Ήμουν Εκεί

Οι Cure κέρδισαν τη θέση στο πάνθεον των συναυλιακών αναμνήσεων με την αξία τους

Από -

«Νομίζω θα βάλω τα κλάματα. Δεν το ζω αυτό σήμερα». Αυτές είναι οι πρώτες (και μοναδικές σε όλο το live) λέξεις που τόλμησα να ξεστομίσω μόλις ο Robert Smith, με την ξασμένη κουπ, το λευκό μέικαπ και το έντονο κραγιόν ξεχύθηκε στη σκηνή του Ejekt Festival, μαζί με τους υπόλοιπους Cure και υπό τους ήχους του «Plainsong». Για να φτάσουμε όμως εκεί, προηγήθηκε μία αναμονή δέκα μηνών από την ανακοίνωση της συναυλίας και έξι περίπου ωρών από την έναρξη του φεστιβάλ με την αγωνία να κορυφώνεται, με υπόκρουση ενός συνεχούς drumroll.

Οι ντόπιοι Steams ήταν εκείνοι που κλήθηκαν να ευχηθούν πρώτοι για τα δεκαπεντάχρονα του Ejekt, σε ένα ακόμα τίμιο live, στο ανεβασμένο ποιοτικό επίπεδο που μας έχουν συνηθίσει. Στηριζόμενοι στον δίσκο του 2018 «Wild Ferment», δεν έκαναν εκπτώσεις στην ενέργεια και τη διάθεση, αφήνοντας μας για άλλη μια φορά σε αναμονή για τα νέα εγχειρήματά τους.

Δεύτεροι στη σειρά οι νεοαφιχθείς και δυσκολοπρόφερτοι Khruangbin, με την ψυχεδελική, global μουσική τους να δίνει μια διασκεδαστική πλευρά στη σκοτεινή φεστιβαλική μέρα. Αρκετός κόσμος είχε αρχίσει ήδη να συγκεντρώνεται και η εντυπωσιακή εμφάνιση της μπασίστριας Laura Lee με το γυαλιστερό καρέ αλά Κλεοπάτρα, την φούξια φλαμένγκο φούστα και τα ψηλοτάκουνα πέδιλα τραβούσε διαρκώς τα βλέμματα. Αφού ο κιθαρίστας Mark Speer με την κλασική ασορτί περούκα του μας ενημέρωσε ότι έχει ήδη προμηθευτεί (και καταναλώσει) σοβαρές ποσότητες ρακής, ένα λαχανί vintage τηλέφωνο εμφανίστηκε δίπλα στα ντραμς του Donald Ray «DJ» Johnson Jr, για μία θεατρική συνομιλία από τη Laura Lee κατά το ρυθμό του «Evan Finds the Third Room». Φυσικά το «Maria También» ξεχώρισε ως ένα από τα καλύτερά τους και κατάφεραν να κληροδοτήσουν τις ανώτερες των εντυπώσεων χάρη στο διάχυτο coolness και τη σύντομη Misirlou, σε ένα κοινό που τους γνώριζε ελάχιστα.

Και ενώ ο κόσμος συνέχισε να αυξάνεται με εκθετικό βαθμό και τα σύννεφα που είχαν προϊωνίσει έντονη βροχή το πρωί να ανοίγουν σε ένα καθαρό γαλάζιο, οι Ride ξετρύπωσαν από το βαθύ λαρύγγι των 90’s, τραβόντας κοντά ένα σεβαστό φανατικό κοινό. Το setlist δέκα κομματιών άντλησε κυρίως από το εμβληματικό ντεμπούτο τους «Nowhere» και ευτυχώς πολύ λιγότερο από το πιο πρόσφατο και πιο μέτριο «Weather Diaries» ενώ η αρχή και το κλείσιμο του set έδωσε μια γεύση από το αναμενόμενο μέσα στον Αύγουστο «This is not a safe place».

Πριν ο ήλιος δύσει για τα καλά έφτασε η ώρα για τον Michael Kiwanuka, έναν αγαπημένο καλλιτέχνη στα εγχώρια ραδιόφωνα αλλά εντελώς αταίριαστο με τη μέρα. Από τις πιο απρόσμενες και παράταιρες επιλογές, παρά την φιλότιμη προσπάθειά του δεν κατάφερε να κερδίσει την προσοχή του κόσμου. Σίγουρα θα άξιζε να τον δούμε μόνο του, σε ένα άλλο χώρο όπου θα μπορέσει να ξεδιπλώσει καλύτερα τη funky πλευρά του «I’m a black man in a white world» ή τη διαχέουσα συγκίνηση του «Cold little heart».

Ο συνωστισμός του κοινού στα λιγοστά μπαρ κατά τη διάρκεια του σετ επιβεβαίωσε την ατυχή συγκυρία σε συνδυασμό με τον εκνευρισμό του κόσμου στην προσπάθεια του να εξυπηρετηθεί. Τα περιορισμένα στον αριθμό σημεία για την προμήθεια μαρκών και, στη συνέχεια, και ποτών, αλλά και οι ελάχιστοι κάδοι απορριμάτων οδήγησαν σε μία έντονη διαμαρτυρία από πλευράς κόσμου· ο δεκαπενταετής εορτασμός άλλωστε με τα μωβ πανηγυρικά χέρια μπέιζμπολ θα έπρεπε να συνοδεύεται και με μία καλύτερη πρόληψη σημαντικών θεμάτων, ειδικά σε μία συναυλία εικοσιπέντε χιλιάδων ατόμων.

«Νομίζω θα βάλω τα κλάματα. Δεν το ζω αυτό σήμερα». Δέκα και είκοσι στο ρολόι, η ανυπομονησία στο ζενίθ και μετά από λίγα λεπτά καθυστέρησης, οι Cure παίρνουν θέση στη σκηνή, με τον συνεσταλμένο Robert Smith στη φωνή και αγκαλιά με την κιθάρα, τον κορυφαίο Simon Gallup στο μπάσο, τον ντράμερ Jason Cooper, τον πληκτρά Roger O'Donnell και τον κιθαρίστα Reeves Gabrels. Τα τριάντα χρόνια από την κυκλοφορία του «Disintegration» δεν άφηναν περιθώριο επιλογών: το «Plainsong» έκρινε τη δυναμική έναρξη, με έναν ακέραιο, κρυστάλλινο ήχο, ο οποίος γινόταν καλύτερος όσο πιο κοντά στη σκηνή βρισκόσουν.

Οι Cure, μετά από τη δεκαπεντάχρονη (ας δώσουμε μέχρι και το «Wish» του 1992) ισχυρή δισκογραφική πορεία τους και την επακόλουθη αποδυνάμωσή τους, έχουν εξελιχθεί σε ένα εξαιρετικό live act. Επαγγελματίες, ακούραστοι και χωρίς να καταφεύγουν σε ευκολίες έχουν αποδείξει ότι ικανοποιούνται στις live εμφανίσεις τους γι αυτό και αποδίδουν τα μέγιστα· το περιμέναμε από το φινάλε του Glastonbury και το επιβεβαιώσαμε στη δική μας ημέρα.

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, ο Smith παραμένει ανεπιτήδευτα ντροπαλός. Οι weirdo φιγούρες του, οι παράξενοι μορφασμοί και φυσικά τα χαρακτηριστικά φωνητικά του είναι πάντα εδώ, χωρίς να έχουν χάσει στο ελάχιστο το εύρος και τη δυναμική τους. Το «Pictures of you», δεύτερο στη σειρά το έκανε αμέσως αντιληπτό, αφού παρέδωσαν μία εξαιρετικά φρέσκια ερμηνεία και καταδύθηκαν στην απαιτούμενη σκοτεινή γοητεία του, για να απογειωθούν απευθείας με την τρυφερή γλυκύτητα του «High».

Πολλές φορές όταν αγαπάς υπερβολικά ένα κομμάτι στο live απογοητεύεσαι. Αν πάλι κρατάς μικρό καλάθι έχεις την ευκαιρία να εκπλαγείς. Κάπως έτσι κύλησαν τα πράγματα με το «Lovesong», ένα από τα πιο εμπορικά τραγούδια τους γραμμένο για τη σύζυγο του Smith, το οποίο, ομολογώ χωρίς καμία ντροπή, ποτέ δεν ήταν στα κορυφαία μου. Εξελίχθηκε όμως, εντελώς απρόσμενα, σε μία από τις πιο συναισθηματικές στιγμές της συναυλίας, σε ένα κύματώδες παραλήρημα. Θες το πάθος του κόσμου, θες η ένταση της επί σκηνής ερμηνείας, κέρδισε σίγουρα μία νέα θέση στο πάνθεον των συναυλιακών αναμνήσεων.

Επιστροφή στο «Disintegration» για το βλοσυρό «Last dance» και μετά μακροβούτι στα rarities και το σπαραγμό του «Burn». Δε φτάσαμε ποτέ βέβαια στα επίπεδα του συνθλιπτικού παραληρήματος του «Pornography»· ξέροντας ότι δεν ακούγεται ποτέ αυτός ο δίσκος live ελπίζαμε έστω στο «A hundred years». Σε καμία περίπτωση αυτό δε σημαίνει απογοήτευση: τα εικοσιοκτώ κομμάτια του σετ ήταν υπέρ-αρκετά και σε μία μπάντα υπεράριθμων επιτυχιών πάντα κάτι θα μένει για την επόμενη φορά.

Λίγο μετά την ελεγχόμενη κατάθλιψη του «Fascination Street» το «Just like heaven» ανέβασε τη ρομαντική διάθεση και τα κινητά πήραν θέση λήψης στο «Show me show me show me / how you do that trick» ενώ το «A night like this» θα μπορούσε να είναι το μότο της συναυλίας, όταν ξαναβγούμε σε κυνήγι μαγισσών για ένα άλλο τέτοιο live. Φυσικά οι ανατριχίλες του πολυδιασκευασμένου «The forest» είναι διαχρονικές, ενώ το κλείσιμο του πρώτο μέρους δε θα μπορούσε να γίνει παρά με το καθαρτικό «Disintegration».

Σύντομη επιστροφή για encore, με το πιο άρρωστο νανούρισμα όλων των εποχών και αμέσως μετά το σκερτσόζικο «Caterpillar» και τον Smith σε έξαρση φιγούρων και χορευτικών. Η Παρασκευή είναι πάντα η πιο ερωτιάρα μέρα στο «Friday I’m in love» αλλά και η Τετάρτη δεν πήγε πίσω, με τα back to back «Close to me» και «Why can’t I be you» να μοιράζουν αφειδώς ρομάντζο. «Boys don’t cry» δήλωσαν στο κλείσιμο αγνοώντας ίσως ότι ανεξαρτήτως φύλου μας είχαν πάρει τα ζουμιά στο πιο συναισθηματικό κλείσιμο συναυλίας (πήραν τον τίτλο από τους Madrugada στο πρώτο δεκάλεπτο) και αφήνοντας μας συγκλονισμένους και πλήρεις όσο έσκαγαν τα πυροτεχνήματα για τα γενέθλια του Ejekt· μέχρι την επόμενη φορά, που με το νέο δίσκο στα σκαριά ίσως να είναι κοντινότερη απ’ όσο νομίζουμε.

Σχετικά Θέματα