Θέμα

Μισός αιώνας από το φαινόμενο «Γούντστοκ»

Από -

Μια απλή επιχειρηματική επιθυμία που έγινε πράξη, με κάποια δόση ιδεολογικής (συν)κάλυψης, μετατράπηκε σε ένα από τα μεγαλύτερα events που γνώρισε η ιστορία (όχι μόνο του ροκ ή της μουσικής γενικότερα) και διατηρείται στη συλλογική μας μνήμη σχετικά άφθαρτο. Το φεστιβάλ του Γούντστοκ έγινε πριν από 50 χρόνια (15-18/8/1969) και αυτό το «τετραήμερο ειρήνης και μουσικής» έχει ακόμη ισχυρό συμβολισμό, παρότι η ειρήνη έχει πάει κατά διαόλου, ενώ αμφιβολίες μπορούν να διατυπωθούν και για την πορεία που χάραξε η παγκόσμια μουσική παραγωγή από τότε...

Προσπάθειες να γίνει ο φετινός εορτασμός με την πρέπουσα μεγαλοπρέπεια και τη συμμετοχή πολλών original καλλιτεχνών, που σήμερα είναι πάνω από 70 χρόνων αλλά εξακολουθούν να είναι δραστήριοι, τελικά δεν ευοδώθηκαν. Κυκλοφόρησε όμως η γιγάντια έκδοση «Woodstock 50 - Back to the garden: the anniversary experience», η οποία περιέχει τις ηχογραφήσεις του φεστιβάλ στην ολότητά τους, ακριβώς όπως έγιναν, με μίνιμουμ τεχνική επεξεργασία και φτιάξιμο. Και, φυσικά, είναι η πρώτη έκδοση με θέμα το Γούντ­στοκ που περιλαμβάνει όλους τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν. Μια πλήρης έκδοση δηλαδή για τους αυθεντικούς completists.

Ως ιστορικό γεγονός το Γούντ­στοκ, βέβαια, έχει επιζήσει όμορφα εδώ και σχεδόν μισόν αιώνα μέσα από το διάσημο φιλμ-ντοκουμέντο του Michael Wadleigh αλλά και τα άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην αρχή: το πρώτο τριπλό LP και το μετέπειτα διπλό «Woodstock 2». Όλα αυτά μας δίνουν μια πλήρη εικόνα ενός ροκ φεστιβάλ που έμεινε στην ιστορία όχι γιατί ήταν το καλύτερο (τόσο το Monterey Pop του 1967 όσο και το Isle of Wight, μερικές ημέρες μετά το Γούντστοκ, είναι πιο ικανοποιητικά από μουσικής πλευράς), αλλά γιατί τράβηξε αυθόρμητα τόσο πολύ νέο κόσμο (πάνω από 400.000 άτομα!) σε ένα μοναδικού κοινωνικοπολιτικού συμβολισμού μουσικό event.

Με τη σεμνή προοπτική να φτιαχτεί ένα στούντιο ηχογραφήσεων στην περιοχή, οι διοργανωτές σκέφτηκαν να κάνουν ένα μικρό φεστιβάλ με καλλιτέχνες/κατοίκους του Γούντστοκ, όπως ο Bob Dylan και το «γκρουπ» του, οι Band. Βαθμιαία όμως το project επεκτάθηκε, η συμμετοχή των Creedence Clearwater Revival άνοιξε το δρόμο και για άλλα ονόματα κι ένα φιλόδοξο «ταβάνι» 200.000 νέων θα γέμιζε τη φάρμα του Max Yasgur. Οι προβλέψεις ανατράπηκαν και στην εξέλιξή του το φεστιβάλ, το οποίο στην πραγματικότητα απείχε 94 χιλιόμετρα από τη μικρή πόλη του Γούντστοκ, έγινε «ελεύθερο» με την είσοδο τουλάχιστον άλλων τόσων ακροατών. Η χίπικη συμβιωτική προοπτική στα καλύτερά της!

Κανένα από τα κορυφαία ονόματα της εποχής δεν ήταν εκεί. Οι Beatles ήταν υπό διάλυση, οι Stones έκαναν τα δικά τους, ο Dylan προτίμησε το Φεστιβάλ της Νήσου Γουάιτ... Ούτε Doors, ούτε Animals, ούτε Zeppelin. Ο Joe Cocker όμως τραγούδησε το «With a little help from my friends», οι Who διέπρεψαν και, φυσικά, ο μέγας Jimi Hendrix σφράγισε με μοναδικό τρόπο τη ­διοργάνωση. Κάτι φώτισε μέσα σε μια κοινωνία συντηρητική και ψυχροπολεμική, με το Βιετνάμ να είναι στην κόψη των ιμπεριαλιστικών διεκδικήσεων, την αποικιοκρατία να αλλάζει δέρμα και τα κινήματα να ξεπηδούν το ένα μετά το άλλο.

Το Γούντστοκ ήταν ένα φως, μια ουτοπία, που μπορεί να μην άφησε κάτι απτό πίσω του, μας κληρονόμησε όμως εκείνη την αισθητική που διατηρείται εδώ και πενήντα χρόνια σε τραγούδια όπως τα «Love march», «Purple haze», «Suite: Judy blue eyes» κ.ά. – συν το ομώνυμο «Woodstock», το οποίο η μεγάλη απούσα του φεστιβάλ, η Joni Mitchell, έγραψε και περιέγραψε με τόση ενάργεια: «We are stardust / We are golden / (Caught in the devil’s bargain) / And we’ve got to get ourselves / Back to the garden».