Θέμα

Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ: Ένας θρύλος στο Μέγαρο!

Από -

© Holger Kettner
© Holger Kettner

Πέρασαν σχεδόν επτά δεκαετίες από το 1954, όταν ένα δωδεκάχρονο αγόρι ενθουσίαζε το κοινό του αθηναϊκού θεάτρου Κεντρικόν με τις πιανιστικές του επιδόσεις. Αυτό το παιδί-θαύμα δεν είναι άλλος από τον διάσημο Αργεντινοεβραίο αρχιμουσικό Ντάνιελ Μπάρενμποϊμ, ο οποίος επισκέπτεται ξανά την Αθήνα, για πρώτη φορά μαζί με τη Σταατσκαπέλε (Κρατική Ορχήστρα) του Βερολίνου, για τέσσερις μοναδικές βραδιές στο Μέγαρο Μουσικής (27, 29-31 Οκτωβρίου).

Ο Μπάρενμποϊμ αποτελεί αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες μουσικές προσωπικότητες του πλανήτη. Γιος, σύζυγος και πατέρας μουσικών, κοσμοπολίτης με βαθύτατη εβραϊκή συνείδηση, που δούλεψε, όμως, όσο λίγοι για τη γεφύρωση του ρήγματος μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων (αποτελώντας τον πρώτο Ισραηλινό πολίτη που έλαβε παλαιστινιακή υπηκοότητα, κατόπιν της ίδρυσης, το 1999, μαζί με τον γνωστό Παλαιστίνιο διανοούμενο Έντουαρντ Σαΐντ, της Ορχήστρας του Δυτικού-Ανατολικού Διβανίου), ο ακούραστος Μπάρενμποϊμ ζει για τη μουσική. Όχι τυχαία, λοιπόν, αυτόν τον τίτλο επέλεξε για την αυτοβιογραφία του, που κυκλοφόρησε προ ετών και στα ελληνικά.

Ύστερα από μια σημαντική καριέρα ως πιανίστας (και, μάλιστα, παρότι διέθετε μικρά χέρια), άρχισε να ασχολείται με τη διεύθυνση ορχήστρας περί τα μέσα της δεκαετίας του ’60. Χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει το πιάνο, το ενδιαφέρον του κέρδισε σταδιακά περισσότερο το ορχηστρικό πόντιουμ: το μαρτυρούν δεκαπενταετείς θητείες στην Ορχήστρα των Παρισίων και στην ξακουστή Συμφωνική του Σικάγου.

Η όπερα αποτέλεσε έναν άλλο χώρο στον οποίο άφησε ισχυρό αποτύπωμα: η εντυπωσιακή διεύθυνση το 1988 του βαγκνερικού «Δαχτυλιδιού του Νίμπελουνγκ» –στη σκηνοθεσία του Κούπφερ– στο Φεστιβάλ του Μπαϊρόιτ οδήγησε στην ανάληψη της μουσικής διεύθυνσης (για σύντομο διάστημα) της Όπερας της Βαστίλλης και πιο πρόσφατα αυτής της περίφημης Σκάλας του Μιλάνου.

Με καμία άλλη πόλη, όμως, δεν συνδέθηκε τόσο πολύ ο Μπάρενμποϊμ όσο με το Βερολίνο. Αφού απέτυχε να διαδεχθεί τον Φον Κάραγιαν στο τιμόνι της Φιλαρμονικής Ορχήστρας, εξελέγη το 1992 μουσικός διευθυντής της ιστορικής Κρατικής Όπερας «Υπό τας φιλύρας» της πόλης (της όπερας του πρώην Ανατολικού Βερολίνου μεταξύ 1945-1989). Διατηρώντας το παραδοσιακό στίγμα του οργανισμού, κατάφερε να τον ανανεώσει, δίνοντας μεγάλο βάρος στη δουλειά με την ορχήστρα του, τη Σταατσκαπέλε, της οποίας ανακηρύχθηκε ισόβιος αρχιμουσικός το 2000.

Ως επικεφαλής του συνόλου αυτού, ο πολυβραβευμένος μαέστρος επιστρέφει στην Αθήνα μετά το 2004, οπότε εμφανίστηκε ως πιανίστας στο Ηρώδειο. Συμμετέχοντας στην επέτειο των 30 χρόνων λειτουργίας του Μεγάρου, εγκαινιάζει τον δημοφιλή κύκλο «Μεγάλες Ορχήστρες-Μεγάλοι Μαέστροι» με μια πρωτότυπη συμφωνική τετραλογία. Θα παρουσιάσουν τις τέσσερις Συμφωνίες τόσο του Μπραμς όσο και του Σούμαν σε ισάριθμες συναυλίες, αντιπαραβάλλοντάς τες ανά αριθμό.

banner

Η σχέση του Μπάρενμποϊμ με το ρεπερτόριο του κεντροευρωπαϊκού (και δη γερμανικού) ρομαντισμού του 19ου αιώνα έχει βαθιές ρίζες. Η παραδοσιακή, πλην όμως απελευθερωμένη από ρυθμομελωδικές «ακαμψίες» και κλισέ προσεγγίσεις, προσομοιάζει πολύ σε αυτήν του Φούρτβενγκλερ, του θρυλικού αρχιμουσικού, τον οποίο γνώρισε λίγο πριν το θάνατό του και θεωρεί μέχρι σήμερα μέντορά του.

Εξίσου γνωστές και προφανείς είναι και οι σχέσεις των Σούμαν και Μπραμς. Καρπός μακράς ωρίμανσης, οι Συμφωνίες του Μπραμς γράφτηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το θάνατο του πρώτου. Φημισμένες για την πρωτοφανή αρχιτεκτονική τους τελειότητα και το βαθύ τους συναίσθημα, καλούνται τώρα να ηχήσουν πλάι σε αυτές του Σούμαν, ίσως λιγότερο εντελείς μορφολογικά, αλλά περισσότερο ανήσυχες δραματουργικά…