενικά αργές ταχύτητες διερρήγνυαν συστηματικά τη συνοχή των έργων, εξοστρακίζοντας πρωτίστως το πηγαίο συναίσθημα και τη φυσικότητα ροής της γραφής, κάνοντάς την να ηχεί αυστηρή, εσωστρεφή, εγκεφαλική! Ουδείς φυσικά μπορεί να αμφισβητήσει την πρόθεση και την ερμηνευτική κατεύθυνση του Πογκορέλιτς, ιδίως όταν η μουσική του Σοπέν συνιστά μια πρό(σ)κληση αέναης αναζήτησης και εξερεύνησης κάθε ηχητικής δυνατότητας που μπορεί να προσφέρει το πιάνο, και συνεπακόλουθα ενός διαφοροποιημένου χειρισμού ταχυτήτων, δυναμικής, φραστικής. Εξίσου καθοριστικός, όμως, σε αυτήν παραμένει ο αυθορμητισμός της προσέγγισης, που, δυστυχώς, φαίνεται να χάθηκε για πάντα…