Ήμουν εκεί

Όταν ο ηλεκτρονικά ενισχυμένος ήχος αλλοιώνει επιδόσεις και εντυπώσεις (και) σε 2 καλοκαιρινές συναυλίες της ΚΟΑ

Από -

Η πιανίστα Αλεξία Μουζά και ο τρομπετίστας Γιάννης Καραμπέτσος ερμηνεύουν το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1» του Σοστακόβιτς, συνοδευόμενοι από την ΚΟΑ υπό τον Στέφανο Τσιαλή (Φεστιβάλ Αθηνών - Ηρώδειο, 8/8) © Θωμάς Δασκαλάκης
Η πιανίστα Αλεξία Μουζά και ο τρομπετίστας Γιάννης Καραμπέτσος ερμηνεύουν το «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1» του Σοστακόβιτς, συνοδευόμενοι από την ΚΟΑ υπό τον Στέφανο Τσιαλή (Φεστιβάλ Αθηνών - Ηρώδειο, 8/8) © Θωμάς Δασκαλάκης

Ούτε η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών γλύτωσε από τις παρενέργειες της ηλεκτρονικής ενίσχυσης του ήχου, η οποία σημάδεψε το σύνολο των εκδηλώσεων κλασικής μουσικής κατά τη σύντομη καλοκαιρινή σαιζόν.

Οι αυξημένες λόγω κορωνοϊού αποστάσεις μεταξύ των μουσικών μιας ορχήστρας ή το μικρότερο μέγεθος αυτής ή το είδος των οργάνων (π.χ. εποχής) θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία δικαιολογία, αλλά και πάλι είναι ανεπίτρεπτο ο ήχος που ακούει το κοινό να μην είναι αυτός, φυσικός των μουσικών οργάνων, αλλά ο τεχνητός των επικρεμάμενων τεράστιων ηχείων ή των μικροφώνων. Θέματα εγείρονται και από πλευράς ηχοληψίας: ποιος την επιμελείται, με τι κριτήρια, για λογαριασμό ποίου (του θεσμού ή του συνόλου;)…

Οι περισσότεροι των ακροατών στο Ηρώδειο το βράδυ της 8/8 μάλλον αδιαφόρησαν για τέτοιου είδους θέματα (κρισιμότατα, όμως, και επικίνδυνα στο πεδίο της κλασικής μουσικής), ίσως και λόγω της ταλαιπωρίας που προκάλεσαν η 45λεπτη και πλέον καθυστέρηση έναρξης κατόπιν της έντονης βροχόπτωσης εκείνης της ημέρας και η μακρά αναμονή στον …πεζόδρομο της Διον. Αρεοπαγίτου με οριακή τήρηση των υγειονομικών κανόνων!

Σε κάθε περίπτωση, η ΚΟΑ μάλλον αδικήθηκε σε ό,τι αφορά τις ερμηνείες της στα έργα Μπετόβεν, με τα οποία άνοιξε και έκλεισε ένα πρόγραμμα αφιερωμένο στα 250 χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη. Και τούτο γιατί τα μεγάφωνα διόγκωσαν υπερβολικά την παραδοσιακής/«ρομαντικής» θεώρησης εκτέλεση, για την οποία ίσως δεν προϊδέαζε η χρήση μόλις 40μελούς ορχηστρικού κλιμακίου. Πάντως, τα σβέλτα τέμπι, η πυρετώδης ένταση και η ορμή της διεύθυνσης του Στέφανου Τσιαλή ανταποκρίνονταν σαφώς στο μπετοβενικό ιδεώδες, έστω περισσότερο στην 7η Συμφωνία παρά στη μυστηριώδη Εισαγωγή στη μουσική για το αλληγορικό μπαλέτο «Τα Πλάσματα του Προμηθέα», όπου απαιτείτο πιο ισόρροπη ανάδειξη των περιγραφικών και αφηγηματικών στοιχείων της κλασικιστικής γραφής.

Από την ερμηνεία της 7ης Συμφωνίας -σύνθεσης με την οποία σύνολο και αρχιμουσικός είναι αρκετά εξοικειωμένοι- κρατά κανείς τη ροή της αφήγησης και κάποιες αξιόλογες σολιστικές παρεμβάσεις, ιδίως των ξύλινων πνευστών. Έλειψαν, όμως οι ανεπαίσθητες στίξεις-ανάσες και οι λεπτές διαφοροποιήσεις σε ταχύτητες/δυναμικές που θα τόνιζαν παραγράφους ή μεταπτώσεις φορτίσεων/διαθέσεων, και θα εξασφάλιζαν τελικά την τήρηση των λεπτών ισορροπιών μεταξύ του διονυσιακού και του απολλώνιου χαρακτήρα του έργου.

Ενδιάμεσα, έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή του 1ου Κο-ντσέρτου για πιάνο του Σοστακόβιτς, αντί κάποιου από τα πολλά μπετοβενικά κοντσέρτα. Μπορεί η μουσική του Σοβιετικού συνθέτη να επηρεάστηκε πολύ από τον «Τιτάνα της μουσικής», το συγκεκριμένο όμως έργο (που γράφτηκε για ορχήστρα εγχόρδων), παρά τα κατά τόπους μπετοβενικά «δάνεια», πειραματίζεται ελεύθερα με τις τότε ανερχόμενες τάσεις νεοκλασικισμού και ενός αιχμηρού, συχνά σκωπτικού μοντερνισμού.

Οι δύο σολίστ, η πιανίστα Αλεξία Μουζά και ο κορυφαίος τρομπετίστας της ΚΟΑ Γιάννης Καραμπέτσος, διέθεταν όλο το αναγκαίο (δεξιο)τεχνικό και εκφραστικό οπλοστάσιο: τον ωραίο/μεγάλο ήχο, την αβίαστη δεξιοτεχνία, τη νηφαλιότητα του συναισθήματος. Όμως, και πάλι, η υπερβολική ενίσχυση του ήχου ανέτρεψε πλήρως δεδομένα και ισορροπίες: διόγκωσε υπέρμετρα τον ήχο των εγχόρδων και της τρομπέτας σε βάρος του -ομοίως ενισχυμένου!- πιάνου ακόμη και στις χαμηλόφωνες ενότητες του εναρκτήριου allegretto, ενώ και οι γνωστές εξάρσεις και η ιλιγγιώδης ταχύτητα του παιξίματος της Μουζά εντυπωσίασαν μεν αλλά ενίοτε θόλωναν την απόδοση του μουσικού συντακτικού, όπως π.χ. στο καταληκτικό allegro con brio. Εύλογα, ο τόσο κρίσιμος εδώ διάλογος και συντονισμός μεταξύ σολίστ και ορχήστρας που θα ανεδείκνυε αφηγηματικά την περιπετειώδη, διαρκώς ειρωνική μουσική γραφή έμεινε ουσιαστικά σε επίπεδο προθέσεων…

Στιγμιότυπο από τη συναυλία που έδωσε κλιμάκιο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπό τον Στ. Τσιαλή στον Κήπο του Βυζαντινού Μουσείου (3/8) με την 4η Συμφωνία του Μάλερ (στη διασκευή του Κλάους Ζίμον για ορ-χήστρα δωματίου) © ΚΟΑ/Σοφία Καραβά
Στιγμιότυπο από τη συναυλία που έδωσε κλιμάκιο της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών υπό τον Στ. Τσιαλή στον Κήπο του Βυζαντινού Μουσείου (3/8) με την 4η Συμφωνία του Μάλερ (στη διασκευή του Κλάους Ζίμον για ορ-χήστρα δωματίου) © ΚΟΑ/Σοφία Καραβά

Σαφέστερα θετικότερο πρόσημο, βοηθούσης και της αρκετά φροντισμένης ηχητικής ενίσχυσης, είχε λίγες μέρες νωρίτερα (3/8), η συναυλία που έδωσε κλιμάκιο της Κρατικής Ορχήστρας υπό τον Στέφανο Τσιαλή στον κήπο του Βυζαντινού Μουσείου, στο πλαίσιο του προγράμματος «Όλη η Ελλάδα, ένας πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού. Η ΚΟΑ υπήρξε πολύ ενεργή όλο το καλοκαίρι, με πολυάριθμες δράσεις εντός και εκτός Αττικής.

13 μουσικοί της ερμήνευσαν εν προκειμένω την 4η Συμφωνία του Μάλερ στην εκδοχή για ορχήστρα δωματίου του Γερμανού Κλάους Ζίμον (κάτι που, παραδόξως, απο-σιωπήθηκε στο πρόγραμμα!). Η μεταγραφή (2007) της πιο λυρικής από τις παρτιτούρες του Μάλερ υπήρξε άκρως επιτυχημένη: συμπτύσσοντας τη μαλερική γραφή, η ενορχηστρωτική προσπάθεια σεβάσθηκε απόλυτα τα μουσικά, αισθητικά και εκφραστικά χαρακτηριστικά της, ενώ τα επιλεγέντα όργανα (κουιντέτο εγχόρδων, φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο, φαγκότο, κόρνο, κρουστά, πιάνο και αρμόνιο) απέδωσαν με διαφάνεια και πιστότητα τον ποιητικό κόσμο του έργου.

Εξίσου πολύτιμη απέβη η επαρκής τριβή της ΚΟΑ στο συμφωνικό σύμπαν του Μάλερ κατά την εξαετή θητεία του Τσιαλή, που φθάνει οσονούπω στο τέλος της: υπενθυμίζουμε ότι προσφέρθηκε πλήρης κύκλος των συμφωνιών του, πλην της μνημειώδους 8ης, η προγραμματισμένη εκτέλεση της οποίας έπεσε «θύμα» του κορωνοϊού.

Βέβαια, η ενίσχυση του ήχου των μουσικών -λόγω του α-νοιχτού χώρου και της γειτνίασής του με την πολύβουη Λεω-φόρο Βασ. Σοφίας- εξέθετε ενίοτε τις σολιστικές συνεισφορές, ιδίως των εγχόρδων, ή πρόδιδε την έλλειψη μεγαλύτερου αριθ-μού δοκιμών, χωρίς, πάντως, τούτο να επηρεάσει το άρτιο επί-πεδο της προσφερθείσας ερμηνείας.

Τα χαλαρά τέμπι, η ρευστότητα της συμφωνικής αφήγησης και η επιτυχημένη προβολή εκφραστικά καίριων λεπτομερειών συνέβαλαν καθοριστικά στη γλαφυρή απόδοση των συναισθημάτων και κλιμάτων των τεσσάρων μερών: της χαράς και του φωτός που προσδίδει η «επουράνια» ζωή στο πρώτο μέρος, τη λεπτή ειρωνεία του δεύτερου, τη γαλήνη του τρίτου, την ανεπιτήδευτη απλότητα του «τραγουδιού ενός μικρού αγγέλου» του καταληκτικού μέρους, όπως και τα εμβόλιμα δραματικά/πένθιμα ξέφωτά τους.

Οι μουσικοί της ΚΟΑ ανταπεξήλθαν άρτια στις ουκ ολίγες σολιστικές προκλήσεις της ενορχήστρωσης: ξεχώρισαν για τις συνεισφορές τους οι Χρυσή Πιλαφτσή (φλάουτο) και Δημή-τρης Βάμβας (όμποε), η ρυθμικά ανεπίληπτη Αθηνά Καψετάκη στα κρουστά, ενώ καλά απέδωσαν τα δραματουργικά καίρια σόλι τους ο εξάρχων Γιώργος Μάνδυλας (στο «χορό του θανάτου» στο σκέρτσο) και ο τσελίστας Ισίδωρος Σιδέρης (στη νοσταλγική μελωδία του πρώτου θέματος του αργού τρίτου μέρους).

Θαυμάσια, τέλος, υπήρξε η συμβολή της υψιφώνου Μυρσίνης Μαργαρίτη στο τραγούδι «Επουράνια ζωή» του φινάλε (τμήμα της συλλογής γερμανικής λαϊκής ποίησης «Το μαγικό κόρνο του παιδιού» των Άρνιμ και Μπρεντάνο, που τόσο ενέπνευσε τον Βοημό συνθέτη). Το φωτεινό, ευχάριστα μεταλλικό τίμπρο και η κρυστάλλινη εκφορά του αδόμενου λόγου οριοθέτησαν μιαν αέρινη ερμηνεία, απόλυτα ταιριαστή με τον κόσμο της «παιδικής» αθωότητας, που αποτελεί το γενεσιουργό πυ-ρήνα του έργου. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, η συγκεκριμένη συναυλία ήταν σίγουρα η καλύτερη του φετινού, παράξενου μουσικού θέρους…