Ήμουν εκεί

Νέοι σολίστες και προγράμματα υψηλού επιπέδου στις «Νύχτες Κλασικής Μουσικής στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη»

Από -

Ο Τσέχος βιολιστής Γιόζεφ Σπάτσεκ και ο Έλληνας τσελίστας Τιμόθεος Πέτριν, εκπρόσωποι του «Curtis on tour», κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ τους στο πλαίσιο του φετινού κύκλου «Νύχτες Κλασικής Μουσικής στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη» (Cotsen Hall, 23/9)   © Χάρης Ακριβιάδης
Ο Τσέχος βιολιστής Γιόζεφ Σπάτσεκ και ο Έλληνας τσελίστας Τιμόθεος Πέτριν, εκπρόσωποι του «Curtis on tour», κατά τη διάρκεια του ρεσιτάλ τους στο πλαίσιο του φετινού κύκλου «Νύχτες Κλασικής Μουσικής στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη» (Cotsen Hall, 23/9) © Χάρης Ακριβιάδης

Μετά από ένα χρόνο απουσίας λόγω πανδημίας, οι «Νύχτες Κλασικής Μουσικής στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη» επανέκαμψαν για 6η χρονιά, εγκαινιάζοντας -κατά τα ειωθότα, πλέον- τη νέα καλλιτεχνική περίοδο. Με τη στήριξη του Ιδρύματος Schwarz, ο τόσο πολύτιμος κύκλος εκδηλώσεων καθιστά και την Ελλάδα σταθμό της παγκόσμιας περιοδείας «Curtis on tour» του περίφημου αμερικανικού Ινστιτούτου Μουσικής Curtis, η οποία βασίζεται σε πρωτοβουλία της φιλόμουσης δισεκατομμυριούχου Νίνας φον Μάλτσαν.

Τρεις εξαίρετοι νέοι μουσικοί, παλιότεροι υπότροφοι του Ινστιτούτου, ο Σινο-αμερικανός πιανίστας Τζωρτζ Σιάογουαν Φου, ο Τσέχος βιολιστής Γιόζεφ Σπάτσεκ και ο Έλληνας τσελίστας Τιμόθεος Πέτριν, συνέπραξαν στις τέσσερις συναυλίες του κύκλου που έλαβαν χώρα στο Cotsen Hall της Γενναδείου (21-24/9), από τις οποίες παρακολουθήσαμε δύο.

Στις 23/9, Σπάτσεκ και Πέτριν χάρισαν ένα θαυμάσιο πρόγραμμα με έργα για βιολί και βιολοντσέλο, συνδυασμό οργάνων που ακούμε -δυστυχώς- σπάνια.

Το βιολί είχε τον πρώτο ρόλο σε δύο κομμάτια. Η βραδιά άνοιξε με την υπερδεξιοτεχνική «Σαραμπάντα με παραλλαγές σε ένα θέμα του Χαίντελ», ένα από τα αγαπημένα έργα του θρυλικού Χάιφετς. Παρά κάποιες ανεπαίσθητες τοπικές μικροαστάθειες στην πολύ ψηλή περιοχή του βιολιού, ο Σπάτσεκ -που αποτέλεσε το νεώτερο εξάρχοντα στην ιστορία της ιστορικής Τσεχικής Φιλαρμονικής!- έκανε επίδειξη ωραίου ήχου, υψηλής τεχνικής και αυτοπεποίθησης. Οι αρετές αυτές απογείωσαν τη «Διπλή ζυγιά» του Ξενάκη, σύνθεση της νεανικής «ελληνικής» του περιόδου με σαφείς αναφορές στο δημοτικό τραγούδι, επιβεβαιώνοντας πόσο καλά κατανοούν οι μουσικοί από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη τα «παραδοσιακά» μουσικά ιδιώματα. Σε αμφότερα τα έργα, το τσέλο του Πέτριν στάθηκε φερέγγυος συνοδοιπόρος.

Το ενδιαφέρον του ρεσιτάλ κορυφώθηκε εύλογα στα δύο «Ντουέτα για βιολί και βιολοντσέλο», το 2ο του Μαρτινού και το μοναδικό του Κόνταϊ, συναρπαστικά όσο και διαφορετικά δείγματα του ρεπερτορίου για τα συγκεκριμένα όργανα. Στο έξοχο ντουέτο του Κόνταϊ, οι ικανότατοι μουσικοί πέτυχαν να αναδείξουν ισόρροπα τόσο την παραδοσιακή ουγγρική έμπνευση όσο και τις νεοκλασικιστικές πινελιές της γραφής, ενώ εξίσου επιτυχημένα ανέδειξαν τις αισιόδοξες αλλά και τις πιο εσωστρεφείς πτυχές σε αυτό του Μαρτινού. Η ζωντάνια και το σφρίγος του παιξίματος στα γρήγορα μέρη συμπλήρωσαν την πηγαίου λυρισμού προσέγγιση των αργών (adagio), διασφαλίζοντας μεγάλη ρευστότητα αφήγησης και έναν απολύτως ισόκυρο διάλογο. Σκέτη απόλαυση!

Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ του Τζωρτζ Σιαογιουάν Φου στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (Cotsen Hall, 21/9)  © Γιάννης Σβώλος
Στιγμιότυπο από το ρεσιτάλ του Τζωρτζ Σιαογιουάν Φου στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (Cotsen Hall, 21/9) © Γιάννης Σβώλος

Ο συναυλιακός κύκλος είχε ανοίξει δύο μέρες νωρίτερα (21/9) με ένα ρεσιτάλ του Τζωρτζ Σιαογιουάν Φου. Πιανίστας με εξαιρετικές (δεξιο)τεχνικές ευκολίες, ο Φου έδωσε στο ωριαίο πρόγραμμά του έγκυρο τεκμήριο του ταλέντου του.

Αρχικά ερμήνευσε την 5η από τις εννέα «Σπουδές-Πίνακες» του έργου 39 του Ραχμάνινωφ, αναδεικνύοντας με άνεση τον αρμονικό πλούτο και τη ρυθμική πολυπλοκότητά της. Η συνέχεια είχε γαλλικό άρωμα, με έργα τριών συνθετών του 20ού αιώνα: το «Ποιμενικό» της Ταγιεφέρ, το «Παιχνίδι των αντιθέσεων», τρίτο και τελευταίο από τα «Πρελούδια» του Ντυτιγιέ και δύο κομμάτια («Θλιμμένα πουλιά» και «Μια βάρκα στον ωκεανό») από τη συλλογή «Καθρέφτες» του Ραβέλ. Η στέρεη τεχνική του σολίστ επέτρεψε μεν την πεντακάθαρη απόδοση των λεπταίσθητων αρμονιών των ατμοσφαιρικών συνθέσεων, αλλά μια περισσότερο υπαινικτική περιγραφική διάσταση θα χρωμάτιζε εντελέστερα τις ερμηνείες. Αντιθέτως, άριστα αποδόθηκε εκτός προγράμματος η άκρως βιρτουοζίστικη «Σπουδή για 5 δάχτυλα» του Ντεμπυσσύ.

Τη βραδιά έκλεισε η αριστουργηματική τελευταία (21η) Σονάτα για πιάνο του Σούμπερτ, που ο Φου άρχισε -κατά δήλωσή του- να μελετά μέσα στην πανδημία. Αν κάτι εντυπωσίασε στη συγκεκριμένη ανάγνωση ήταν -πέρα από τις ωραίες τρίλιες!- ο παλμός και η αφηγηματική της ευφράδεια. Παρότι δεν έλειψαν τα ολισθήματα, παρότι ο χρόνος και οι εμπειρίες θα πλουτίσουν την εκφραστικότερη απόδοση του τόσο έντονου εδώ συναισθηματικού φορτίου, η ανήσυχη δραματουργία του έργου προβλήθηκε επαρκέστατα, κυρίως μέσω του καλά σταθμισμένου τονισμού των στιγμών ορμής/ έντασης μέσα σ’ένα προεξαρχόντως μελαγχολικό/νοσταλγικό περιβάλλον.

Με τα ψαγμένα, μακράν της πεπατημένης προγράμματα, το υψηλό επίπεδο των κάθε φορά μετακαλούμενων νέων σολίστ αλλά κυρίως με τον ενθουσιασμό με τον οποίο αυτοί κάνουν μουσική, οι «Νύχτες Κλασικής Μουσικής στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη» έχουν αρχίσει να γίνονται σημείο αναφοράς στα αθηναϊκά μουσικά πράγματα, ενσταλάζοντας έναν τόσο χρειαζούμενο φρέσκο αέρα!