Ήμουν Εκεί

Όταν ένα νηφάλιο βιολοντσέλο κλέβει τις εντυπώσεις από δύο εξωστρεφή βιολιά

Από -

Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ του βιολοντσελίστα Κωνσταντή Σφέτσα και της πιανίστριας Νέλλης Σεμιτέκολο στην «Αίθουσα Δημ. Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (14/11/2018) στο πλαίσιο του «Κύκλου Σνίτκε» © Χάρης Ακριβιάδης

Η μουσική δωματίου επανέκαμψε δυναμικά στο Μέγαρο Μουσικής κατά την τρέχουσα καλλιτεχνική περίοδο μ’έναν κύκλο βιολιού και έναν κύκλο αφιερωμένο στον Άλφρεντ Σνίτκε, με αφορμή την 20ή επέτειο από το θάνατό του. Παραδόξως, στα τρία άκρως ενδιαφέροντα ρεσιτάλ στην «Αίθουσα Δημ. Μητρόπουλος» τις εντυπώσεις από δύο εξωστρεφή, απαστράπτοντα βιολιά έκλεψε ένα νηφάλιο βιολοντσέλο!

Παρότι η εμφάνιση του τσελίστα Κωνσταντή Σφέτσα και της τακτικής παρτεναίρ του, πιανίστριας Νέλλης Σεμιτέκολο έλαβε χώρα (14/11/2018) στο πλαίσιο του «Κύκλου Σνίτκε», το πρόγραμμα δεν περιελάμβανε μόνο κομμάτια του Γερμανοεβραϊκής καταγωγής Σοβιετικού συνθέτη, εκτεινόμενο και σε άλλες ζώνες του ρεπερτορίου για βιολοντσέλο του 20ού αιώνα.

Τη βραδιά άνοιξε η μοναδική «Σονάτα για βιολοντσέλο και πιάνο» του Προκόφιεφ σε μία ερμηνεία ακριβή, υφολογικά εύστοχη, γεμάτη ενέργεια, που ανέδειξε την άλλοτε μελωδική άλλοτε επική άλλοτε στοχαστική διάθεση ενός έργου που συγκεράζει «ρομαντικό» λυρισμό και μπετοβενική μορφολογική αυστηρότητα. Από τις πρώτες νότες εντυπωσίασε το δέσιμο των δύο μουσικών, ο άρτιος συντονισμός, η ποιότητα της αισθητικής και ηχητικής σύμπλευσης.

Η «Σουίτα για σόλο τσέλο αρ. 1» του Μπρίττεν, που ακούσθηκε στο ξεκίνημα του δεύτερου μέρους του προγράμματος, ξεχωρίζει για την προσπάθεια του Βρετανού συνθέτη να διερευνήσει τις τεχνικές δυνατότητες του οργάνου. Ο Σφέτσας ανταποκρίθηκε με άνεση στην πρόκληση αυτή, ενώ υπογράμμισε με μέτρο και νηφαλιότητα τον διάχυτο πεσσιμισμό της ενίοτε φλύαρης παρτιτούρας.

Οι συνθέσεις για τσέλο και πιάνο του Σνίτκε παίχθηκαν στο δεύτερο μισό κάθε μέρους. Η πιο πρόσφατη «Musica nostalgica» αποτέλεσε ένα συντομότατο δείγμα μιας ιδιότυπης, πνευματώδους γραφής που συνδυάζει περίτεχνα -χωρίς να καταφεύγει σε «κολλάζ»- μουσικά ψήγματα διαφορετικών εποχών (μπαρόκ, κλασικισμού, ρομαντισμού). Μεγαλύτερων τεχνικών και εκφραστικών αξιώσεων, η παλαιότερη μελαγχολική 1η Σονάτα φώτισε τόσο την πολυεπίπεδη, συχνά αντισυμβατική (ρυθμικά και μελωδικά) γραφή όσο και την ιδιαίτερη ψυχολογική της φόρτιση, που παραπέμπει, με διαφορετικούς όρους, στη μουσική δραματουργία συνθετών, όπως οι Μάλερ και Σοστακόβιτς.

Διαθέτοντας μια πλούσια εκφραστική παλέτα (από πλευράς δεξιοτεχνικής επάρκειας, ρευστότητας φραστικής, σβέλτων αντανακλαστικών, ευαισθησίας και αντίληψης), Σφέτσας και Σεμιτέκολο βρέθηκαν και πάλι σε αγαστή συνοδοιπορία, που απέφυγε συναισθηματικούς και άλλους υπερθεματισμούς και δικαίωσε αβίαστα τις χαρακτηριστικές στη μουσική του συγκεκριμένου συνθέτη μεταπτώσεις διαθέσεων.

Ο Ρωσοαυστριακός βιολιστής Γιούρι Ρέβιτς και η ελληνίδα πιανίστα Ευγενία Παπαδήμα κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ τους στην «Αίθουσα Δημ. Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (5/11/2018) © Χάρης Ακριβιάδης

Η ανισορροπία μεταξύ των παρτεναίρ στοίχισε, δυστυχώς, στο ρεσιτάλ που έδωσαν λίγες μέρες νωρίτερα (5/11/2018) ο βιολιστής Γιούρι Ρέβιτς και η πιανίστα Ευγενία Παπαδήμα στο πλαίσιο του κύκλου «Βιολί» του Μεγάρου. Ο 27χρονος Ρέβιτς αποτελεί ένα από τα σπάνια ταλέντα της γενιάς του και η αθηναϊκή εμφάνιση έδωσε την ευκαιρία να εκτιμηθεί δεόντως ο χυμώδης ήχος, η ανεπίληπτη ορθοτονία και οι πρωτοφανείς (δεξιο)τεχνικές του ευκολίες.

Το θαυμάσιο πρόγραμμα περιελάμβανε έργα διαφορετικών εποχών, από το μπαρόκ και τον κλασικισμό μέχρι τον ύστερο ρομαντισμό. Το μπαρόκ εκπροσωπήθηκε με την αποδιδόμενη στον Περγκολέζι, αλλά αμφισβητούμενης γνησιότητας «Σονάτα για βιολί και πληκτροφόρο αρ. 12» (πιθανότατα διασκευή της τελευταίας από τις 12 Τρίο Σονάτες για 2 βιολιά και σταθερό βάσιµο του Γκάλλο) και την περίφημη Σονάτα «Η τρίλια του διαβόλου» του Ταρτίνι. Παρά τα γρήγορα τέμπι, οι ακριβείς, μουσικότατες, γεμάτες ένταση ερμηνείες του βιολιστή ήχησαν συχνά συναρπαστικές (ιδίως στον Ταρτίνι) αλλά ο περίσσιος βιρτουοζίστικος οίστρος παρέπεμπε σε μία ρομαντική αισθητική, στον αντίποδα της οποίας βρισκόταν η διστακτική πιανίστα. Τα πρώτα προβλήματα συμπόρευσης των δύο μουσικών έγιναν εμφανώς ορατά, όπως και η ατελής ώσμωση του ήχου του πολύτιμου βιολιού Στραντιβάριους (1709) με αυτόν του σύγχρονου πιάνου «Steinway».

Η συνοδοιπορία υπήρξε αρτιότερη στην κλασική «Σονάτα για βιολί και πιάνο αρ. 2, έργο 12/2» του Μπετόβεν, νεανική σύνθεση που ωφελήθηκε από τη μεγαλύτερη απλότητα της προσέγγισης, την κομψότητα του παιξίματος και την αποφυγή γωνιώδους διάπλασης της φραστικής από πλευράς βιολιού.

Το εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον Μπραμς δεύτερο μέρος της βραδιάς άνοιξε με τα «3 Ιντερμέδια για σόλο πιάνο, έργο 117», κομμάτια εσωστρεφών διαθέσεων, που απέδωσε με τρυφερότητα και αρκετές εκφραστικές αποχρώσεις η Παπαδήμα, επιδεικνύοντας ξεκάθαρα σολιστικές αρετές.

Αντιθέτως, η μέτρια ερμηνεία της «Σονάτας για βιολί και πιάνο αρ. 3» του μεγάλου γερμανού ρομαντικού συνθέτη σκιάσθηκε εκ νέου από την έλλειψη διαλόγου και ερμηνευτικής σύγκλισης. Ο Ρωσοαυστριακός βιολιστής επέμενε στην κάπως ναρκισσιστική επίδειξη της δεξιοτεχνικής του άνεσης, που αναδείκνυε, πάντως, μόνο την τεχνική πληρότητα της γραφής του Μπραμς, αλλά όχι και τον συναισθηματικό πλούτο και τις φωτοσκιάσεις της. Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος, η πιανίστα περιοριζόταν -ανεπιτυχώς- στην προσπάθεια να (παρ)ακολουθεί και συντονισθεί με τις υψηλές ταχύτητες και το ρυθμικό παλμό του παιξίματος του Ρέβιτς, με αποτέλεσμα η όλη ερμηνεία να ηχεί διαρκώς χωρίς συνοχή και ειρμό.

Η καταφανώς ανεπαρκής εξοικείωση αμφοτέρων με βασικά προαπαιτούμενα της μουσικής δωματίου άφηνε διαρκώς έντονες υπόνοιες για τον ευκαιριακό χαρακτήρα της συγκεκριμένης συναυλιακής σύμπραξης...

Η Ιταλοαμερικανίδα βιολίστρια Φραντσέσκα Ντέγκο ερμηνεύει την «Σονάτα αρ. 2, σε λα ελάσσονα» για σόλο βιολί του Υζαΰ, στο πλαίσιο ρεσιτάλ στην «Αίθουσα Δημ. Μητρόπουλος» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (8/10/2018) © Χάρης Ακριβιάδης

Ο αφιερωμένος στο βιολί κύκλος του Μεγάρου είχε ανοίξει στις 8/10/2018 με ένα εξίσου ενδιαφέρον ρεσιτάλ της Ιταλοαμερικανίδας Φραντσέσκας Ντέγκο. Η ανερχόμενη 29χρονη σολίστ δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό τον υπότιτλο του κύκλου («Η νέα γενιά της βιολιστικής δεξιοτεχνίας») με τις αδιαμφισβήτητες (δεξιο)τεχνικές αρετές της, οι οποίες, πάντως, δεν ήσαν αρκετές ν’αναδείξουν την ομορφιά του πρώτου έργου του προγράμματος, της 2ης από τις 6 Σονάτες για σόλο βιολί του Υζαΰ.

Και τούτο διότι οι τεχνικές δυσκολίες της αφιερωμένης στον μεγάλο βιολιστή Ζακ Τιμπώ σύνθεσης είναι -σχετικά- λιγότερες από τις εκφραστικές. Παρότι η Ντέγκο ανταποκρίθηκε με επαρκώς πτητικό ήχο και άνεση στις σαφείς ενδείξεις της παρτιτούρας, δεν κατάφερε ν’αξιοποιήσει εκείνες τις εκφραστικές εκλεπτύνσεις (σε χρωματισμούς, διακυμάνσεις ταχυτήτων και δυναμικών) που θα ανεδείκνυαν εναργέστερα τη διαφοροποίηση των τεσσάρων μερών με τις διάχυτες αναφορές στο έργο του Γ.Σ. Μπαχ, που ηχούν πάντως απίστευτα μοντέρνα. Η μια κάποια «σκληρότητα» του παιξίματός της και η απουσία γλυκασμών επέτειναν, ίσως, τον σχετικά μεταλλικό ήχο του βιολιού της «Ρουτζέρι» του 1697.

Ακολούθησε το 10λεπτο κομμάτι «Στον Παγκανίνι» του Σνίτκε, άλλο ένα δείγμα της μεταμοντέρνας πολυστυλιστικής γραφής του, που απομονώνει από τα συμφραζόμενά τους υφολογικά στοιχεία μουσικής παλαιοτέρων εποχών, τα «ουδετεροποιεί» και τα επαναχρησιμοποιεί ως «αποχαρακτηρισμένο» μουσικό υλικό. Εν προκειμένω, η σολίστ φώτισε αβίαστα τον τρόπο αξιοποίησης από τον Σοβιετικό συνθέτη εκτελεστικών τεχνικών και μουσικών παραθεμάτων από τα «Καπρίτσια» του Παγκανίνι: τους πειραματισμούς με μικροδιαστήματα πάνω από κρατημένους φθόγγους και τρίλιες, την δεξιοτεχνική πύκνωση της ρυθμικής κίνησης, τις ηχητικές ακροβασίες από την χαμηλότερη στην υψηλότερη περιοχή μέχρι το καταληκτικό σβήσιμο...

Απόλυτα λογικά, το υπόλοιπο της βραδιάς αφιερώθηκε στον ίδιο τον Παγκανίνι και το δεύτερο μισό (τα υπ’αρ. 13-24) από τα «24 Καπρίτσια για σόλο βιολί», την επιτομή της βιολιστικής βιρτουοζιτέ! Ορθοτονικά άψογος ήχος, σκανδαλιστική ευκολία απόδοσης του ιλιγγιώδους τεχνικού αποθέματος του σπουδαίου Ιταλού συνθέτη (από περίτεχνες συγχορδίες και αρπίσματα, μέχρι τρίλιες και χρωματικά περάσματα, ταχύτατες αλλαγές θέσεων, παίξιμο στην πολύ υψηλή ηχητική περιοχή του οργάνου, εναλλαγή pizzicati και φθόγγων παιγμένων με το δοξάρι) και ένα άκρως ευέλικτο αριστερό χέρι υπηρέτησαν άριστα την εξαιρετικά απαιτητική γραφή. Έλειψαν, όμως, από το παίξιμο της Ντέγκο συχνά μια πιο μελωδική φραστική, μια μεγαλύτερη θέρμη, ένας πληθωρικότερος λυρισμός, το χαμόγελο ή ακόμη το χιούμορ που προσδίδουν σε αυτήν τη μουσική την εξίσου αναγκαία εκφραστικότητα...