Συνέντευξη

Ο Χαράλαμπος Γωγιός βάζει στο αδηφάγο μπλέντερ του «Θανάτου του Άντονυ» την ποπ κουλτούρα του ’80, τον Ζίζεκ και την Ολυμπιακή δυσφορία

Από -

© Ελίνα Γιουνανλή
© Ελίνα Γιουνανλή

Παιδί μιας γενιάς που μεγάλωσε το ‘80 με «το επιτακτικό αίτημα της επιβεβλημένης απόλαυσης» της πρώτης οκταετίας του ΠΑΣΟΚ και έζησε το πανηγυρικό 2004 μες στο άγχος για τις καταστροφές που διαισθανόταν ότι ετοιμάζονται, ο Χαράλαμπος Γωγιός επέλεξε να εκφράσει παιγνιωδώς την κοσμική δυσφορία του στο φαντασιακό παιδικό τραύμα της γενιάς του, τον θάνατο του Άντονυ από την παιδική τηλεοπτική σειρά Κάντυ Κάντυ, που έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε. Δεκαπέντε χρόνια αφότου έγραψαν με τον Γιάννη Φίλια το λιμπρέτο για τον «Θάνατο του Άντονυ», η δημιουργία τους ανεβαίνει ως μια εννοιολογική όπερα δωματίου σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, επιχειρώντας μια σατιρική κριτική απέναντι στην νοσταλγική παρόρμηση. Θα προβληθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα στην GNO TV, τη νέα διαδικτυακή τηλεόραση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

banner

Πώς προέκυψε η ιδέα για τον «Θάνατο του Άντονυ» και πώς φτάσαμε στο σημερινό ανέβασμά του;
Ο «Θάνατος του Άντονυ» γεννήθηκε την περίοδο της πατριωτικής ευφορίας του 2004. Ο Γιάννης Φίλιας κι εγώ γράψαμε το λιμπρέτο το 2005–2006, πριν από την οικονομική κρίση, πριν από τον κορωνοϊό, όταν το σύμπαν μας υπαγόρευε πως πρέπει να είμαστε χαρούμενοι και αισιόδοξοι. Εμείς όμως δεν ήμασταν, κι επιλέξαμε να αποδώσουμε παιγνιωδώς την κοσμική δυσφορία μας στο φαντασιακό παιδικό τραύμα της γενιάς μας, τον θάνατο του Άντονυ από την παιδική τηλεοπτική σειρά Κάντυ Κάντυ, που έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’80.
Προσπαθούσα επανειλημμένα και με διάφορους τρόπους να ολοκληρώσω και να ανεβάσω το έργο από περίπου το 2007. Πάντα προέκυπτε κάποιο εμπόδιο, είτε εξωτερικό είτε εσωτερικό. Η Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ ανέλαβε να υποστηρίξει το σχέδιο κατά τα τέλη του 2017. Και βλέπετε σε ποια συνθήκη φθάνει στην ολοκλήρωσή του! Ο Γιάννης κι εγώ μάλλον κάτι καταλάβαμε σωστά, και το σύμπαν εξεγέρθηκε εναντίον μας.

© Έρρικα Ζαχαροπούλου
© Έρρικα Ζαχαροπούλου

Η ψυχανάλυση, ο Λακάν και ο Ζίζεκ με ποιον τρόπο εγγράφονται στο έργο;
Ανακάλυψα τον Ζίζεκ στη διάρκεια των Ολυμπιακών του 2004 από το σπουδαίο βιβλίο του για τον Κισλόφσκι, που είναι ο αγαπημένος μου σκηνοθέτης του κινηματογράφου. Η παρουσία του Ζίζεκ στον «Θάνατο του Άντονυ» είναι πλήρης και καταλυτική. Η σκέψη του διατρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη το λόγο των δύο ανδρών, ενώ η τελική άρια της γυναίκας είναι γραμμένη εξολοκλήρου πάνω σε δικό του κείμενο. Επιπλέον, ο ίδιος έχει υπάρξει πολύ υποστηρικτικός, όντας επίσης λάτρης της όπερας. Κεντρικά θέματα του έργου, όπως η ψευτο-διχοτομία φύσης-ανθρώπου και η φαντασίωση ως κλειδί για την κατασκευή της πραγματικότητας προέρχονται απευθείας από την προβληματική του Ζίζεκ.
Η λακανική ψυχανάλυση είναι θεμελιακή αναφορά του κειμένου. Ο «Θάνατος του Άντονυ» αξιοποιεί τόσο τον πρώιμο Λακάν, με την έμφαση στο δίπολο φαντασιακού-συμβολικού, τη σημασία της γλώσσας και το στάδιο του καθρέφτη (άλλωστε, ήρωες του έργου είναι ένα ανδρικό δίδυμο ομοίων μας – δυο semblables, όπως λέει ο Λακάν παραπέμποντας στον Μποντλέρ) όσο και τον όψιμο, με την έμφαση στο «πραγματικό», εκείνο το λείμμα της εμπειρίας που οι ήρωες δεν μπορούν να συμβολοποιήσουν και που εκρήγνυται με την τελική καταστροφή. Σαν τυπικοί διανοούμενοι, οι ήρωές μας οχυρώνονται φετιχιστικά πίσω από την ακατάπαυστη κουβέντα σχετικά με διάφορα λακανικά στερεότυπα, όπως το περίφημο «αντικείμενο μικρό α» (που συμβολίζει η αλεπού που κυνηγούν) ή τη διαβόητη «ανυπαρξία της γυναίκας». Ένας φίλος ψυχαναλυτής σχολίασε τις προάλλες ότι το έργο δεν σκηνοθετεί παρά την «απόλαυση του εργένη» – και μάλιστα σε διπλή δόση!

banner

Η γυναίκα υπάρχει;
Δεν θέλω να της βάζω λόγια στο στόμα. Ας μιλήσει η ίδια για τον εαυτό της.

© Έρρικα Ζαχαροπούλου
© Έρρικα Ζαχαροπούλου

Με ποιον τρόπο σχολιάζετε μέσα από την προσέγγισή σας τη νοσταλγία για την ποπ κουλτούρα μιας γενιάς που μεγάλωνε στα ‘80s;
Μέσα στο αδηφάγο μπλέντερ του Άντονυ είναι αλήθεια πως αναμειγνύονται και κάποια στοιχεία από την ποπ κουλτούρα της δεκαετίας του ’80, όπως ο ήχος του τσέμπαλου από τους τίτλους αρχής της Κάντυ Κάντυ (εκείνο το τοτέμ της προεφηβικής «παιδικής αθωότητας»), τα μουσικά θέματα από την Αθλητική Κυριακή και τη Δυναστεία (φαντασιακά παράθυρα στον κόσμο της ενήλικης επιβολής κι επιτυχίας), παραπομπές σε δυο τραγούδια της Ελένης Δήμου (αγχογόνου και επιδραστικής μορφής της θηλυκότητας και για τη δική μου παιδική σεξουαλικότητα) και, βέβαια, η βασική αναφορά στο τηλεοπτικό τραύμα του θανάτου του Άντονυ. Όλα αυτά μεγιστοποιημένα από την καινοτομία της συσκευής του βίντεο, που τότε μας επέτρεψε για πρώτη φορά να απολαμβάνουμε το τραύμα και τα αγοραία σήματα της περιρρέουσας κουλτούρας σε μια εμμονική, αυτοκαταστροφική λούπα.
Έχω προσπαθήσει όμως πολύ το υλικό του έργου να μην είναι απλώς ένας μεταμοντέρνος χυλός. Και θέλω να πιστεύω πως ο «Θάνατος του Άντονυ» αποτελεί επίσης ενός είδους σατιρική κριτική απέναντι στη νοσταλγική παρόρμηση, στην επιθυμία να οπισθοδρομήσουμε φαντασιακά στην παιδική μας αντίληψη για τα πράγματα. Όπως λέει κι ο Απόστολος Παύλος, που παίζει σημαίνοντα ρόλο στο λιμπρέτο του Άντονυ: «Ὄτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν, ὡς νήπιος ἐλογιζόμουν· ὅτε δὲ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τὰ τοῦ νηπίου».
Δεν υπάρχει αμφιβολία, πάντως, ότι οι συναισθηματικές ρίζες του έργου βρίσκονται στην πρώτη οκταετία του ΠΑΣΟΚ, την «αλλαγή» και τις «ακόμα καλύτερες μέρες», τότε που μια πρωτόγνωρη αίσθηση επιτρεπτικότητας (ανάλογη με το μπρεχτικό «Du darfst es!» από την Άνοδο και πτώση της πόλης Μαχαγκόνυ) σάρωσε την ελληνική κοινωνία, σημαδεύοντάς μας όλους με το επιτακτικό αίτημα της επιβεβλημένης απόλαυσης. Όπως λένε και οι ήρωες του Άντονυ, «είναι μέσα μας»…

Πώς το παιδικό τραύμα του θανάτου του Άντονυ συναντά το Ολυμπιακό τραύμα του 2004;
Καλώς ή κακώς, ο θάνατος του Άντονυ μας δίδαξε βιωματικά πως τίποτε δεν διαρκεί, πως η ευτυχία της απόκτησης του αντικειμένου οφείλει πάντοτε να συνοδεύεται από άγχος. Το 2004–2005, η χώρα μας «ζούσε το μύθο της», βρισκόταν στην κορυφή, κατακτούσε διαδοχικά το κύπελλο του EURO, τη διοργάνωση των Ολυμπιακών και την πρωτιά της Γιουροβίζιον στην Ουκρανία. Συμπέρασμα; Άγχος παντού, ανεξέλεγκτο άγχος και μια δυσφορία που ολοένα και μεγάλωνε όσο δεν μπορούσε να διατυπωθεί, όσο το ολοκληρωτικό σπιράλ της θριαμβεύουσας κοινής γνώμης της απαγόρευε να εκφραστεί. Συναισθηματικά, η γενιά μας νομίζω πως διέβλεπε από τότε τις καταστροφές που ετοιμάζονταν.

© Ελίνα Γιουνανλή
© Ελίνα Γιουνανλή

Η έννοια της καταστροφής αποτελεί κεντρική θεματική. Με ποιον τρόπο την προσεγγίζετε;
Μ’ αρέσει πολύ ο τίτλος του δοκιμίου της Σαμπίνα Σπίλραϊν «Η καταστροφή ως βασική αιτία του γίγνεσθαι». Στο τέλος του Θανάτου του Άντονυ, η επαπειλούμενη καταστροφή που φοβικά διαπραγματεύονταν οι άνδρες σε όλη τη διάρκεια του έργου εκρήγνυται με τη μορφή μιας γυναίκας. Η γυναίκα αυτή, «η Κόκκινη», όπως την αποκαλούν οι άνδρες, αποτελεί μεταμόρφωση της αλεπούς που κυνηγούσαν, συνθέτει όμως στο πρόσωπό της μια εκτεταμένη σειρά από ιδέες. Τραγουδώντας ένα κείμενο του Ζίζεκ, όπου ο φιλόσοφος αναλύει το ψυχικό κόστος της καταστροφής του Τσερνόμπιλ, μας θυμίζει την απειλή της πυρηνικής καταστροφής που μας γέμιζε με άγχος στα καταληκτικά χρόνια του ψυχρού πολέμου, τότε που η Κάντυ Κάντυ παιζόταν στην ελληνική τηλεόραση.
Παράλληλα, παραπέμπει σε μια ακόμη τρομερή ζωόμορφη γυναικεία μορφή, μιας άλλης Ουκρανής, της Ρουσλάνα, νικήτριας της Γιουροβίζιον του 2004: οι νότες από τα λαϊκά ουκρανικά κυνηγετικά κόρνα που εισάγουν το τραγούδι της Ρουσλάνα είναι ανάμεσα στα πρώτα πράγματα που ακούγονται στον «Θάνατο του Άντονυ», προαναγγέλοντας την τελική αυτοκαταστροφή των ανδρών.

Το κωμικό στοιχείο υπάρχει;
Έχετε δίκιο, μ’ όλα αυτά τα διανοουμενίστικα εύκολα ξεχνά κανείς πως ο «Θάνατος του Άντονυ» είναι κωμωδία! Σαρκαστική, παράλογη, μαύρη, αλλά κανονική κωμωδία. Νομίζω πως το λιμπρέτο του Γιάννη Φίλια εκθέτει ανελέητα την ουσιώδη γελοιότητα μιας κάποιας όψης της ανδρικής ψυχής, με όλη της την αυταρέσκεια, δειλία και κενοδοξία.

© Έρρικα Ζαχαροπούλου
© Έρρικα Ζαχαροπούλου

Μουσικά γιατί πρόκειται για ένα απαιτητικό έργο και πώς κινείται ανάμεσα σε δύο εποχές;
Το έργο μας στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον ακατάπαυστο τραγουδιστό διάλογο δύο ανδρών επί μιάμιση ώρα, χωρίς ουδεμία ευκαιρία για ανάπαυση. Είναι σκανδαλωδώς απαιτητικό από άποψη έκτασης, αντοχής, μνημονικής εγρήγορσης και ανάγκης για μουσική ακρίβεια. Και, στο τέλος, εμφανίζεται στη σκηνή μια γυναίκα που συμπυκνώνει όλες αυτές τις απαιτήσεις σε μια δεξιοτεχνική άρια τεσσάρων λεπτών, γραμμένη μάλιστα στα ουκρανικά!
Από την άποψη της γραφής, το έργο αντιπαραθέτει ένα σύνολο εγχόρδων και ηλεκτρικής κιθάρας που παίζουν σ’ ένα σκληρό μοντερνίστικο ιδίωμα (ένας γενναιόδωρος συνεργάτης μου το περιέγραψε περίπου ως progressive rock!) και μια παράλληλη, αυτόνομη συνοδεία από το τσέμπαλο, όργανο που συμπεριφέρεται σαν να βρισκόμαστε ακόμη στην εποχή του μπαρόκ. Ενσαρκώνει έτσι τον οδυνηρό εσωτερικό διχασμό των ηρώων ανάμεσα στα κατάλοιπα της παιδικότητας και τα δεδομένα της ενηλικίωσης. Νομίζω πως όταν δείτε την παράσταση θα συμφωνήσετε πως όλοι οι ερμηνευτές αξίζουν συγχαρητήρια! Πρόκειται για μια dream team της ελληνικής όπερας, με απολύτως θεαματικές επιδόσεις.

Σκηνοθετικά τι να περιμένουμε;
Μια ευφυή σκηνοθετική προσέγγιση από τον Δημήτρη Καραντζά, που αναδεικνύει πολλές από τις λανθάνουσες ιδέες του έργου σεβόμενη απολύτως τον μουσικοθεατρικό του κώδικα, εξωφρενικές κυνηγετικές εξαρτύσεις στο όριο του «άνιμε» από τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και περίπου 1400 λουλούδια σπαρμένα στο σκηνικό-λιβάδι της Άρτεμης Φλέσσα!

© Έρρικα Ζαχαροπούλου
© Έρρικα Ζαχαροπούλου

Τι σκέψεις σας γεννά η σημερινή συνθήκη της πανδημίας ως εργαζόμενος στον πολιτισμό αλλά και το πρόσφατο ντόμινο του ελληνικού #metoo;
Η πανδημία ανέδειξε το εύθραυστο της κατάστασής μας, οδήγησε σοβαρή μερίδα καλλιτεχνών στο όριο της ανέχειας, γαργάλησε το σύμπλεγμα του «εργαζομένου πολυτελείας» που ήδη κατέτρυχε πολλούς από μας, εξήρε –διεθνώς– τη δυσπιστία απέναντι στα δικαιώματα του κλάδου αλλά ταυτόχρονα και τη χρόνια ασυνεννοησία στη σχέση μας με τους θεσμούς, τόσο ως προς την καλλιτεχνική δημιουργία όσο και, εξίσου καταστροφικά, ως προς την καλλιτεχνική εκπαίδευση. Στα θετικά, δημιούργησε επίσης μια πρωτοφανή –κατά τη δική μου εμπειρία– κινητικότητα στον χώρο των παραστατικών τεχνών, με νέες πρωτοβουλίες αντιπροσώπευσης και αυτο-οργάνωσης που εύχομαι να διατηρηθούν.
Χαίρομαι που φορείς όπως η Εθνική Λυρική Σκηνή επιμένουν να προσπαθούν να δίνουν δουλειά σε καλλιτέχνες παραμένοντας σε δραστηριότητα μέσω διαδικτύου μέσα σ’ αυτή την εξωφρενικά δύσκολη συνθήκη. Αυτό, ωστόσο, που με ανησυχεί παράλληλα είναι πως οι καλλιτέχνες των παραστατικών τεχνών κινδυνεύουμε, δεδομένων των συνθηκών, να αυτοΰποβιβαστούμε σε «παραγωγούς περιεχομένου» που παίζουν στον ίδιο (άνισο) στίβο με το Netflix. Αναγκαζόμαστε εκ των πραγμάτων να δουλεύουμε με στόχο τη δημιουργία οπτικοακουστικών προϊόντων που διαδίδονται ηλεκτρονικά και, το πιο σημαντικό, καταναλώνονται κατά μόνας.
Πιστεύω πως είναι σημαντικό η «γλύκα» του λεγόμενου outreach, της δυνατότητας το έργο μας να διαδοθεί μέσω διαδικτύου σε ευρύτερο κοινό, να μη μας κάνει να ξεχάσουμε ότι, στην ουσία τους, οι παραστατικές τέχνες είναι φαινόμενο τοπικό και κοινωνικό και καθορίζεται από τη σωματική παρουσία μιας κοινότητας ανθρώπων σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. (Όταν και αν οι συνθήκες το επιτρέψουν, εύχομαι και ο Άντονυ να καταφέρει να εκτεθεί στη σκηνική υλοποίηση, για χάρη τόσο της δημιουργικής του ιδέας όσο και των γενναίων ερμηνευτών.).
Σχετικά με το metoo, δεν έχω πολλά να πω που δεν ακούγονται ήδη. Όπως πολλοί από μας, έχω μείνει άναυδος με το εύρος και την έκταση των πρόσφατων αποκαλύψεων (που σημειωτέον ότι ξεπερνούν κατά πολύ τα όσα ανεκδοτολογικά ακούγαμε ανά τα χρόνια να κυκλοφορούν εν είδει φημολογίας), καθώς και με τις θλιβερές απόπειρες για διάχυση των ευθυνών από τους κρατούντες. Βραχυπρόθεσμα, ασφαλώς και υποστηρίζω ολόθερμα κάθε προσπάθεια να σπάσουν τα εδραιωμένα αποστήματα θρασείας ατιμωρησίας. Μακροπρόθεσμα, ευελπιστώ η ζέση της συγκυρίας να μην εξαντληθεί στη θυμική εκτόνωση ή την κυνική αντικατάσταση μιας καταχρηστικής εξουσίας από μια νέα, αλλά να συμπαρασύρει το χώρο σε τομές και θεσμικές αλλαγές με στόχο ένα βιωσιμότερο όραμα της συνολικής λειτουργίας του συστήματος των παραστατικών τεχνών. Πιστεύω πως, κι εδώ, ο Ζίζεκ έχει δίκιο όταν λέει πως το σημαντικό δεν είναι η άγρια, καρναβαλική χαρά της στιγμής, αλλά ο σχεδιασμός για την επόμενη μέρα.

Θα προβληθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα στην GNO TV, τη νέα διαδικτυακή τηλεόραση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Σε συνάρτηση με τις παραστάσεις της όπερας «Ο θάνατος του Άντονυ», θα πραγματοποιηθεί διαδικτυακό επιστημονικό συνέδριο με τίτλο «Ο Άντονυ στο ξέφωτο: η ενόρμηση θανάτου της όπερας» και συμμετοχή σημαντικών μουσικολόγων, ψυχαναλυτών και θεωρητικών από την Ελλάδα και το εξωτερικό (Άκης Γαβριηλίδης, Κωστής Δεμερτζής, Αντώνης Πούλιος, Βλάσης Σκολίδης, Άαρον Σούστερ, Γιάννης Σταυρακάκης, Κωστής Σταφυλάκης, Νίκολας Τιλ, Μάθιου Φλίσφεντερ, Τζέννιφερ Φρήντλαντερ κ.ά.)