Συνέντευξη

«Όπερα ποδοσφαίρου»: Ο Λευτέρης Βενιάδης βάζει γκολ στις συμβάσεις του μουσικού θεάτρου

Από -

Ενώ ο πυρετός για το Euro κορυφώνεται, με λίγα ματς να μένουν για να αναδειχθεί ο μεγάλος νικητής, μια μπάλα ποδοσφαίρου εκτοξεύεται στη σέντρα του χώρου Δ’, στην Πειραιώς 260, για να σημάνει την έναρξη ενός οπερατικού ποδοσφαιρικού αγώνα. Ο λόγος για την πρωτότυπη μουσική παράσταση του συνθέτη Λευτέρη Βενιάδη, «Όπερα ποδοσφαίρου» που παντρεύει δίχτυα με κοστούμια και συνθήματα με άριες, για να φτιάξει μία νέου τύπου κερκίδα, γεμάτη με φιλόμουσους αντί φιλάθλους… Αν και, γιατί να μην μπορεί κάποιος να είναι και τα δύο;

Λίγο πριν την πρεμιέρα (5 και 6 Ιουλίου στις 9μ.μ.) μιλήσαμε με τον δικαίως ενθουσιώδη δημιουργό, ο οποίος, μία πάσα τη φορά, μας εξήγησε πως προέκυψε αυτή η ιδιόμορφη σύνθεση, πόσο κοντά βρίσκεται το σπορ με το μουσικό θέατρο και τι θα μας παρουσιάσει, από τη θέση του sportscaster πλέον, στη σκηνή της Πειραιώς.

Τι είναι ακριβώς μία όπερα ποδοσφαίρου; Έχει ξαναπαρουσιαστεί κάτι σχετικό;
Νομίζω δεν έχω ξανακούσει κάτι αντίστοιχο! Έχει να κάνει πιο πολύ με τον τρόπο που μεγάλωσα και τα βιώματα μου. Μικρός, έπαιζα πάρα πολύ μπάλα, ενώ παράλληλα έκανα μαθήματα μουσικής με τη μητέρα μου, οπότε αυτοί ήταν οι δύο κόσμοι που λειτουργούσαν μέσα μου. Τότε δεν μπορούσα ούτε να φανταστώ ότι θα έφτανα σε ένα τέτοιο concept σήμερα, αλλά δεν παύει να ήταν ένα σημείο αναφοράς. Άλλωστε, μία περίοδος, όπως η παιδική και η εφηβική ηλικία, σφραγίζουν τη δημιουργία που προκύπτει αργότερα. Τώρα ήρθε η ώρα να συνδυαστούν αυτοί οι δύο κόσμοι, που φαινομενικά είναι πολύ διαφορετικοί.

Φαντάζομαι και στο κομμάτι της άσκησης, τόσο στη μουσική όσο και στην άθληση, πρέπει να υπάρχουν κοινά σημεία, από άποψη χρόνου, ενέργειας, ακόμα και φυσικής κατάστασης.
Βέβαια, και κυρίως όσον αφορά τη συγκέντρωση και το να πετύχεις κάτι. Υπήρχαν φάσεις στη ζωή μου που έβλεπα κάποιες ομοιότητες στα δύο αυτά, φαινομενικά διαφορετικά, πεδία: ο κόσμος, το σόου, η προετοιμασία, η ομάδα και όσοι την οδηγούν. Υπάρχει κάτι παράλληλο που τα συνδέει.

banner

Παρότι για πολλά παιδιά η ενασχόληση με τη μουσική μπορεί να αποκλείει τον αθλητισμό και αντίστροφα, εσύ δεν βίωσες τέτοια σύγκρουση.
Ήταν δύο παράλληλοι κόσμοι. Κάποια στιγμή, γύρω στο 2003, βρέθηκα στο στάδιο Οινουσσών, το οποίο λειτουργούσε ως θέατρο αλλά και ως γήπεδο. Είχε μια πολύ μεγάλη ιδιαιτερότητα αυτός ο χώρος: το ένα πέταλο του γηπέδου ποδοσφαίρου είναι μια ανοιχτή συναυλιακή/θεατρική σκηνή. Εκεί έφαγα φλασιά και φαντάστηκα για πρώτη φορά ένα θέαμα που να βασίζεται στον αθλητισμό αλλά να έχει βάση και στη μουσική. Αυτή ήταν η πρώτη ιδέα, που σιγά σιγά καλλιεργούνταν μέσα μου, και τελικά η παράσταση θα ολοκληρώσει τον κύκλο της σε αυτόν ακριβώς τον χώρο. Πέρα από το ότι συνεργαζόμαστε με το Μουσικό Φεστιβάλ Χίου και τον Δήμο Οινουσσών, ένιωσα ότι το χρωστάω στην ιδέα.

Μπορείς να μας εξηγήσεις στο περίπου τι θα δούμε στην Πειραιώς; Θα έχουμε δύο αντίπαλες ομάδες;
Το εγχείρημα στο μυαλό μου είχε περάσει από πολλές και διαφορετικές μορφές. Από το εντελώς ουτοπικό, να υπάρχουν πολλές χορωδίες και ορχήστρες στο γήπεδο, μέχρι αυτό που είναι και το πιο εφικτό: να υπάρχει ένας περιορισμός στους «παίκτες» ώστε να μπορέσει να πραγματοποιηθεί. Ουσιαστικά, θα δούμε μια μικρογραφία ενός ποδοσφαιρικού αγώνα σε 3x3. Το παιχνίδι έχει πολιτική διάσταση και διαγωνίζονται η πάνω και η κάτω ομάδα. Η πιο ισχυρή, δηλαδή, και η πιο αδύναμη, μία ιδέα που προέρχεται από την παιδική μας ηλικία, όταν παίζαμε η πάνω με την κάτω γειτονιά. Στο έργο, έχουμε δυο παράλληλους κόσμους, από τους οποίους ο ένας είναι η ανάμνηση ενός απλού παιχνιδιού, όπως το ζήσαμε όλοι μας μικροί: ήταν για μας ο αγώνας των αγώνων, κάθε μέρα ήταν ο μεγάλος τελικός. Έπειτα, βλέπουμε τι κάνουμε σήμερα με αυτήν την ανάμνηση. Δεν προσποιούμαστε τα παιδιά που κλωτσούν μια μπάλα, αλλά θυμόμαστε τη χαρά με την οποία παίζαμε τότε.

Με μεγάλες παρενθέσεις και μέσω του λιμπρέτου της αυστριακής συγγραφέα Gerhild Steinbuch, το οποίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τη Μαρία Μαντή, σχολιάζουμε τι συμβαίνει σήμερα στον κόσμο. Η Gerhild είναι πολιτικά ευαισθητοποιημένη και το φέρνει αυτό και στα έργα της. Για παράδειγμα, έχουμε τη σκηνή του «τείχους» που μιλάμε για τα σύνορα των κρατών, την άρια του χαμένου πέναλτι που μετατρέπεται στην άρια της χαμένης ευκαιρίας της ζωής μου, την άρια του επιθετικού, ο οποία βγαίνει διαρκώς offside και θέλει να είναι κάποιος άλλος από αυτός που είναι. Κάποια στιγμή, ο Μικές Γλύκας, που είναι και καλός μπαλαδόρος, παίρνει την μπάλα και τους τριπλάρει όλους, επιτρέποντας μας να μιλήσουμε για τον ανθρώπινο εγωισμό που σε κάνει να μη θες να δώσεις καμία πάσα.

Το ποδόσφαιρο έχει έναν πολύ ισχυρό πολιτικό χαρακτήρα, υπάρχει όμως και αυτή η διαφωνία για το αν είναι το «όπιο των λαών» ή αν φέρνει ισότητα στις κοινωνικές τάξεις. Προς τα πού κοιτάζει το έργο;
Εμείς προσπαθούμε να δώσουμε μια νότα αλληλεγγύης, τηρώντας όμως δραματουργικά τον αγώνα, την αρχική, παράδοξη ιδέα που εξυπηρετεί το χιούμορ. Μέσα στο ενενηντάλεπτο/παράταση/πέναλντι που έχει κάθε μεγάλος τελικός, έχουμε βάλει πολλά επίπεδα, από τα οποία ένα βασικό είναι η δραματουργία που λέει πως πρέπει να αλλάξουμε προς το καλύτερο, να είμαστε πιο αλληλέγγυοι, να κοιτάξουμε προς τα εμπρός. Υπάρχει νεανική χορωδία που αναπαριστά τους φιλάθλους στο έργο, αλλά έχει λίγο τη λειτουργία ενός «χορού» αρχαίας τραγωδίας, που σχολιάζει, προτείνει, καταδικάζει, και επικροτεί, χωρίς να κουνάει το δάχτυλο αλλά με μια πιο ουδέτερη λειτουργία.

«Μέχρι δυο βδομάδες πριν την πρεμιέρα, μπορεί να αποφασίζαμε να κόψουμε μια σκηνή, να γράψω εγώ το βράδυ κάτι γρήγορο και να το προσθέσουμε. Είναι μια ζωντανή διαδικασία που το κάνει πολύ ζεστό και πολύ προσωπικό».

Σχετικά με την αλληλεγγύη που ανέφερες νωρίτερα, μου ήρθε στο μυαλό η πολύ συγκινητική σκηνή με την ομάδα της Δανίας στο Euro, όταν προστάτευσαν τον πεσμένο συμπαίκτη τους από τις αδιάκριτες κάμερες. Η τέχνη αντλεί από τη ζωή και αντίστροφα;
Έχουμε κι εμείς μια σκηνή τείχους στην παράσταση, στην οποία κατεβαίνει όλη η χορωδία και φτιάχνει ένα τεράστιο τείχος, οπότε πάθαμε σοκ όταν το είδαμε. Υπάρχει επίσης η άρια των fake news, που δείχνει τη δύναμη αυτού που προσποιείται, πέφτει κάτω και παίρνει φάουλ για να κερδίσει. Εντελώς συμπτωματικά, η σοπράνο που ερμηνεύει αυτόν τον ρόλο λέγεται Καραγκούνη! (γέλια) Επίσης, στο cast συμμετέχει η Ειρήνη Δανδουλάκου, κόρη του παλαίμαχου παίκτη του Ολυμπιακού και τερματοφύλακα, ο οποίος μάλιστα εμφανίζεται με βίντεο στην παράσταση, εξηγώντας κάποια μυστικά και ενθαρρύνοντας την ψυχολογία των ποδοσφαιριστών και όχι μόνο. Την διεύθυνση, την έχει αναλάβει η Φαίδρα Γιαννέλου. Σημαντικό στην επιλογή μας, πέρα από το ότι είναι καταπληκτική μαέστρος, ήταν ότι είναι και γυναίκα, παίρνοντας μία σημαντική θέση σε ένα ανδροκρατούμενο άθλημα.

Υποθέτω και το σκηνικό θα ακολουθεί τη γηπεδική λογική.
Θα είναι ένα σκηνικό γηπέδου που θα βασίζεται και στην ανάμνηση. Υπάρχει το μοτίβο του «replay», που ξαναβλέπεις τη φάση σε ένα τραγούδι με στίχο «Θυμήσου πώς το έκανες αυτό». Τα σκηνικά έχει δημιουργήσει ο Thomas Goerge, συνεργάτης της Γερμανο-ελληνίδας σκηνοθέτιδας Sofia Simitzis. Και οι δύο έχουν μεγάλη εμπειρία με το σύγχρονο μουσικό θέατρο. Να πούμε εδώ, ότι, ναι μεν ονομάζεται όπερα, αλλά είναι ένα σύγχρονο μουσικό θέατρο, μην περιμένετε να δείτε τη λογική και τη δομή του Βέρντι!

Θεωρείς ότι σαν είδος το μουσικό θέατρο έχει αρχίσει να αναβιώνει στο ενδιαφέρον του κοινό;
Για μένα το μουσικό θέατρο είναι το μέλλον! Δεν ξέρω αν είναι τελείως προσωπική άποψη, αλλά στη σύγχρονη εκδοχή του έχεις όλη την άνεση να δημιουργήσεις. Πάρα πολλοί σύγχρονοι συνθέτες χρησιμοποιούν ένα σκελετό κάποιου άλλου είδους, σπάνε όλες τις δομές και τις φτιάχνουν από την αρχή, βρίσκουν νέους δρόμους. Όλα αυτά σε κάνουν να ψάχνεις στις άλλες τέχνες και ιδέες, από τα μαθηματικά και την αρχιτεκτονική ως τη λογοτεχνία, ώστε να βρεις άλλες δομές για να φτιάξεις ένα έργο. Βέβαια, αυτό το κάνει και πολύ δύσκολο, γιατί είναι όλα καινούργια. Εδώ και τουλάχιστον έναν χρόνο που δουλεύουμε το έργο, δεν ακολουθούμε την κλασική δομή όπου προηγείται το λιμπρέτο, το κείμενο και μετά πάμε στη μουσική και το στήσιμο. Εδώ γίνονται όλα παράλληλα και όλα αλληλοσυνδέονται. Μέχρι δυο βδομάδες πριν την πρεμιέρα, μπορεί να αποφασίζαμε να κόψουμε μια σκηνή, να γράψω εγώ το βράδυ κάτι γρήγορο και να το προσθέσουμε. Είναι μια ζωντανή διαδικασία που το κάνει πολύ ζεστό και πολύ προσωπικό.

Δώσε μας και μία πρώτη γεύση από όσα θα δούμε φέτος στο Μουσικό Φεστιβάλ Χίου, το οποίο συνδιοργανώνεις με την βιολονίστρια Όλγα Χόλντορφ-Μυριαγκού.
Το Μουσικό Φεστιβάλ Χίου θα πραγματοποιηθεί από 1η έως 13 Αυγούστου, γιορτάζοντας τα πέντε χρόνια διαρκούς λειτουργίας. Θα γίνει και ένα δεύτερο δεκαήμερο τον Οκτώβριο, γιατί στη Χίο θέλουμε πάντα να κάνουμε και χειμερινές δράσεις. Εφόσον το πρόγραμμα του Φεβρουαρίου ακυρώθηκε λόγω του Covid, αποφασίσαμε να το μεταφέρουμε για το φθινόπωρο. Στη Χίο, έχουμε καταφέρει να κάνουμε αυτό που ονειρευόμασταν παλιότερα: να υπάρχει ανταλλαγή από φιλοξενούμενους και ντόπιους, με βάση την παράδοση του τόπου και την ελληνικότητα και σε συνδυασμό με τις άλλες τέχνες και τα τοπία του νησιού, και να εξελισσόμαστε διαρκώς.

Βλέπω και από τον κόσμο του νησιού ότι το είχε ανάγκη και το αγκάλιασε.
Όταν πρωτοείχα την ιδέα να κάνω κάτι στη Χίο, κάποιοι μεγαλύτεροι μου έλεγαν «τι πας να κάνεις, κάτσε εκεί που είσαι, έλα εδώ για διακοπές». Υπήρχε αυτός ο ωχαδερφισμός, ήμουν σίγουρος όμως ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και όντως αποδείχτηκε ότι είχα δίκιο. Ο κόσμος έρχεται σε κάτι ωραίο, θα πληρώσει το εισιτήριό του ή θα κλείσει τη θέση του. Και πέρσι και τις προηγούμενες χρονιές ήμασταν συνέχεια γεμάτοι και ο κόσμος ευχαριστήθηκε τις παραστάσεις σε όλα τα διαφορετικά μέρη.